
Η Ελισάβετ και ο Κωνσταντίνος είχαν φύγει για διακοπές σε αυτή την απομονωμένη παραλία, μακριά από την πίεση της καθημερινότητας. Ήταν μια απόδραση που η Ελισάβετ είχε οργανώσει με σκοπό να ξεφύγουν από τη ρουτίνα, αλλά και να μιλήσουν για θέματα βαθιά, σοβαρά, που δεν χωρούσαν στα στενά όρια της πόλης. Ο ήλιος έκαιγε την άμμο, και η Ελισάβετ, ξαπλωμένη στην κόκκινη πετσέτα της με το χρυσό μπικίνι να αναδεικνύει τις καμπύλες της, κρατούσε ένα ποτό στο χέρι, ενώ ο Κωνσταντίνος στεκόταν δίπλα της, αμήχανος κάτω από το βλέμμα της.
«Καρδούλα μου, θα μου βάλεις λίγο λάδι;», είπε η Ελισάβετ με βραχνή φωνή, γυρίζοντας να τον κοιτάξει με ένα πονηρό χαμόγελο. «Δεν είμαι βέβαιη ότι έχω πάρει το χρώμα που θέλω… τι λες;»
Ο Κωνσταντίνος πήρε το μπουκάλι με τρεμάμενα χέρια, νιώθοντας τον παλμό του να ανεβαίνει. Οι σκέψεις του ήταν ένα χάος: Είναι τόσο όμορφη… μα τι γίνεται μέσα μου; Την φαντάζομαι με άλλους, να τη γαμάνε, να την απολαμβάνουν, και με πιάνει κάτι παράξενο, κάτι που με τρομάζει. Δεν είχε τολμήσει ποτέ να το πει σε κανέναν, ούτε καν στον εαυτό του, αλλά η Ελισάβετ φαινόταν να το διαβάζει στα μάτια του. Κάτι στο βλέμμα της, σαν να ήξερε, σαν να περίμενε.
«Ε… ναι, φαίνεσαι ωραία», ψέλλισε, ακουμπώντας το λάδι στο δέρμα της με διστακτικές κινήσεις.
Η Ελισάβετ χαμογέλασε αργά, σκύβοντας ελαφρά προς το μέρος του. «Ξέρω ότι κρύβεις κάτι, Κωνσταντίνε. Κάτι που σε καίει. Μίλα μου… τι σε καίει; Νίωθεις άβολα με τους άντρες που κοιτάνε;»
Ο νους του Κωνσταντίνου πάγωσε. Πώς το ξέρει; Μήπως φαίνεται; Αν το πω, θα με κρίνει; Ή μήπως… θέλει να το ακούσει; Η εσωτερική του σύγκρουση μεγάλωνε, αλλά η φωνή της Ελισάβετ, γλυκιά κι επικίνδυνη, τον έσπρωχνε να σπάσει τα δεσμά των αναστολών του – και αυτή ήταν η πρώτη νίκη που εκείνη επιδίωκε σ’ αυτό το ταξίδι.

Η Ελισάβετ γύρισε ανάσκελα, ακουμπώντας το στήθος της στην κόκκινη πετσέτα, και έριξε μια ματιά πίσω στον Κωνσταντίνο με ένα αινιγματικό χαμόγελο. «Καρδούλα μου, πέρασε μου λίγο λάδι στην πλάτη τώρα», είπε με βραχνή φωνή, τεντώνοντας το κορμί της. Ο Κωνσταντίνος, με το μπουκάλι στο χέρι, ακολούθησε τις οδηγίες της, αφήνοντας το λάδι να κυλήσει στο δέρμα της και απλώνοντάς το αργά, νιώθοντας την ένταση να χτυπάει στις φλέβες του.
«Δεν ξέρω πώς νιώθω όταν κοιτάνε οι άντρες», μουρμούρισε ξαφνικά, η φωνή του τρεμάμενη καθώς τα χέρια του έτρεμαν ελαφρά. «Με μπερδεύει όλο αυτό.»
Η Ελισάβετ γύρισε ελαφρώς το κεφάλι της, το βλέμμα της διαπεραστικό. «Δεν χρειάζεται να νιώθεις άβολα που έχεις μια εντυπωσιακή μητέρα, Κωνσταντίνε. Πολλά αγόρια είναι στη θέση σου. Κάποια βυθίζονται σε σενάρια και φαντασιώσεις, τα αφήνουν να στριφογυρίζουν στο μυαλό τους χωρίς να κάνουν τίποτα… ενώ άλλα, ας πούμε, το απολαμβάνουν. Δεν σου έχει περάσει ποτέ από το μυαλό;»
Ο Κωνσταντίνος πάγωσε, τα χέρια του σταματημένα μεσοπέλαγα. «Δηλαδή… τι εννοείς;» ρώτησε διστακτικά, η φωνή του σαν ψίθυρος.
Η Ελισάβετ χαμογέλασε πονηρά. «Θυμήθηκα μια φίλη μου, εξίσου εντυπωσιακή, που ανακάλυψε ότι ο μικρός της την κρυφοκοιτούσε. Στην αρχή το έπαιξε αδιάφορη, αλλά μετά… άρχισε να ποζάρει πιο προκλητικά γι’ αυτόν, να του κλείνει το μάτι, να τον τρελαίνει σιγά-σιγά. Συμβαίνει συχνά σε μονογονεϊκές οικογένειες, ξέρεις. Μια σιωπηλή σύνδεση που κανείς δεν τολμά να ονομάσει.»
Ο Κωνσταντίνος ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται, το μυαλό του να θολώνει. «Δεν ξέρω», ψέλλισε, τραβώντας τα χέρια του πίσω, το πρόσωπό του κόκκινο από ντροπή και σύγχυση.

Η Ελισάβετ σηκώθηκε όρθια μπροστά στον Κωνσταντίνο, το κορμί της να λάμπει κάτω από τον ήλιο, το χρυσό μπικίνι να τονίζει κάθε καμπύλη της. Στάθηκε ψηλά, με μια μητριαρχική αύρα, και τον κοίταξε στα μάτια. «Άκου με, Κωνσταντίνε», άρχισε με σταθερή φωνή. «Οι αντρικές ορμές είναι δυνατές, μην τις κρίνεις με τα δικά σου μέτρα. Όταν βλέπουν μια ωραία γυναίκα – πλούσιο στήθος, ωραίο κώλο, σαν τον δικό μου – οι άντρες χάνουν το μυαλό τους. Εσύ δεν είσαι εξαίρεση, αλλά ίσως οι προτιμήσεις σου να έχουν… μια απόκλιση. Πες μου, σκέφτεσαι συχνά και άντρες; Σε γοητεύουν οι μύες, ο αντρικός ιδρώτας, οι μεγαλύτερες πουτσες από τη δική σου;»
Ο Κωνσταντίνος ένιωσε το πρόσωπό του να καίει, τα πόδια του να τρεμουλιάζουν. Οι σκέψεις του στροβιλίζονταν: Πώς το ξέρει; Μήπως φαίνεται; Θέλει να με σπάσει, να με βγάλει απ’ το κέλυφος μου; «Δεν… δεν ξέρω», ψέλλισε, κατεβάζοντας το βλέμμα.
Η Ελισάβετ έσκυψε ελαφρά, η φωνή της να γίνεται πιο απαλή αλλά εξίσου επιβλητική. «Ηρέμησε, Κωνσταντίνε. Αυτό είναι το πνευματικό σου άσυλο, μέσα στην οικογένεια. Μια εξομολόγηση πίσω από κλειστές πόρτες. Πες την αλήθεια, χωρίς φόβο. Για παράδειγμα… σου άρεσε ποτέ κάποιος από τους εραστές που είχα; Μεγαλύτερος σε ηλικία ή ίσως και μικρότερος; Ρωτάω γιατί, μεταξύ μας, θέλω να τα λέμε όλα. Να νιώθεις ότι μιλάς στον εαυτό σου, χωρίς λογοκρισία.»
Ο Κωνσταντίνος έμεινε σιωπηλός, η καρδιά του να χτυπάει σαν τρελή. Τι να πω; Έχει δίκιο, με ξέρει καλύτερα από μένα… αλλά πώς να το παραδεχτώ; «Δεν ξέρω», επανέλαβε, η φωνή του σχεδόν σβηστή, παγιδευμένη ανάμεσα στην ντροπή και την ανάγκη να απελευθερωθεί.

Η Ελισάβετ πλησίασε ακριβώς μπροστά στον Κωνσταντίνο, στέκοντας ψηλά, και τον κοίταξε προς τα κάτω με ένα βλέμμα που έκαιγε. Η σκιά της έπεφτε πάνω του, κάνοντάς τον να νιώθει μικρότερος, πιο εκτεθειμένος. Το κορμί της, λαμπερό από το λάδι, τον κυρίευε, και η φωνή της έγινε πιο βαθιά, πιο απαιτητική.
«Κωνσταντίνε, σταμάτα να κρύβεσαι», είπε αυστηρά, πλησιάζοντας το πρόσωπό της στο δικό του. «Ξέρω ότι κάτι σε τρώει, κάτι βρώμικο που δεν τολμάς να πεις. Μίλα, τώρα. Σκέφτεσαι άντρες; Σκέφτεσαι εμένα με άλλους; Είτε θα το πεις μόνος σου ή θα το βγάλω εγώ από μέσα σου!»
Ο Κωνσταντίνος κατέβασε το κεφάλι, τα χέρια του τρεμάμενα. Δεν μπορώ να το πω, θα με μισήσει… αλλά η φωνή της με σπάει. «Δεν… δεν ξέρω τι εννοείς», ψέλλισε, η φωνή του σπασμένη, αλλά τα μάτια του πρόδωσαν την αλήθεια.
Η Ελισάβετ γέλασε χαμηλά, σκύβοντας ακόμα πιο κοντά. «Μην με δουλεύεις, μικρέ. Σε βλέπω που καίγεσαι. Όταν το παίζεις, τι σκέφτεσαι; Άλλους άντρες; Εμένα να γαμιέμαι με άλλους άντρες; Πες το, μίλα!»
Η πίεση τον έπνιγε. Θέλει να το ακούσει… με τρελαίνει, αλλά δεν αντέχω άλλο. «Εγώ… ναι», ψιθύρισε αρχικά, διστακτικός, το πρόσωπό του κόκκινο από ντροπή. Σήκωσε τα μάτια του ελάχιστα, νιώθοντας το βάρος της ματιάς της. «Σε σκέφτομαι… με άλλους, όταν… όταν το παίζω.»
Η Ελισάβετ χαμογέλασε θριαμβευτικά, σαν να είχε κερδίσει μια μάχη. «Μπράβο καμάρι μου», είπε απαλά, αγγίζοντας το πηγούνι του. «Αυτό ήταν το πρώτο βήμα.»

Η Ελισάβετ στάθηκε μπροστά στον Κωνσταντίνο, με το θριαμβευτικό της χαμόγελο ακόμα ζωγραφισμένο στο πρόσωπο. «Καρδούλα μου, φέρε μου ένα άλλο μαγιό», είπε με σταθερή φωνή, δείχνοντας την τσάντα της. «Με τη συζήτησή μας το λερώσαμε αυτό εδώ.»
Ο Κωνσταντίνος, ακόμα τρεμάμενος από την ομολογία του, έψαξε στην τσάντα και ρώτησε διστακτικά, «Πού θα αλλάξεις;»
«Εδώ, ασφαλώς», απάντησε η Ελισάβετ με θράσος, ξεκινώντας να βγάζει το χρυσό μπικίνι της. Οι άντρες γύρω τους γύρισαν τα κεφάλια, χαμογελώντας πονηρά, ενώ εκείνη έβγαλε πρώτα το πάνω μέρος, αφήνοντας το στήθος της εκτεθειμένο. Με σκοπό, καθυστέρησε να φορέσει το κάτω μέρος, στέκοντας γυμνή και προκλητική κάτω από τα βλέμματα, απολαμβάνοντας την προσοχή.
Πριν βάλει το παλιό μαγιό στην τσάντα, η Ελισάβετ το κράτησε και γύρισε στον Κωνσταντίνο. «Λες να είναι λερωμένο, ε; Μύρισέ το, μην ντρέπεσαι μπροστά σ’ αυτούς που κοιτάνε. Με θράσος, του εξήγησε, «Έτσι θα στείλουμε ένα ξεκάθαρο μήνυμα: είμαι διαθέσιμη, και εσύ δεν είσαι σύντροφός μου ή ερωτικός μου συνοδός.»
Ο Κωνσταντίνος, με την καρδιά του να χτυπάει, το πήρε και το μύρισε, νιώθοντας τα βλέμματα των αντρών να τον καρφώνουν. «Σου άρεσε;» ρώτησε η Ελισάβετ, με ένα πονηρό μειδίαμα.
«Ναι», παραδέχτηκε εκείνος, η φωνή του σπασμένη αλλά ειλικρινής.
«Να σου δώσω μερικά ακόμα που έχω πίσω στο δωμάτιο;» συνέχισε εκείνη, τα μάτια της να λάμπουν με ιδέες.
«Ναι», απάντησε ο Κωνσταντίνος, χωρίς να το πολυσκεφτεί.
«Ωραία… έχω μια ωραία ιδέα…» είπε η Ελισάβετ, αφήνοντας τη φράση να κρέμεται στον αέρα.


Leave a comment