Κεφάλαιο Πρώτο – Το Σπίτι της Δάφνης
Η Άμφισσα δεν μιλούσε ποτέ φωναχτά για την οικογένεια Παλαιοκώστα. Κάτι σαν σιωπή που είχε διδαχθεί μέσα στα χρόνια, σαν προσευχή που δεν χρειάζεται λέξεις. Το σπίτι της Δάφνης στεκόταν εκεί από τότε που η πόλη λεγόταν ακόμα Σάλωνα, ψηλά, λίγο πιο έξω απ’ την πλατεία, με τις πλάκες να ξεφλουδίζουν σαν μνήμη και τις κληματαριές να πνίγουν τη θέα. Οι ξύλινες περσίδες δεν έκλειναν ποτέ εντελώς· όχι από αμέλεια, αλλά για να μπορεί να περνάει το φως και να τσακίζει πάνω σε πρόσωπα, σαν ευλογία ή σαν ανάκριση — εξαρτάται πώς το βλέπεις.
Η Δάφνη Παλαιοκώστα ήταν απ’ τις γυναίκες που δεν χρειάζονταν επιβεβαίωση για να είναι αυτό που είναι. Οι μορφωμένοι έλεγαν πως είχε σπουδάσει φιλοσοφία κάποτε στην Αθήνα. Οι περίοικοι, ακόμα κι εκείνοι που δεν ήξεραν να διαβάζουν, έλεγαν πως ήξερε περισσότερα απ’ όσα έπρεπε μια γυναίκα. Κανείς δεν σχολίαζε φωναχτά τα χρήματα, μα όλοι τα ένιωθαν — στην ησυχία με την οποία κινούνταν μέσα στην αγορά, στα ρούχα της που ήταν κομψά χωρίς λογότυπα, στο πως κάθε αντικείμενο μέσα στο σπίτι της είχε λόγο ύπαρξης. Ήταν πλούσια· όχι μόνο σε κληρονομιές και γη, αλλά σε γούστο, πρόσβαση, ισχύ. Και φρόντιζε με απόλυτη προσήλωση να μην το επιδεικνύει — γιατί ο αληθινός πλούτος δεν ανακοινώνεται.
Και το βλέμμα της — εκείνο το ανελέητα ήσυχο βλέμμα — δεν σου έλεγε τι να κάνεις. Σου υπέγραφε απλώς πως ό,τι πρόκειται να γίνει… έχει ήδη αποφασιστεί. Μεθοδική, λεπτολόγα, σχεδόν επιστημονική στη διαστροφή της — κι όμως, ποτέ χυδαία. Αν επρόκειτο να σε καταστρέψει, θα το έκανε με δαντέλα.
Ο Ορέστης δεν έμοιαζε με αγόρι των καιρών του. Είχε κάτι το παράξενα παλιό στον τρόπο που στεκόταν, σχεδόν άτονο, σαν να μη διεκδικούσε χώρο μέσα στο δωμάτιο αλλά να τον διέπνεε — όπως ο καπνός απ’ το θυμίαμα που δεν βλέπεται, μόνο μυρίζεται. Δεν είχε ύψος, ούτε φωνή βαριά· το δέρμα του διατηρούσε ακόμη εκείνη την αμυδρή παιδικότητα που κάνει τους άντρες να φαίνονται πιο εκτεθειμένοι από γυμνούς.
Κατοικούσε στη σκιά της Δάφνης, χωρίς να φαίνεται να του λείπει το φως. Είχε μάθει να κάθεται σωστά, να ακούει ολόκληρα απογεύματα χωρίς να διακόπτει, να κουβαλάει βιβλία χωρίς να ρωτάει, να γέρνει λίγο το κεφάλι όταν τον κοιτούσαν σαν να περίμενε ερώτηση — ή εντολή. Η παρουσία του δεν ενοχλούσε, ούτε προκαλούσε· ήταν απλώς… εκεί, όπως είναι το βάζο πάνω στο τραπέζι, ή το γάλα στη θηλή. Αναγκαίος με τρόπο βουβό.
Με την Ισμήνη είχαν σχέση — ή κάτι που έμοιαζε μ’ αυτό. Οι μητέρες τους, παλιές γνωστές, είχαν φροντίσει γι αυτό: με χαμόγελα, και συμφωνίες πίσω από παλιά παράθυρα. Και η Ισμήνη — καλλιεργημένη, εσωστρεφής, με νύχια πάντοτε βαμμένα σε αποχρώσεις μνήμης — φαινόταν να συμμετέχει σε αυτό το σμίξιμο σαν να ήταν μέρος κάποιου σχεδίου που προϋπήρχε της ίδιας.
Το σαλόνι μύριζε κανέλα και ρετσίνι απ’ το παλιό μπαούλο δίπλα στη βιβλιοθήκη. Η κουρτίνα κυμάτιζε ανεπαίσθητα, σαν ανάσα — και μέσα σ’ αυτή τη λεπτή, ακίνητη τελετουργία, η Δάφνη τον κάλεσε να καθίσει απέναντί της. Δεν ήταν από εκείνες τις συζητήσεις που προκύπτουν τυχαία. Είχε επιλεγεί η ώρα, το φως, το φλιτζάνι, ακόμα και το πουκάμισο του Ορέστη που του είχε ζητήσει να φορέσει, χωρίς να εξηγήσει γιατί.
«Θέλω να μιλήσουμε λίγο πιο σοβαρά από άλλες φορές,» είπε, με τη φωνή της να στάζει κατανόηση όπως στάζει το μέλι απ’ το χείλος του βάζου. «Είσαι πια δεκαοκτώ, Ορέστη. Και η ηλικία αυτή… δεν είναι αριθμός. Είναι σύνορο. Ό,τι αφήνεις πίσω, δεν σου ανήκει πια. Και ό,τι έρχεται… πρέπει να το διαλέξεις.»
Εκείνος δεν μίλησε — μόνο έγειρε ελαφρώς το κεφάλι, όπως πάντα όταν ετοιμαζόταν να δεχτεί κάτι που δεν ήξερε πώς να αντιτάξει.
«Θα ήθελα, από σήμερα, να μη με φωνάζεις πια ‘μητέρα’. Όχι γιατί δεν με τιμά… αλλά γιατί οι λέξεις κουβαλούν ρόλους, κι εμείς πια… αλλάζουμε. Θα με λες Δάφνη. Ή, αν έχουμε κόσμο, ‘Κυρία’.»
Ορέστης ανοιγόκλεισε τα χείλη, σαν να δοκίμαζε σιωπηλά το όνομά της, αλλά δεν το είπε. Η σιωπή του όμως έμοιαζε πρόθυμη.
Η Δάφνη σηκώθηκε, περπάτησε μέχρι το παράθυρο κι έστρεψε το βλέμμα έξω, προτού συνεχίσει, πιο απαλά:
«Πολλοί νομίζουν πως το πέρασμα στην ενηλικίωση σημαίνει και κάτι… τραχύ. Ότι ο άντρας πρέπει να ‘γίνει’. Σκληρός. Δυνατός. Διεκδικητικός. Μα η δύναμη, Ορέστη μου, δεν φωνάζει. Κι αν μέσα σου δε μεγαλώνει κάτι τέτοιο… μην το κυνηγήσεις. Δεν χρειάζεται να φορέσεις φωνή, αν η φύση σου ψιθυρίζει. Αν νιώθεις αλλιώς — άφησέ το. Αγκάλιασέ το. Εγώ θα είμαι εδώ. Κατι σαν…, δια βίου στήριγμα.»
Ο Ορέστης δεν ήταν μπερδεμένος. Το μυαλό του έκοβε σαν νυστέρι· κατάλαβε τι εννοούσε — και τι δεν είπε. Ένιωσε, για πρώτη φορά, το βλέμμα της πάνω του σαν κάτι άλλο, κάτι που γλίστρησε στα ρουθούνια του και κατέβηκε μέχρι τα γόνατα. Δεν ήξερε τι να απαντήσει. Όχι γιατί δεν ήθελε — αλλά γιατί όποια λέξη και να έβγαινε, θα φάνταζε φτωχή.Έμεινε ακίνητος.
Και η σιωπή του ήταν απάντηση πιο ειλικρινής από κάθε λέξη.

Η Δάφνη πλησίασε αθόρυβα — δεν περπατούσε, σχεδόν κυλούσε — και στάθηκε πίσω του. Ο Ορέστης ένιωσε την παρουσία της σαν να τον τύλιγε ένα λεπτό ύφασμα, αδιόρατο αλλά αναπόδραστο. Δεν ακούμπησε. Μίλησε πρώτα.
«Ορέστη… έχεις σκεφτεί ποτέ γιατί ήμουν τόσο προσεκτική και προφυλακτική μαζί σου; Όχι προφανώς, γιατί ήσουν ευγενικός — πολλοί είναι. Ούτε γιατί ήσουν έξυπνος — η εξυπνάδα είναι φασαριόζικη. Εσύ ήσουν… πιο ρόζ. Κι αυτό δεν σημαίνει αδυναμία. Σημαίνει… προορισμό..»
Εκείνος έμεινε σιωπηλός. Τα μάτια του καρφώθηκαν στο χαλί — λες και προσπαθούσε να βρει σε ποιο σημείο ξεκίνησε αυτή η κουβέντα.
Η Δάφνη κάθισε δίπλα του. Πολύ κοντά. Τα γόνατά τους σχεδόν άγγιζαν.
«Θέλω να σε ρωτήσω κάτι. Κι θέλω ν’ απαντήσεις χωρίς ντροπή, χωρίς προσχήματα. Το οφείλεις στον εαυτό σου.
Όταν κοιτάζεις έναν άντρα — όχι τυχαία, αλλά εκείνον… τον ‘άντρα’ — δεν αναταράζεται κάτι μέσα σου; Δεν κατεβαίνει ένα ρεύμα, σιωπηλό και αχόρταγο, που δε μοιάζει με τίποτα άλλο;»
Ο Ορέστης έσφιξε τα χείλη του, τα μάτια του έπαιζαν με τα πέταλα μιας μαραμένης μαργαρίτας στο τραπεζάκι.
«Ναι,» είπε τελικά. «Αλλά… υπάρχει κι η Ισμήνη.»
Η Δάφνη χαμογέλασε — όχι με θρίαμβο, αλλά με ανακούφιση. Σαν να ξεκλείδωσε κάτι που είχε καιρό κρυμμένο.
«Φυσικά και υπάρχει… » του απάντησε, σχεδόν ψιθυριστά. «Η έλξη δεν είναι ηθικό ζήτημα. Είναι ο τρόπος που δονείται η ψυχή μπροστά στο σώμα. Και καμιά φορά, τα δυο φύλα δεν συγκρούονται μέσα μας — κι έξω. Η Ισμήνη σε αγγίζει με τρόπο που μόνον ενα θηλυκο χέρι μπορεί. Εκείνος όμως, όποιος κι αν είναι… θα το κάνει με άλλο τρόπο.Κι αν αναρωτειέσαι… ΝΑΙ! Μπορείς να έχεις και τα δύο.»
Ο Ορέστης την κοίταξε για πρώτη φορά ευθέως. Είχε στο βλέμμα του κάτι απελπισμένο, σχεδόν θρησκευτικό.
«Δεν καταλαβαίνω πώς γίνεται να τα χωρέσω όλα αυτά στη ζωή μου. Πώς να τα κρατήσω… χωρίς να σπάσουν.»
Η Δάφνη άγγιξε τα δάχτυλά του.
«Γι αυτό το λόγο, είμαι εγώ εδώ. Αν μου δώσεις το δικαίωμα – και παράλληλα την αποστολή.»
Ο Ορέστης την κοίταξε, κι ήταν σαν το βλέμμα του να είχε γυρίσει προς τα μέσα — σαν να προσπαθούσε να βρει μέσα του ένα μέρος όπου να μπορούν ν’ ακουμπήσουν τα λόγια της χωρίς να πονέσουν. Η σιωπή του, πάλι, ήταν απάντηση.
Η Δάφνη δεν βιάστηκε.
«Δε θα σου πω τι θ ακολουθήσει. Δεν επιτρέπεται. Και βία δεν θα σου ασκήσω ποτέ. Θέλω όμως, να μου επιτρέψεις να σε συνοδεύσω. Χωρίς ερωτήσεις. Τελετουργικά. Όπως γίνεται σ’ όλες τις σοβαρές μεταβάσεις.»
Σηκώθηκε, πήγε ως το χαμηλό ντουλάπι κάτω από τη βιβλιοθήκη και το άνοιξε με κλειδί. Από μέσα, έβγαλε ένα μαύρο κουτί — λείο, χωρίς σήματα, χωρίς χερούλια. Το άφησε μπροστά του στο τραπέζι και στάθηκε όρθια, πίσω του.
Ο Ορέστης έμεινε για λίγο ακίνητος. Δεν έκανε καμία κίνηση. Ούτε είπε τίποτα. Τα δάχτυλά του παρέμεναν ανοιχτά, λες και περίμεναν κάτι να εισέλθει — ή να του αφαιρεθεί. Στο βλέμμα του φώλιαζε για πρώτη φορά κάτι επικίνδυνα όμορφο: η αρχή της αποδοχής.

Τα δάχτυλά του γλίστρησαν διστακτικά στο καπάκι του κουτιού — σαν να άγγιζε κάτι ζωντανό. Ή σαν να ήξερε πως ό,τι έκρυβε μέσα του, δεν θα μπορούσε να «ξε-ειπωθεί» ποτέ πια.
Το άνοιξε αργά.
Μέσα, επάνω σε βελούδινο μαύρο ύφασμα, σαν σε θρόνο, ήταν τοποθετημένο ένα μεταλλικό butt plug — κομψό, σχεδόν βασιλικό στη σιγή του. Γυαλισμένο, τέλεια συμμετρικό, χωρίς καμία επιγραφή. Μόνο το πίσω του μέρος μαρτυρούσε κάτι το διαφορετικό: ένα πετραδάκι, μπλε-μωβ, βαλμένο με τόση ακρίβεια, που έμοιαζε σαν μάτι θεότητας.
Η Δάφνη δεν χαμογέλασε. Το ύφος της ήταν ιερό.
«Είναι ειδική παραγγελία. Πρώτα αφαίρεσα το πίσω στέλεχος του μετάλλου. Έδωσα το κόσμημα στον παλιό μας φίλο, τον Ραφαήλ. Το έδεσε με χειρουργική ακρίβεια. Έπειτα, το βίδωσα ξανά στη θέση του. Κανείς, πέρα από εσένα κι εμένα, δεν θα ξέρει τι είναι αυτό που ‘λάμπει’ μέσα σου… όταν έρθει η ώρα.»
Δεν εξήγησε τίποτα άλλο. Δεν χρειαζόταν. Ούτε ανήγγειλε επόμενο βήμα, ούτε άφησε υποσχέσεις. Μόνο τον κοίταξε. Μια τελευταία φορά. Σαν να του έδινε το κατά μόνας της αποστολής. Και έπειτα, έφυγε.
Ο Ορέστης έμεινε μόνος, με το κουτί ανοιχτό μπροστά του. Για λίγη ώρα δεν ήξερε αν έπρεπε να κοιτάξει το αντικείμενο ή τον εαυτό του — γιατί δεν ήξερε ποιο από τα δύο άλλαζε εκείνη τη στιγμή.
Σηκώθηκε με κόπο. Πήρε το κουτί. Το κράτησε με προσοχή, σαν να κουβαλούσε κάτι εύθραυστο, και πήγε στο δωμάτιό του.Η νύχτα ήταν πυκνή.
Η σιωπή του σπιτιού, τρομακτικά ήρεμη.
Κι εκείνος, ξαπλωμένος, ένιωθε το μυαλό του να στροβιλίζεται γύρω απ’ το άγνωστο. Γιατί ήξερε πως τίποτα, απολύτως τίποτα, δεν θα ξαναγύριζε στην αθωότητά του και για καποιο λόγο μυστήριο… αυτό τον έκανε να χαμογελάσει δειλά.
Κεφάλαιο Δεύτερο – Ο Ανδρας με τη Φωτιά

Η φωτιά είχε ανάψει από νωρίς. Οι φλόγες δεν έσπαζαν τη σιωπή — τη ρύθμιζαν.
Η Δάφνη καθόταν βαθιά βυθισμένη στην πολυθρόνα με μια λεπτή ρόμπα περασμένη στους ώμους. Ο Στέφανος, όρθιος ακόμη, έβαζε κρασί σε τρία ποτήρια. Το σώμα του — ευθύ, δυνατό, με εκείνη την αβίαστη αρρενωπότητα που δεν χρειάζεται επιβεβαίωση — έριχνε μακριές σκιές στους τοίχους. Το πρόσωπό του ήταν γήινο, με ένα μόνιμο βλέμμα διεισδυτικής πραότητας.
Ο Ορέστης πέρασε έξω απ’ το σαλόνι· πήγαινε να πάρει κάτι από την κουζίνα. Είχε βγάλει τη μπλούζα του, φορούσε μόνο ένα μαύρο παντελόνι, και τα μαλλιά του ήταν ακόμα νωπά από το ντους.
Η Δάφνη τον είδε.
«Ορέστη, έλα λίγο μέσα,» είπε χωρίς πρόσταγμα, αλλά με τόνο που δεν σήκωνε άρνηση.
Εκείνος σταμάτησε. Γύρισε το κεφάλι του αργά. Σαν να υποψιαζόταν. Σαν να ήξερε.
Πέρασε μέσα. Έμεινε όρθιος. Δεν κάθισε. Ο Στέφανος του χαμογέλασε. Ένα χαμόγελο χωρίς κακία. Αλλά και χωρίς αθωότητα.
Η Δάφνη τον κοίταξε στα μάτια. Δεν άφησε χρόνο να ελπίσει πως το κάλεσμα ήταν τυπικό.
«Μιλήσαμε νωρίτερα με τον Ορέστη για την ενηλικίωσή του,» είπε. Η φωνή της είχε εκείνη τη βελούδινη αγριότητα που είχαν οι παλιές παρτιτούρες — γλυκές, αλλά γεμάτες γωνίες. «Και του είπα πως είναι καιρός να αφήσει πίσω του κάποιες λέξεις. Να σταματήσει, για παράδειγμα, να με φωνάζει ‘μητέρα’.»
Ο Ορέστης έσφιξε τα χείλη του. Στεκόταν ακόμη όρθιος, με τα χέρια στο πλάι, ακούνητος.
«Μιλήσαμε και για έλξη. Για τη φύση της. Για την ευθραυστότητα και τη δύναμή της. Για άντρες. Και για γυναίκες. Μου ομολόγησε πως… ναι, υπάρχει κάτι στους άντρες που τον αναστατώνει πιο πολύ απ’ όσο νομίζει οτι επιτρέπεται. Το ίδιο και σχετικά με την Ισμήνη, φυσικά. Δεν αρνήθηκε τίποτα.»
Ο Στέφανος δεν μίλησε. Ήπιε μια γουλιά κρασί και τον κοίταξε με μάτια που δεν είχαν ούτε χλευασμό ούτε λύπηση. Είχαν κάτι άλλο: κατανόηση, σκληρή σαν πέτρα.

Η Δάφνη έμεινε στη θέση της, τα δάχτυλά της απλώθηκαν πάνω στο πόδι του Στέφανου, εκεί που η δύναμη φοράει σάρκα.
Έπειτα, τον κοίταξε ήρεμα, χωρίς σπουδαιότητα, σαν να τον ρωτούσε κάτι καθημερινό:
«Το φόρεσες;»
Ο Ορέστης πάγωσε. Δεν χρειαζόταν να διευκρινίσουν το “τι”.
Ο Στέφανος κούνησε αρνητικά το κεφάλι, χαμηλώνοντας τα μάτια.
«Όχι. Το σκέφτηκα. Αλλά… δεν τόλμησα.»
Η Δάφνη χαμογέλασε απαλά. Ούτε αυστηρά, ούτε συμπονετικά — συνεννοημένα.
«Όπως σου είπα… θα είμαι δίπλα σου. Πάντα.»
Σηκώθηκε χωρίς θόρυβο, σαν κάποια απόφαση να είχε παρθεί πριν γεννηθεί η νύχτα.
Άπλωσε το χέρι και τον πήρε μαζί της. Ο Ορέστης ακολούθησε χωρίς να ρωτήσει.
Το μπάνιο δεν είχε ψυχρότητα. Τα πλακάκια του ήταν γκριζοκαφέ, η ζέστη από το τζάκι έφτανε ως εκεί. Τα φώτα χαμηλά, σχεδόν τελετουργικά.
Η Δάφνη τού έβγαλε τα ρούχα με προσοχή. Κάθε κουμπί, κάθε πτυχή, κάθε αναπνοή είχε βάρος.
Το δέρμα του ήταν λείο, απαλό, ευωδιαστό από νωρίτερα.
Άπλωσε λίγες σταγόνες απ’ τη λοσιόν της πάνω στο μεταλλικό κόσμημα. Ένα άρωμα σχεδόν ερωτευμένο με το δέρμα: ζεστό, ξυλώδες, με νύξεις ρητίνης και υγρής ίριδας.
«Αυτό είναι το άρωμα που κάνει τον Στέφανο πέτρα,» του είπε. Το βλέμμα της δεν είχε σκιά. «Κάθε φορά που το μυρίζει πάνω μου… ξεχνάει να είναι άνθρωπος.»
Κάτι στο στέρνο του Ορέστη σφίχτηκε — και πιο χαμηλά, κάτι ξύπνησε. Παραδόξως… δεν υπήρχε αμηχανία. Μόνο αναμονή.
Η μεταλλική κεφαλή ακούμπησε επάνω του. Κρύα. Άψυχη αλλά ζωντανή από τον συμβολισμό της.
Ο Ορέστης ένιωσε την πρώτη πίεση… και το σώμα του απάντησε μόνο του.
Η αναπνοή του άλλαξε.
Το μέταλλο, ψυχρό και βαρύ, πέρασε τη θερμοκρασία του μέσα του σαν υπόμνηση. Ο Ορέστης ένιωσε το κορμί του να τινάζεται, όχι από πόνο αλλά από ένα λεπτό ρίγο.
Η Δάφνη σηκώθηκε. Δεν άλλαξε τόνο, ούτε ύφος. Τον πήρε από το χέρι με ήρεμη δύναμη και τον οδήγησε στην κρεβατοκάμαρά της, σαν να οδηγούσε κάποιον σε σκηνή θεάτρου πριν την έναρξη. Εκεί το φως ήταν πιο χαμηλό, οι κουρτίνες βαριές, οι μυρωδιές ανακατεμένες — ξύλο, ρητίνες, λοσιόν, και κάτι υποδόριο, σαν ίχνος αγιασμού.
Στάθηκε απέναντί του, κρατώντας ένα λεπτό, μαύρο, δαντελένιο εσώρουχο. Το έφερε κοντά του χωρίς να αγγίξει ακόμη.
«Να το κάνουμε σωστά… ή να θα κάνουμε μισά πράγματα;» ρώτησε, η φωνή της σχεδόν ψιθυριστή αλλά διαυγής.
Ο Ορέστης πάγωσε. Η ανάσα του έγινε κοφτή. Δεν μπορούσε να απαντήσει.
Η Δάφνη χαμογέλασε αχνά. «Θα στο κάνω εύκολο,» είπε.
Γονάτισε μπροστά του, άνοιξε απαλά το κιλοτάκι για να περάσουν τα πόδια του. «Ή τώρα… ή ποτέ. Διάλεξε.»
Εκείνος έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια. Έπειτα έκανε το πρώτο βήμα. Έβαλε το πόδι του μέσα. Μετά το άλλο. Η Δάφνη τράβηξε το εσώρουχο προς τα πάνω, φροντίζοντας να πιέσει το ύφασμα εκεί όπου το μέταλλο ακουμπούσε το σώμα του.
Τον κοίταξε όπως κοιτάζεις ένα έργο τέχνης που μόλις αρχίζει να εμφανίζεται πάνω στον καμβά.
«Είσαι πανέμορφος έτσι,» του ψιθύρισε. Κι ήταν αλήθεια, χωρίς ειρωνεία.
Τον κάθισε στο μπουντουάρ της. Ο καθρέφτης έλαμπε μέσα στην ημίφωτη κάμαρα. Άπλωσε με το πινέλο ελαφρύ ρουζ στα μάγουλά του, πέρασε σκιά στα βλέφαρα — όχι υπερβολικά, μόνο τόσο όσο χρειάζεται.
Στην πόρτα, ο Στέφανος είχε ζυγώσει. Στεκόταν σιωπηλός, ακουμπώντας στον κάσωμα, και παρακολουθούσε. Δεν υπήρχε χλεύη, ούτε απορία. Υπήρχε εκείνο το βαθύ, αρρενωπό βλέμμα ενός άνδρα που βλέπει μια μεταμόρφωση σαν τελετή που τον αφορά.
Η σιωπή στο δωμάτιο έγινε πιο παχιά όταν ο Στέφανος έκανε δυο βήματα μέσα. Η παρουσία του, γεμάτη, αρχέγονη, σχεδόν ζωώδης, έμοιαζε με σκιά που δεν ακολουθεί το φως αλλά το καταπίνει.
«Θα μας βοηθήσεις;»
Ο Στέφανος έγνεψε. «Βεβαίως.»
Η Δάφνη χαμογέλασε αδιόρατα.
«Τέλεια. Τότε… βγάλε το θηρίο λίγο έξω, σε παρακαλώ.»
Δεν υπήρχε χυδαιότητα στον τόνο της — μόνο ιερότητα. Σαν να ζύγιζε τα λόγια της σε χρυσό.
Ο Στέφανος ξεκούμπωσε το παντελόνι του χωρίς επίδειξη. Το έκανε σαν να έβγαζε ό,τι δεν χωρούσε πλέον στη σιωπή. Και τότε… αποκαλύφθηκε. Σώμα βαρύ, στέρεο, αχαρτογράφητο για τον Ορέστη, που ένιωσε το βλέμμα του να παγώνει — όχι από ντροπή, αλλά από ένα μείγμα δέους και μειονεξίας.
Η Δάφνη τον πλησίασε και τον οδήγησε — ήπια — να σταθεί δίπλα.
Χάιδεψε απαλά το δαντελένιο ύφασμα και το τράβηξε στο πλάι, έτσι που να πιέσει το κόσμημα εντός του και να αφήσει εκτεθειμένο αυτό που έπρεπε να συγκριθεί.
Ο Στέφανος δεν μίλησε. Μόνο περίμενε.
Η Δάφνη έσκυψε στο αυτί του Ορέστη.
«Είναι δυνατόν… ? Πιστεύεις, ποτέ να φτάσεις εκεί;»
Εκείνος κούνησε το κεφάλι αργά.
«Όχι…»
«Ωστόσο, δεν σημαίνει πως είσαι λιγότερος. Έτσι δεν είναι… ?.»
Εκείνος εγνεψε καταφατικά.
Έβαλε το χέρι της απαλά στο σώμα του Ορέστη. Το μικρό του μέλος χωρούσε στην παλάμη της — σαν μικρό πουλάκι, που έτρεμε ακόμα και νεκρό.
«Δεν είναι αξιαγάπητο;» ρώτησε προς τον Στέφανο, με τρόπο ιεροτελεστικό.
Εκείνος, χωρίς να διστάσει, είπε:
«Είναι. Πραγματικά. Πολύ όμορφο.»
Η Δάφνη γύρισε το βλέμμα της στον Ορέστη και μετά στο καυλί του Στέφανου.
«Θες να το νιώσεις λίγο;»
Ο Ορέστης, χωρίς λέξη, έγνεψε. Πλησίασε. Έσκυψε. Το βλέμμα του, αυτή τη φορά, δεν φοβόταν — μόνο περίμενε.
Πήρε την πρώτη ανάσα κοντά στον Στέφανο και ένιωσε κάτι ν’ αλλάζει στον αέρα. Η Δάφνη, από την άλλη πλευρά, έσκυψε κι εκείνη. Στάθηκε κοντά, σαν καθοδηγήτρια στο κατώφλι μιας άγνωστης γλώσσας.
«Μπορείς να μυρίσεις… τον ιδρώτα;» ρώτησε απαλά.
«Ναι,» απάντησε εκείνος.
«Θέλεις να δεις… και τι γεύση έχει;»
Ο Ορέστης δεν μίλησε. Δεν χρειάστηκε. Η κατάφαση ήταν στο βλέμμα, στον σφιγμένο λαιμό, στα γόνατα που λύγισαν ανεπαίσθητα.
Η Δάφνη σήκωσε το βλέμμα της στον Στέφανο. Το χέρι της κινήθηκε αργά, τελετουργικά. Σαν να αποκάλυπτε εικόνισμα. Τον καθοδήγησε, χωρίς πίεση.
Ο Ορέστης πλησίασε. Δεν υπήρχε τρόμος πια. Μόνον μέθη απο το άρωμα.
Ο Ορέστης πλησίασε. Δεν υπήρχε τρόμος πια. Μόνο μέθη απ’ το άρωμα — από το δέρμα, από το απαγορευμένο.
«Μαζί με μένα…» του ψιθύρισε. Και κατέβηκε πρώτη.
Τα χείλη της χάραξαν τροχιά ανάμεσα στη σάρκα και το ένστικτο — στο σημείο όπου η γεύση γίνεται υπόσχεση και τιμωρία μαζί.
Εκείνος την ακολούθησε υπάκουα, με προσπάθεια, με ένταση.
«Πιο πολύ… πιο βαθιά…» τον διόρθωσε. Η φωνή της δεν ζητούσε. Οδηγούσε.
Ο Ορέστης έσκυψε. Τόσο που χάθηκε — ανάμεσα σε μυρωδιές, παλμό, θερμότητα.
Δεν έβλεπε πια. Δεν σκεφτόταν.
Έγλειφε.
«Μαζί μου, …» ψιθύρισε η Δάφνη, η φωνή της βραχνή, γεμάτη πρόκληση, καθώς τον καθοδηγούσε με το βλέμμα και το άγγιγμά της. Τα δάχτυλά της χάιδεψαν απαλά το πρόσωπο του Ορέστη, οδηγώντας τον. «Ακολούθησε με…»
Η γλώσσα της γλίστρησε ανάμεσα στους όρχεις του Στέφανου και το μηρό του, εκεί που η μυρωδιά ήταν πιο βαριά, σχεδόν μεταλλική, μια πρωτόγονη ουσία που την έκανε να ανατριχιάσει. «Πιο πολύ… πιο βαθιά…» διόρθωσε τον Ορέστη, η φωνή της χαμηλή, αλλά γεμάτη ένταση. «Να πάρεις όλη τη γεύση.»
Ο Ορέστης υπάκουσε, το σώμα του παραδομένο στην καθοδήγηση της Δάφνης. Έσκυψε κοντά στον Στέφανο, τα χείλη του εξερευνούσαν το περίνεο, προσπαθώντας να φτάσει όσο πιο βαθιά μπορούσε, απορροφώντας κάθε απόχρωση της γεύσης του. Οι όρχεις του Στέφανου ακουμπούσαν πλέον στο μέτωπο του Ορέστη, καλύπτοντας τα μάτια του σαν πέπλο, βυθίζοντάς τον ακόμα πιο βαθιά στην ένταση της στιγμής.
Τα δάχτυλα της Δάφνης πέρασαν μέσα από τα μαλλιά του Ορέστη, καθοδηγώντας τον με απαλότητα αλλά και αποφασιστικότητα. «Ακριβώς έτσι…» μουρμούρισε, η φωνή της τώρα πιο μαλακή, αλλά γεμάτη ένταση. Τα χέρια της γλίστρησαν προς τον Στέφανο, χαϊδεύοντας το δέρμα του, ενώ ο Ορέστης συνέχιζε, ακολουθώντας κάθε της οδηγία.
Η Δάφνη, με τα δάχτυλά της ακόμα πλεγμένα στα μαλλιά του Ορέστη, οδήγησε το κεφάλι του με αργή, τελετουργική ακρίβεια προς το πουτσοκέφαλο του Στέφανου. Η γλώσσα του, υγρή και διστακτική στην αρχή, άγγιξε την άκρη, γλύφοντας τα προσπερματικά υγρά που γυάλιζαν σαν πρωινή δροσιά. Η γεύση, αλμυρή και βαριά, απλώθηκε στον ουρανίσκο του, σαν υπόσχεση για κάτι βαθύτερο, πιο απαγορευμένο.
«Σ’ αρέσουν αυτές οι γεύσεις, καρδούλα μου;» ρώτησε η Δάφνη, η φωνή της χαμηλή, γεμάτη από έναν σκοτεινό, μητρικό τόνο που δεν άφηνε περιθώριο για αντίρρηση.
Ο Ορέστης έγνεψε, τα μάτια του μισόκλειστα, βυθισμένα στην ένταση της στιγμής. Το σώμα του έτρεμε ελαφρά, αλλά όχι από φόβο — ήταν η παράδοση, η στιγμή που το μυαλό του σταματούσε να αντιστέκεται.
«Ωραία…» ψιθύρισε η Δάφνη, τα χείλη της κοντά στο αυτί του, η ανάσα της ζεστή σαν φωτιά που δεν καίει αλλά λιώνει. «Πάμε να το πάρουμε τώρα όλο μέσα. Πάρε μια μεγάλη ανάσα…»
Ο Ορέστης υπάκουσε, τα ρουθούνια του φούσκωσαν καθώς γέμιζε τα πνευμόνια του, σαν να ετοιμαζόταν να βουτήξει σε έναν ωκεανό χωρίς πάτο. Άνοιξε το στόμα του, τα χείλη του τεντωμένα, έτοιμα να δεχτούν. Ο Στέφανος, με μια κίνηση αργή αλλά αποφασιστική, κατέβασε τη σκληρή του πούτσα μέσα στο λαρύγγι του Ορέστη. Το κεφάλι του γέμισε από το βάρος, τη θερμότητα, την αίσθηση του παλμού που χτυπούσε σαν δεύτερη καρδιά. Απόκοσμοι ήχοι πνιγμού ξέφυγαν από το λαιμό του, υγροί, ακατέργαστοι, σαν κραυγές που δεν είχαν λέξεις.
«Σσσ… μπορείς, μείνε εκεί… κρατήσου…» σιγοψιθύρισε η Δάφνη, η φωνή της ένας ήχος που τον τύλιγε σαν δίχτυ, κρατώντας τον αιχμάλωτο αλλά ασφαλή. Τα δάχτυλά της χάιδεψαν το πίσω μέρος του λαιμού του, σαν να τον καθοδηγούσαν να χαλαρώσει, να παραδοθεί. «Ένας άντρας πρέπει να ξεκαυλώνει. Αυτή είναι η δουλειά μιας γυναίκας. Κρατήσου και κατάπινε λοιπόν…»
Ο Ορέστης, με το στόμα γεμάτο, τα μάτια του υγρά από την ένταση, έμεινε εκεί, ακίνητος, αφήνοντας το σώμα του να μάθει τη νέα του γλώσσα — τη γλώσσα της υποταγής, της απόλαυσης, της παράδοσης. Η Δάφνη, δίπλα του, παρακολουθούσε με μάτια που έλαμπαν σαν φλόγες, γεμάτα ικανοποίηση, σαν να έβλεπε ένα έργο τέχνης να ολοκληρώνεται.
Η Δάφνη, με κινήσεις ακριβείς σαν χειρουργός, έπιασε το πουλάκι του Ορέστη, μικρό και σκληρό από την ένταση, και το έστρεψε προς τα κάτω, αντίθετα με τη φυσική του φόρα. Τα δάχτυλά της, δροσερά και σταθερά, το κράτησαν εκεί, πιέζοντάς το με μια ήπια αλλά ανελέητη δύναμη. Παράλληλα, με το άλλο της χέρι, πίεζε ρυθμικά το μεταλλικό butt plug, κάθε κίνηση ένας παλμός που έστελνε κύματα ηδονής και ταπείνωσης στο κορμί του Ορέστη.
«Δεν θα γίνεις ποτέ γυναίκα,» είπε, η φωνή της χαμηλή, σχεδόν ψιθυριστή, αλλά γεμάτη από μια αρχέγονη εξουσία. «Αλλά μπορείς σίγουρα να καλύψεις ένα σοβαρό μέρος των υποχρεώσεών της. Γι’ αυτό γυρνάμε το πουλάκι σου ανάποδα. Να μάθει κι αυτό τη νέα του θέση, καρδούλα μου. Να μάθει να υπακούει… όπως κι εσύ.»
Ο Ορέστης ένιωσε το σώμα του να παραδίδεται, το μυαλό του να βυθίζεται σε έναν στρόβιλο από αισθήσεις. Δεν υπήρχε χώρος για αντίσταση πια — μόνο για αποδοχή. Η Δάφνη, με επιμέλεια που θύμιζε ιεροτελεστία, τον τράβηξε απαλά από τη σκληρή πούτσα του Στέφανου, αφήνοντας έναν υγρό ήχο να ηχήσει στον αέρα καθώς το στόμα του Ορέστη απελευθερώθηκε. «Έλα τώρα, γλυκέ μου,» του είπε, η φωνή της σαν μέλι που κρύβει αγκάθια. «Στάσου σωστά για μένα.»
Τον οδήγησε στο κρεβάτι, τα χέρια της σταθερά αλλά τρυφερά, και τον έβαλε να στηθεί στα τέσσερα, το κορμί του εκτεθειμένο, ευάλωτο, σαν προσφορά σε αρχαίο βωμό. Με προσοχή, σαν να διόρθωνε τη στάση ενός αγάλματος, του στοίχισε τη μέση, καμπυλώνοντας την ελαφρά για να αναδείξει την καμπύλη του κώλου του. Έπειτα, με μια κίνηση αργή και μελετημένη, τράβηξε το butt plug από μέσα του. Ο Ορέστης αναστέναξε, ένας ήχος που ήταν μισός πόνος και μισός ανακούφιση, καθώς το μέταλλο γλίστρησε έξω, αφήνοντας πίσω του μια αίσθηση κενού που τον έκανε να τρέμει.
«Πω πω… κοίτα τι όμορφο έγινε,» ψιθύρισε η Δάφνη, τα δάχτυλά της χαϊδεύοντας απαλά το δέρμα γύρω από την τρύπα του, σαν να επαινούσε ένα έργο τέχνης. «Είσαι έτοιμος, έτσι δεν είναι;»
Πριν προλάβει να απαντήσει, ο Στέφανος πλησίασε, το παρουσιαστικό του βαρύ, γεμάτο από μια αρρενωπή ένταση που έκανε τον αέρα να δονείται. Χωρίς να πει λέξη, γονάτισε πίσω από τον Ορέστη, τα δυνατά του χέρια ακουμπώντας στους γοφούς του, κρατώντας τον σταθερά στη θέση του. Η γλώσσα του, μεγάλη και αχόρταγη, βυθίστηκε μέσα του με μανία, σαν να ήταν πούτσα που διεκδικούσε χώρο. Ο Ορέστης βογγούσε, οι ήχοι του γεμάτοι καύλα, ανεξέλεγκτοι, καθώς η γλώσσα του Στέφανου εξερευνούσε κάθε εκατοστό, γλείφοντας βαθιά, με μια πείνα που έμοιαζε να μην έχει τέλος.
«Σου αρέσει, έτσι δεν είναι, γλυκιά μου;» ρώτησε η Δάφνη, καθισμένη τώρα δίπλα του, το χέρι της χαϊδεύοντας το πρόσωπό του, ενώ τα μάτια της παρακολουθούσαν κάθε του αντίδραση. «Νιώθεις πώς σε γεμίζει ο Στέφανος; Πώς σε κάνει δικό του;»
«Ναι…» κατάφερε να ψελλίσει ο Ορέστης, η φωνή του σπασμένη, πνιγμένη από την ηδονή. Το κορμί του έτρεμε, οι μύες του σφίγγονταν και χαλάρωναν με κάθε κίνηση της γλώσσας του Στέφανου.
Το «γλυκιά μου» που ξέφυγε από τα χείλη της Δάφνης έπεσε σαν αστραπή στο μυαλό του Ορέστη, διαλύοντας κάθε υπόλοιπο τείχος αντίστασης. Ήταν μια φράση που τον τύλιξε, τον αιχμαλώτισε, τον έκανε να νιώσει ταυτόχρονα εκτεθειμένος και ολότελα δικός της. Το κορμί του, ακόμα στα τέσσερα, έτρεμε από την ένταση της στιγμής, ενώ η γλώσσα του Στέφανου συνέχιζε να τον εξερευνά με μανία, αφήνοντάς τον να βογκάει ανεξέλεγκτα, χαμένο στη δίνη της ηδονής.
Η Δάφνη, καθισμένη δίπλα του, έσκυψε κοντά στο πρόσωπό του, τα μάτια της γεμάτα από μια μητριαρχική εξουσία που δεν σήκωνε αντίρρηση. Τα δάχτυλά της χάιδεψαν απαλά το μάγουλό του, σαν να παρηγορούσε ένα παιδί που μόλις είχε μάθει μια σκληρή αλλά απαραίτητη αλήθεια. «Γλυκιά μου,» επανέλαβε, η φωνή της βελούδινη αλλά αμείλικτη, «τώρα που βρήκες τη θέση σου, ας το κάνουμε πιο… μόνιμο, τι λες;»
Ο Ορέστης, με το μυαλό του να στροβιλίζεται από την καύλα και την υποταγή, δεν μπορούσε παρά να την κοιτάξει, τα μάτια του υγρά, γεμάτα παράδοση. «Ναι…» ψιθύρισε, η φωνή του σπασμένη, σχεδόν ικετευτική.
Η Δάφνη χαμογέλασε, ένα χαμόγελο που έκρυβε δύναμη και έλεγχο. «Ωραία. Από δω και πέρα, θα πηγαίνουμε μαζί για ψώνια, καρδούλα μου. Σε γυναικεία καταστήματα. Θα διαλέγουμε μαζί δαντελένια εσώρουχα, κορμάκια, καλτσάκια… Ό,τι ταιριάζει στη νέα σου θέση. Σου αρέσει η ιδέα, έτσι δεν είναι;»
«Ναι…» απάντησε ο Ορέστης, η φωνή του τρεμάμενη, αλλά γεμάτη ειλικρίνεια. Το κεφάλι του γύριζε στη σκέψη, αλλά η παρουσία της Δάφνης, η φωνή της, τον κρατούσε αγκυροβολημένο στην απόφασή της.
«Και από τώρα, γλυκιά μου, θα κατουράς πάντα καθιστός,» συνέχισε, ο τόνος της σταθερός, σαν να υπαγόρευε έναν απαράβατο κανόνα. «Δεν χρειάζεται να στέκεσαι όρθιος σαν άντρας πια. Η θέση σου είναι αλλού. Καταλαβαίνεις;»
«Ναι…» είπε πάλι, το βλέμμα του καρφωμένο στο πάτωμα, σαν να προσπαθούσε να συμφιλιωθεί με τη νέα του πραγματικότητα.
Η Δάφνη έγειρε πιο κοντά, η ανάσα της ζεστή στο αυτί του. «Και τα μπάνια σου, από δω και πέρα, θα τα κάνεις με τα δικά μου αρώματα. Θα μυρίζεις σαν εμένα, καρδούλα μου. Ρητίνη, ίριδα, ζεστό ξύλο… Θα σε τυλίγουν, θα σε καθορίζουν. Θα είσαι δικός μου, σε κάθε αναπνοή. Εντάξει;»
«Ναι…» ψιθύρισε ο Ορέστης, το σώμα του παραδομένο, το μυαλό του χαμένο στη μέθη της φωνής της.
Η Δάφνη σταμάτησε για μια στιγμή, αφήνοντας τη σιωπή να γεμίσει το δωμάτιο, μόνο διακοπτόμενη από τους υγρούς ήχους της γλώσσας του Στέφανου, που συνέχιζε να γλείφει τον Ορέστη με μια πείνα που έμοιαζε να μην έχει τέλος. Έπειτα, το βλέμμα της έγινε πιο έντονο, πιο βαθύ, σαν να έφτανε στο αποκορύφωμα της ιεροτελεστίας της.
«Και τώρα, γλυκιά μου, το πιο σημαντικό,» είπε, η φωνή της γεμάτη από μια ήρεμη αλλά αδιαπραγμάτευτη εξουσία. «Θα κάθεσαι στον Στέφανο όποτε εκείνος έχει όρεξη. Θα είσαι εκεί, έτοιμος, ανοιχτός, να τον δεχτείς. Να τον ευχαριστήσεις. Είναι αυτό που περιμένω από σένα. Μπορείς να το κάνεις αυτό για μένα;»
Ο Ορέστης, με το κορμί του να σπαράζει από την καύλα, σήκωσε το βλέμμα του προς το δικό της. «Ναι…» είπε, η φωνή του καθαρή πια, γεμάτη αποφασιστικότητα, σαν να είχε αποδεχτεί πλήρως τη νέα του μοίρα.
Ο Στέφανος, ακούγοντας την απάντηση, έβγαλε έναν βαθύ, ζωώδη ήχο, σαν γρύλισμα που δονούσε το δωμάτιο. Χωρίς να πει λέξη, σηκώθηκε από τη θέση του και πήρε θέση πίσω από τον Ορέστη, τα χέρια του σταθερά στους γοφούς του, κρατώντας τον στη θέση του. Η παρουσία του ήταν συντριπτική, σαν βουνό που έριχνε τη σκιά του πάνω στον Ορέστη. Η πούτσα του, σκληρή και παλλόμενη, ακούμπησε ελαφρά την είσοδο του Ορέστη, σαν υπόσχεση για ό,τι θα ακολουθούσε.
Το δωμάτιο ήταν βυθισμένο σε μια βαριά, τελετουργική σιωπή, διακοπτόμενη μόνο από τις ανάσες του Ορέστη, κοφτές και γεμάτες προσμονή. Ο Στέφανος, όρθιος πίσω του, με το σώμα του να εκπέμπει μια αρχέγονη δύναμη, έσκυψε προς τη Δάφνη, τα μάτια του γεμάτα ένταση. «Δάφνη,» είπε, η φωνή του χαμηλή, σχεδόν ικετευτική, αλλά με έναν τόνο που πρόδιδε την επιθυμία του, «άσε με να μπω χωρίς προφυλακτικό. Θέλω να τον νιώσω… ολόκληρο. Όπως πρέπει.»
Η Δάφνη, καθισμένη στο πλάι του κρεβατιού, με το βλέμμα της να κινείται από τον Στέφανο στον Ορέστη, δίστασε για μια στιγμή. Τα δάχτυλά της έσφιξαν ελαφρά το δαντελένιο ύφασμα που ακόμα αγκάλιαζε το κορμί του Ορέστη. «Είσαι σίγουρος;» ρώτησε, ο τόνος της μητριαρχικός, αλλά με μια νότα ανησυχίας. «Είναι… έτοιμος για κάτι τέτοιο;»
«Είναι,» απάντησε ο Στέφανος, το βλέμμα του καρφωμένο στον Ορέστη, που παρέμενε στα τέσσερα, το κορμί του τρεμάμενο, ανοιχτό, ευάλωτο. «Κοίτα τον. Είναι δικός μας. Θα το αντέξει.»
Η Δάφνη έγνεψε, τα χείλη της σφιγμένα σε μια λεπτή γραμμή, πριν γυρίσει στον Ορέστη. «Γλυκιά μου,» ψιθύρισε, το χέρι της χαϊδεύοντας απαλά τη μέση του, «θα πονέσει λίγο, αλλά είμαι εδώ. Θα το περάσουμε μαζί. Εντάξει;»
Ο Ορέστης, με τα μάτια μισόκλειστα, έγνεψε, η φωνή του μόλις που ακούστηκε. «Ναι…»
Ο Στέφανος, με κινήσεις αργές και προσεκτικές, έφερε την πούτσα του, σκληρή και παλλόμενη, στην είσοδο του Ορέστη. Η κεφαλή, γυαλιστερή από τα υγρά, ακούμπησε το δέρμα του, και ο Ορέστης αναστέναξε, ένα μείγμα φόβου και καύλας. Ο Στέφανος πίεσε απαλά, μπαίνοντας σιγά-σιγά, με μια προσοχή που έμοιαζε σχεδόν ιερή. Το κορμί του Ορέστη τεντώθηκε, οι μύες του σφίχτηκαν, και ένας χαμηλός, πνιχτός ήχος πόνου ξέφυγε από τα χείλη του.
«Σσσ, καρδούλα μου,» ψιθύρισε η Δάφνη, γονατίζοντας δίπλα του, το χέρι της στο πρόσωπό του, χαϊδεύοντας το μάγουλό του. «Αναπνέεις. Αργά. Άφησε το σώμα σου να τον δεχτεί. Είσαι φτιαγμένος γι’ αυτό.» Η φωνή της ήταν ήρεμη, αλλά γεμάτη εξουσία, σαν να οδηγούσε τον Ορέστη μέσα από έναν λαβύρινθο που μόνο εκείνη ήξερε.
Ο Στέφανος, με τα χέρια του σταθερά στους γοφούς του Ορέστη, συνέχισε να πιέζει, πιο βαθιά τώρα, το κορμί του να κινείται με ρυθμό που ήταν ταυτόχρονα απαλός και αμείλικτος. Ξαφνικά, με μια αποφασιστική κίνηση, καρφώθηκε ολόκληρος μέσα του, η πούτσα του να γεμίζει τον Ορέστη μέχρι το βάθος. Ο Ορέστης φώναξε, ένας ήχος που ήταν μισός πόνος, μισός έκσταση, καθώς το σώμα του προσπαθούσε να προσαρμοστεί στην εισβολή. Τα αρχίδια του Στέφανου, βαριά και γεμάτα, σφυροκοπούσαν τα μικρά, ευαίσθητα αρχιδάκια του Ορέστη με κάθε ώθηση, ένα ρυθμικό χτύπημα που έκανε το κορμί του να τρέμει.
«Πονάει, το ξέρω, γλυκιά μου,» είπε η Δάφνη, η φωνή της τώρα πιο έντονη, πιο επιβλητική. «Αλλά ο πόνος είναι δάσκαλος. Άφησέ τον να σε μάθει. Βυθίσου σ’ αυτόν. Νιώσε πώς σε ανοίγει, πώς σε κάνει ολόκληρο.» Τα δάχτυλά της γλίστρησαν κάτω από το κορμί του Ορέστη, πιέζοντας το μικρό του πουλάκι, κρατώντας το ακόμα στραμμένο προς τα κάτω, σαν να του υπενθύμιζε τη θέση του. «Αγκάλιασε τον πόνο, καρδούλα μου. Κάνε τον δικό σου.»
Ο Ορέστης, με τα μάτια του γεμάτα δάκρυα αλλά και μια παράξενη λάμψη, άρχισε να χαλαρώνει, να παραδίνεται. Οι βογγητά του, που στην αρχή ήταν γεμάτα ένταση, άρχισαν να μαλακώνουν, να γίνονται πιο βαθιά, πιο γεμάτα ηδονή. Η Δάφνη, βλέποντας την αλλαγή, χαμογέλασε, τα μάτια της γεμάτα ικανοποίηση. «Ακριβώς έτσι, γλυκιά μου. Νιώθεις;»
Ο Στέφανος, με τον ιδρώτα να γυαλίζει στο μέτωπό του, επιτάχυνε τον ρυθμό του, οργώνοντας τον Ορέστη με μια δύναμη που έμοιαζε να διαλύει κάθε όριο. «Δάφνη,» είπε, η φωνή του βραχνή, γεμάτη ανάγκη, «άσε με να χύσω μέσα του. Θέλω να τον γεμίσω. Να τον κάνω δικό μου.»
Ο Στέφανος, με τη φωνή του βραχνή, γεμάτη πόθο, γύρισε προς τη Δάφνη, τα μάτια του να γυαλίζουν από ένταση. «Δάφνη,» είπε, οι λέξεις του βαριές, σαν να έβγαιναν από τα βάθη του, «θέλω να γκαστρώσω την κόρη σου.» Έριξε ένα βλέμμα στον Ορέστη, αφήνοντας τις λέξεις του να κρεμαστούν στον αέρα, παίρνοντας έμπνευση από τα προηγούμενα λόγια της Δάφνης για τη «νέα θέση» του Ορέστη. «Θέλω να τη γεμίσω, να την κάνω δική μου, όπως μου είπες.»
Οι λέξεις αυτές έπεσαν σαν κεραυνός. Ο Ορέστης ένιωσε το κορμί του να φλέγεται, η καύλα του να εκτοξεύεται σε επίπεδα που δεν είχε φανταστεί ποτέ. Το μυαλό του στροβιλίστηκε, η ιδέα του να «γκαστρωθεί», να γίνει ολότελα δικός του Στέφανου, τον έκανε να βογκήξει δυνατά, τα μάτια του να κλείνουν από την ένταση. Η Δάφνη, ακούγοντας τα λόγια του Στέφανου, ένιωσε μια φωτιά να ανάβει μέσα της. Το βλέμμα της έγινε πιο σκοτεινό, πιο πεινασμένο, καθώς έσκυψε κοντά στον Ορέστη, το χέρι της ακόμα να χαϊδεύει το πρόσωπό του.
«Γλυκιά μου,» ψιθύρισε, η φωνή της γεμάτη μητριαρχική εξουσία, αλλά με μια νότα καύλας που δεν έκρυβε, «άκουσες τι είπε ο Στέφανος; Θέλει να σε γεμίσει, να σε κάνει δική του. Μπορείς να το αντέξεις αυτό; Μπορείς να συγχρονίσεις το δικό σου χύσιμο με το δικό του; Να χύσει μέσα σου, κι εσύ να χύσεις από μπροστά, σαν να είστε συγκοινωνούντα δοχεία;»
Ο Ορέστης, με την ανάσα του κοφτή, το κορμί του να τρέμει από την ένταση της διείσδυσης, έγνεψε, τα μάτια του γεμάτα αποφασιστικότητα. «Θα… προσπαθήσω,» είπε, η φωνή του σπασμένη, αλλά γεμάτη θέληση.
Η Δάφνη χαμογέλασε, το βλέμμα της γεμάτο ικανοποίηση. «Ωραία, καρδούλα μου. Εγώ θα σε βοηθήσω.» Τα δάχτυλά της γλίστρησαν κάτω από το κορμί του, βρίσκοντας το μικρό του πουλάκι, ακόμα στραμμένο προς τα κάτω, όπως το είχε τοποθετήσει νωρίτερα. Άρχισε να το παίζει αργά, με ρυθμό που ταίριαζε με τις κινήσεις του Στέφανου, κάθε της άγγιγμα προσεκτικό αλλά γεμάτο πρόθεση. «Νιώσε τον, γλυκιά μου,» ψιθύρισε. «Νιώσε πώς σε γεμίζει. Άφησε το κορμί σου να παραδοθεί. Θα χύσεις μαζί του, για μένα.»
Ο Στέφανος, νιώθοντας το κορμί του να πλησιάζει στο αποκορύφωμα, επιτάχυνε, οι ώσεις του πιο βαθιές, πιο δυνατές. «Δάφνη,» γρύλισε, η φωνή του γεμάτη ανάγκη, «άσε με να χύσω μέσα του. Θέλω να τον γεμίσω. Να τον σημαδέψω.»
Η Δάφνη, με το χέρι της να συνεχίζει να παίζει το πουλάκι του Ορέστη, δίστασε για μια στιγμή, το βλέμμα της να ζυγιάζει την ένταση της στιγμής. «Είσαι σίγουρος, Στέφανε;» ρώτησε, ο τόνος της αυστηρός αλλά γεμάτος καύλα. «Θα γίνει δικός σου για πάντα έτσι.»
«Αυτό θέλω,» απάντησε ο Στέφανος, τα μάτια του καρφωμένα στον Ορέστη, που βογγούσε κάτω από το βάρος του. «Θέλω να είναι δικός μας.»
Η Δάφνη έγνεψε, τα μάτια της να γυαλίζουν από ικανοποίηση. «Εντάξει,» είπε, η φωνή της σταθερή. «Γέμισέ τον. Κάνε τον δικό μας.»
Με ένα βαθύ, ζωώδες γρύλισμα, ο Στέφανος έσπρωξε μια τελευταία φορά, το κορμί του να σπαράζει καθώς έχυνε μέσα στον Ορέστη, γεμίζοντάς τον με ζεστά, παλλόμενα κύματα. Ο Ορέστης φώναξε, ο πόνος και η ηδονή να γίνονται ένα, καθώς το κορμί του ένιωθε την πληρότητα, τη σφραγίδα της παράδοσής του.
«Τώρα, γλυκιά μου!» φώναξε η Δάφνη, η φωνή της γεμάτη ένταση, καθώς τα δάχτυλά της έπαιζαν το πουλάκι του Ορέστη πιο γρήγορα, πιο αποφασιστικά. «Χύσε ! Τώρα! Μπορείς!»
Ο Ορέστης, με το κορμί του να τρέμει, το μυαλό του χαμένο στη μέθη της στιγμής, υπάκουσε. Με ένα δυνατό βογγητό, έχυσε, το μικρό του πουλάκι να σπαράζει στην παλάμη της Δάφνης, τα υγρά του να πιτσιλίζουν το κρεβάτι από μπροστά, συγχρονισμένα με το χύσιμο του Στέφανου μέσα του. Ήταν σαν να είχαν γίνει ένα, τα κορμιά τους συνδεδεμένα σε μια στιγμή απόλυτης ένωσης.
Η Δάφνη, βλέποντας την επιτυχία της, χαμογέλασε, το βλέμμα της γεμάτο περηφάνια. «Μπράβο, καρδούλα μου,» ψιθύρισε, χαϊδεύοντας το πρόσωπό του, ενώ ο Στέφανος παρέμενε ακόμα μέσα του, η ανάσα του βαριά. «Είσαι τέλειος. Τώρα είσαι δικός μας, ολότελα.»









Leave a comment