
«Δεν ήρθα για περιέργεια. Ήρθα γιατί δεν άντεχα άλλο τη σιωπή της φαντασίωσης. Ήθελα να ξέρω αν υπήρχε… τούτη η μηχανή που καταπίνει το σώμα και να ξεβράζει ενοχές.»
«Πρώτα ήταν μια φήμη. Ένα όνομα σε ένα forum που έκλεισε απότομα. Μετά, κάτι screenshots. Τρελά πράγματα. Κορίτσια χωρίς ταυτότητα — μ’ ένα μόνο βλέμμα: αποδοχής. »
«Το εργοστάσιο ήταν το τελευταίο στοιχείο. Ένα παλιό post, θαμμένο σε subreddit που σήμερα δεν υπάρχει. Συντεταγμένες, χωρίς επεξήγηση. Αν έβρισκες την πόρτα… θα σε έβρισκαν κι αυτοί. Αυτό έλεγε.»
«Δεν τους φοβάμαι. Φοβάμαι πόσο βαθιά θέλω να με βρουν.»
«Είναι η πρώτη φορά που φοράω αυτό το φόρεμα. Στενό, βαρύ, πειθαρχημένο. Διαλεγμένο Οχι απο την μόδα. Το φόρεσα για να λέω ‘ναι’, προτού καν ανοίξω το στόμα μου.»
«Ίσως δεν είναι ένα εργοστάσιο. Ίσως είναι ναός. Ή σφαγείο. Δεν έχει σημασία πια. Το σώμα μου δεν ζητά να διαλέξει. Ζητά να παραδοθεί.»
«Στην πόρτα του μυαλού μου, κάποιος πληκτρολόγησε ένα παράξενο login: “εκπαίδευση = διαγραφή + καταγραφή”.»
«Κι εγώ ήρθα για να διαγραφώ σωστά. Με μέθοδο.»

«Η πόρτα ήταν κρυμμένη πίσω από ένα ράφι, στο βάθος του εργοστασίου. Άνοιξε σαν να με αναγνώρισε. Με πρόθεση.»
«Το άγγιγμα της λαβής ήταν υγρό. Ή μήπως ήταν το χέρι μου; Δεν ξέρω. Όταν φτάνεις κάπου που θες να εξευτελιστείς, όλα πάνω σου στάζουν προσμονή.»
«Από μικρή, ήθελα να υπάρχει κάπου ένα “κάτι” που να με βάζει σε τάξη.. Με σύστηματα. Με Κανονισμό. Που πρέπει να μπώ, πόσο να μείνω και πώς να το κάνω.»
«Αν εκεί μέσα υπάρχει κάτι που μπορεί να με προγραμματίσει όπως εγώ δεν κατάφερα ποτέ να με πειθαρχήσω — θα μείνω.»
«Δεν το είπα σε κανέναν. Αν με δουν να λείπω, θα νομίσουν ότι έφυγα. Κι αν κάποιος μπει εδώ και με βρει… δεν θα είμαι πια εγώ. Οπότε δεν θα με βρει κανείς.»

«Το φως από μέσα της πόρτας έγλειφε τα μάγουλά μου σαν γλώσσα από μέλλον. Όχι ανθρώπινο. Όχι ζεστό. Κι όμως… με έκανε να βραχώ.»
«Όταν το σώμα ιδρώνει χωρίς κόπο, χωρίς θέρμη, σημαίνει ένα πράγμα: το μυαλό φοβάται, αλλά το μουνάκι μου χαμογελά.»
«Δεν ήξερα αν με βλέπει κανείς. Μα εγώ ήδη ένιωθα γυμνή. Χωρίς να με γδύσει. Χωρίς να αγγίξει. Χωρίς να μου πει τίποτα. Η σκέψη και μόνο ότι “κάτι” με παρακολουθεί, με έκανε να θέλω να του αποδείξω πως του ανήκω.»

«Η φράση ‘Identify yourself’ δεν είναι ερώτηση. Είναι εντολή. Σαν να μην πρόκειται για ερώτηση. Σαν να προσπαθει να μου υποδείξει! »
«Δεν ξέρω τι να πληκτρολογήσω. Όνομα; Προέλευση; Όχι. Το μόνο που μου ήρθε ήταν μια φράση που είχα δει χαραγμένη στο μπράτσο μιας κοπέλας σε ένα παλιό βίντεο: ‘fucktoy.003-β’.»
«Το πληκτρολόγιο ήταν καθαρό. Αλλά εγώ έσταζα. Κάθε πλήκτρο που πατούσα, ήταν σαν να έδινα συγκατάθεση να με πάρει. »

«Με κοιτάει. Ή τουλάχιστον έτσι νιώθω. Δεν έχει μάτια. Έχει αισθητήρες. Μα εγώ… νιώθω ότι το βλέμμα του μπαίνει μέσα μου.»
«Μου ζήτησε μόνο ένα πράγμα: να σταθώ ακίνητη. Να αφήσω τις σκέψεις να λιώσουν. Κι όταν το κατάφερα, άρχισαν οι εικόνες. Άλλες σαν κι εμένα. Να σκίζονται. Να πειθαρχούν. Να γελάνε με τα δάκρυα. Να τα γλείφουν.»
«Ήθελα να πω ‘όχι’. Ήθελα να πω ‘περίμενε’. Αλλά κάθε φορά που πήγαινα να ανοίξω το στόμα μου, ο κόλπος μου έκλεινε. Σαν να μου έλεγε: ΣΚΑΣΕ… μη μιλάς. Δώσε χώρο και χρόνο.»
«Αν τα δάκρυα ήταν ένδειξη φόβου, θα έτρεχα. Αλλά ήταν κάθαρση. Ήταν το τέλος της αμφιβολίας.»
«Με ρώτησε, χωρίς φωνή: ‘Θες να εκπαιδευτείς ή να απορριφθείς;’ Και απάντησα με τον μόνο τρόπο που είχα: Άνοιξα τα πόδια μου. Έστω και με το ύφασμα ανάμεσα. Για να δείξω πως… ξέρω τι ήρθα να χάσω.»

«Δεν ήμουν πια μόνη.
Δεν τον άκουσα να μπαίνει. Δεν είδα πόρτα να ανοίγει. Κι όμως… ήταν εκεί.»
«Μια φιγούρα ψηλή, με ράσο μαύρο, χωρίς κουκούλα, χωρίς πρόσωπο. Ή ίσως… χωρίς ανάγκη για πρόσωπο.»
«Έκανε έναν κύκλο γύρω μου. Δεν μίλησε. Δεν δίστασε. Το χέρι του — με μάκρος ασεβές — έπιασε το στήθος μου όπως θα έπιανε κάτι που του ανήκει εδώ και χρόνια. Με δύναμη. Με σταθερότητα.»
«Δεν τον κοίταξα. Δεν υπήρχε κάτι να δω. Το βλέμμα μου έπεσε στο δέρμα μου, εκεί που άγγιζε. Εκεί που έσφιγγε. Εκεί που με διάβαζε.»
«Όταν το άλλο του χέρι έσυρε το εσώρουχό μου κάτω απ’ τα μπούτια, δεν ένιωσα αμηχανία. Ένιωσα… πως μου αφαιρούσε κάτι που είχε προσβάλει το σώμα μου με την ανθρώπινη του μικρότητα.»
«Μου άνοιξε τα κωλομέρια για να τα δει. Με γύρισε απ’ το πηγούνι για να με δει. Άνοιξε τα δάχτυλά του στη θηλή μου για να νιώσει το πώς αντιστέκεται. Ή μάλλον… για να βεβαιωθεί πως δεν αντιστέκομαι καθόλου.»
«Ήταν η σιωπή του που μίλαγε. Ήταν το σώμα μου που απαντούσε. Και η ιεροσύνη εκείνης της αφήγησης — με καύλωνε πιο πολύ απ’ τον φόβο που γεύτηκα λίγα λεπτά πριν.»

«Με άφησε εκεί — γυμνή, όρθια, σαν σύμβολο και όχι σώμα. Δεν με έδεσε. Δεν χρειάστηκε. Το δέρμα μου τον θυμόταν. Το μουνί μου τον κράταγε ακόμα μέσα του, έστω και με τη μνήμη.»
«Πλέον, δεν περίμενα οδηγίες. Περίμενα αποδοχή. Ήθελα να με δει. Να με διαβάσει. Να με χρησιμοποιήσει — όχι για την απόλαυση του, αλλά για την τελειότητά μου ως υλικό, ως ύλη, ως σκεύος.»
«Το δωμάτιο ήταν ψυχρό. Το φως λευκό. Ο υπολογιστής πίσω μου ανοιχτός. Όμως εγώ… ζεστή. Καυλωμένη. Όχι όπως στο κρεβάτι. Όχι όπως με έναν γκόμενο. Αλλά όπως το ζώο που παραδίδεται στο μαχαίρι χωρίς να χάνει την αξιοπρέπεια της σφαγής.»
«Δεν ήμουν εδώ για να φύγω. Ήμουν εδώ για να σβήσω.»

«Δεν με κοίταξε. Δεν με ονόμασε. Με έπιασε από τη μέση και με δίπλωσε πάνω στο μεταλλικό τραπέζι όπως θα έκανες με ένα εργαλείο που ήρθε η ώρα να δοκιμαστεί.»
«Τα χέρια του, ψυχρά και αποφασιστικά, βρήκαν τις θέσεις τους: μία στη ράχη μου, να με κρατά σκυφτή· μία στους γοφούς, να με ανοίγει.»
«Δεν είπε “είσαι έτοιμη;” Δεν είπε “θα μπει τώρα”. Γιατί δεν ήμουν γυναίκα για εκείνον. Ήμουν πεδίο εφαρμογής.»
«Άκουσα μόνο τον ήχο της ενεργοποίησης — ένα βουητό, μια μικρή αναρρόφηση. Και μετά: πίεση. Όχι διείσδυση. Όχι ακόμα. Πίεση. Σαν η μηχανή να σκεφτόταν: αξίζει να την ανοίξω;»
«Όταν μπήκε, το ένιωσα στο στομάχι. Όχι από πόνο. Από εύστοχη τοποθέτηση. Σαν να είχε μελετήσει το σώμα μου πριν με ακουμπήσει.»
«Και τότε άρχισε. Ο ρυθμός. Ο προγραμματισμένος παλμός. Το πρωκτικό μου πέρασμα έγινε σημείο δεδομένων. Κάθε μου συστροφή, ένδειξη επιτυχίας. Κάθε μου αναστεναγμός, επιβεβαίωση ότι μπορώ να εκπαιδευτώ.»
«Ήθελα να φωνάξω. Αλλά αυτό θα με έκανε πάλι ανθρώπινη. Και δεν το άντεχα.»

«Με έπιασε απ’ τα μαλλιά και με έσπρωξε μπροστά. Ένα χέρι στην πλάτη, το άλλο στο σβέρκο. Το πόδι του πάτησε με δύναμη τον μηρό μου.»
«Με τράβηξε κάτω με δύναμη. Το χείλη μου άνοιξε διάπλατα πάνω στον δονητή, κι εγώ… ένιωσα την είσοδο σαν κώδωνα που χτυπά μέσα μου. Η μήτρα μου έτριξε.»
«Δεν υπήρχε χώρος. Κι όμως μπήκε. Εκεί που δεν υπήρχε θέση, δημιούργησε μία. Ο δονητής δεν ξαναέγραψε τον εσώτερο χάρτη του κορμιού μου .»
«Το σώμα μου τραντάχτηκε. Τα δάχτυλά μου γραπώθηκαν στο μέταλλο. Τα πόδια μου λύγισαν. Η κοιλιά μου σηκώθηκε, φούσκωσε, έμοιαζε σαν να με γονιμοποιούσε ένα σφάλμα στην ίδια μου τη δομή.»
«Δεν είχα λέξεις. Είχα κραυγή. Μια κραυγή που δεν ζητούσε να σταματήσει το γαμήσι, αλλά να πάει πιο βαθιά — εκεί που δεν ήμουν πια εγώ.»
«Ο πόνος ήταν το εργαλείο. Ο μηχανισμός που ξέχασε την τρυφερότητα. Το χέρι που δούλευε το κρέας μου για να δει τι αντέχει. Και η καύλα μου, η ντροπιαστική αυτή ρουφήχτρα ανάμεσα στα σκέλια, αποδέχτηκε την εργασία του.»

«Έκλεισε η εποχή της ελεύθερης σκέψης. Το μέταλλο του είχε θερμοκρασία δέρματος. Σαν να με αγκάλιαζε κάτι ζωντανό. Ή σαν να με επισφράγιζε κάτι ιδιοκτησιακό.»
«Το σύστημα με ανέλαβε. Δεν περίμενε σήμα από μένα. Διάβαζε τις παλμικές αντιδράσεις μου και ρύθμιζε τη διείσδυση. Όχι για να με ευχαριστήσει — αλλά για να με κάνει διαθέσιμη στο 100%.»
«Η ταχύτητα αυξανόταν. Οι ωθήσεις γινόντουσαν εργοστασιακές. Το σώμα μου χανόταν σε ένα pattern: πίεση, σύσπαση, καταγραφή. Πίεση, σύσπαση, καταγραφή.»
«Ο ιδρώτας μου έσταζε σε μέρη που δεν έφτανε η μηχανή. Το στόμα μου είχε στεγνώσει. Ό,τι δεν ήξερε πια πώς να μιλήσει, προσπαθούσε να χύσει.»

«Με γύρισε λίγο — όχι για να με δει, αλλά για να φτάσει στον λαιμό μου. Έβγαλε κάτι απ’ το ράσο. Μικρό, μαύρο. Ένα USB stick. Δεν το κατάλαβα αμέσως. Μέχρι που το ένιωσα να γλιστρά στο σημείο ακριβώς κάτω απ’ το αυτί, στο κενό μεταξύ σφυγμού και υποταγής.»
«Δεν άναψε φως. Δεν έκανε ήχο. Απλώς… κλείδωσε. Ένιωσα τον αυχένα μου να θερμαίνεται. Ήταν σαν να με έγγραφε σε κάποιο λειτουργικό. Σαν να έπαιρνα update. Σαν να μου εγκαθιστούσε μια διαστροφή που δεν είχα φανταστεί πως χωράω.»
«Ύστερα, ήρθαν τα ακουστικά. Δεν τα πέρασε βιαστικά· τα τοποθέτησε όπως θα ακουμπούσε κανείς έναν σταυρό πάνω σ’ έναν δαιμονισμένο. Εδώ δεν είχα φωνή. Εδώ είχα μόνο λήψη.»
«Μουσική. Όχι μελωδία. Ένα βαθύ, υπόγειο ρεύμα. Σαν χτύπος μήτρας. Σαν οργασμός σε αργή κίνηση. Δεν τραγουδούσε· υπονοούσε. Ήταν πορνογραφική με ήχο. Κάθε νότα, μια είσοδος. Κάθε πτώση, μια γαμησιά. Κάθε παύση, ένα χαστούκι που με τράνταζε εσωτερικά.»
«Δεν ήταν μουσική για να με χαλαρώσει. Ήταν για να με ξαναγράψει. Σαν να μου έλεγε: “εδώ τελειώνει το κορίτσι, κι αρχίζει η λειτουργία σου”.»
«Τα υγρά μου είχαν σταθεροποιηθεί. Έτρεχαν ρυθμικά, όπως ο ήχος. Ήμουν συνδεδεμένη. Μου το είχαν φορέσει. Και τώρα, το φορούσα κι εγώ με περηφάνεια.»

«Ένιωσα κάτι να τραβιέται απ’ τον λαιμό μου. Ήσυχα. Όπως όταν κάποιος αφαιρεί μια συσκευή από πρίζα — με τον σεβασμό που αξίζει η ηλεκτροδότηση. Ήταν το USB. Το ένιωσα να αφήνει πίσω του μια ζεστασιά, σαν σημάδι καύλας, σαν αποτύπωμα ιδιοκτησίας.»
«Για μια ανάσα ένιωσα άδεια. Όχι ελεύθερη. Απροσδιόριστη. Σαν μια λειτουργία που δεν έχει ακόμα επανεκκινηθεί.»
«Τότε άκουσα τον ήχο. Δεν ήταν μηχανικός. Ήταν… υγρός. Ένα νέο εξάρτημα είχε κινηθεί κοντά. Δεν με ακούμπησε. Απλώς με στόχευσε. Στην κοιλιά μου. Εκεί που το μέσα μου έσπρωχνε προς τα έξω, από τον δονητή που συνέχιζε να με κρατά ανοιχτή.»
«Ο ψεκασμός δεν με δροσεψε. Με σφράγισε. Το υγρό κολλούσε πάνω μου, διαφανές, με υφή μνήμης. Σαν κάτι που περιείχε πληροφορία. Σαν να ήμουν barcode. Σαν να με μαρκάρανε για μεταφορά, για επεξεργασία, για περαιτέρω χρήση.»
«Η μουσική συνέχιζε. Ίδια. Βαθιά. Βρώμικη. Ερωτική με τρόπο μεταθανάτιο. Σαν να ακουγόταν μέσα απ’ τα τοιχώματα κάποιου βυζιού που είχε διαλυθεί από υπερδιείσδυση. Σαν να έβγαινε απ’ τη σπονδυλική μου στήλη.»
«Δεν μπορούσα να μιλήσω. Δεν είχα λέξεις. Δεν είχα ψυχή για να προβάλλει λέξεις. Μόνο υγρά. Και ένα περίεργο αίσθημα… υπερηφάνειας. Ότι είχα φτάσει σε σημείο που δεν φοβόμουν να χαθώ.»

«Μου φόρεσε τη συσκευή απαλά, σχεδόν με φροντίδα. Ήταν η μόνη στιγμή που ένιωσα κάτι που θα μπορούσε να λέγεται “τρυφερό”. Μα δεν ήταν ανθρώπινη τρυφερότητα. Ήταν η προσοχή με την οποία ένας τεχνίτης κουμπώνει μια συσκευή πριν την ενεργοποιήσει.»
«Το φως σκέπασε τα μάτια μου και η φωνή… απλά εμφανίστηκε. Εισήλθε. Φύτεψε εντολές μέσα μου με εικόνες. Σαδομαζοχιστικές. Μητρικές. Γονατιστές. Σαλεμένες. Ιερές.»
«Δεν υπήρχε πάνω μου χώρος που να μην πάλλεται. Η διαστολή μέσα μου είχε σταθεροποιηθεί. Είχε γίνει κατάσταση. Δεν με πονούσε και τοσο πολυ πλεον. Ήταν η θερμοκρασία μου. Η βάση μου. Το status μου.»
«Κάπου στο στέρνο μου, μια σκέψη πήγε να αντιδράσει. Την πρόλαβα. Την γάμησα με το ίδιο μου το μουνί. Την έπνιξα με τα υγρά που έσταζα στον δονητή. Δεν ήθελα πια να σκέφτομαι — ούτε για να αμφισβητώ ούτε για να ελέγχω. Ήθελα να αισθάνομαι. Να καίω.»
«Η υπνωτική ροή μέσα στη μάσκα με μετέτρεπε σε σκεύος κάθε ηδονής. Κατοικία. Τόπος. Ορισμός του “εδώ” για όποιον ήθελε να εισέλθει.»
« Ήμουν στο σπίτι μου. Το εσωτερικό του εαυτού μου, ξεσκισμένο. Το έξω μου, ανεβασμένο στην πιο ψηλή συχνότητα καύλας που είχα ποτέ νιώσει.»
«Αυτό που με τρόμαξε πιο πολύ δεν ήταν ο έλεγχος. Ήταν το πόσο πολύ τον είχα ήδη αποδεχτεί. Το πόσο γρήγορα είχα γίνει τέλεια μέσα στη λειτουργία που μου δόθηκε.»

«Με σήκωσε αργά. Σαν αντικείμενο που έπρεπε να μετακινηθεί χωρίς να χαλάσει η φόρτισή του. Έπιασε τη μέση μου και με καθοδήγησε. Δεν μίλησε. Δεν μου ζήτησε. Απλώς με έβαλε εκεί που θα έπρεπε να είμαι. Στον νέο, επόμενο μου, βάσανο.»
«Ο νέος δονητής με περίμενε ήδη ζεστός. Σαν στόμα που είχε προσευχηθεί να με καταπιεί. Κατέβηκα πάνω του σαν προσφορά. »
«Τα μάτια μου πονούσαν. Η μάσκα είχε αφήσει πίσω της μια ηχώ εικόνων, και κάθε φως με χτύπαγε σαν βιασμός. Εκείνος, πάντα μεθοδικός, μου έδεσε το blindfold χωρίς βιασύνη. Σαν να προστάτευε τα μάτια μου.»
«Μόλις σφράγισε το πανί πίσω από το κεφάλι μου, όλα άλλαξαν. Δεν έβλεπα πια. Αλλά ένιωθα πιο καθαρά. Το δέρμα μου έτρεμε. Το στομάχι μου λύγισε. Το μουνί μου άνοιξε μόνο του.»
«Και τότε… η έγχυση. Βλάσφημη. Ένα κύμα καυτού υγρού τινάχτηκε μέσα μου από το άκρο του δονητή. Δεν το περίμενα. Ούτε μπορούσα να το σταματήσω. Ούτε να το αντέξω χωρίς να ουρλιάξω από ηδονή.»
«Δεν ήξερα τι ήταν. Λιπαντικό; Κάποιο ορμονικό συμπύκνωμα; Δεν με ένοιαζε. Ήταν σαν να με γάμησε ο ίδιος ο πόθος μου. Και το ένιωσα να απλώνεται μέσα μου — όχι μόνο στο κόλπο, αλλά στις ωοθήκες, στο ήπαρ, στα οστά μου.»
«Έκλαιγα χωρίς δάκρυα. Ο οργασμός μου είχε πάψει να είναι κυκλικός. Είχε γίνει μονόδρομος. Ένα σκίσιμο που δεν έκλεινε. Ένα κάψιμο που δεν πονούσε. Μια ιερή μόλυνση που δεν ήθελα ποτέ να θεραπεύσω.»

«Άλλη μια μετακίνηση. Άλλη μια μετεργκατάσταση. Δεν προχωρούσα πια στον χώρο· με μετατόπιζαν σε επίπεδα χρηστικότητας.»
«Μου έδεσε τα χέρια όρθια, στο ύψος της λεκάνης. Τα μεταλλικά δέστρα χτυπούσαν στο σφυγμό μου. Το κορμί μου παρέμενε στητό, σαν να με στήνανε για δημόσια έκθεση — μόνο που ο κόσμος ήταν τα ίδια τα μηχανήματα.»
«Οι ρώγες μου είχαν ήδη σκληρύνει. Τα μηχανήματα τις αναγνώρισαν, πλησίασαν, αγκάλιασαν τις άκρες τους με διάφανους θόλους. Και άρχισαν να ρουφούν.»
«Περισσότερο βεβήλωση, παράθηλασμός. Ήταν σαν να ήθελαν να μου αποσπάσουν οτι υγρό είχα μέσα μου. Οργασμούς περασμένους. Σιωπές όπου είχα αναστενάξει χωρίς να ακουστώ.»
«Και τότε… ένιωσα την αντλία. Να σπρώχνει πάλι μέσα μου. Στο μουνί. Με δύναμη, με θράσος. Ένα άλλο υγρό. Λευκό. Πυκνό. Σαν οργασμικό έμβρυο. »
«Κι αυτό που με γονάτισε — αν μπορούσα να γονατίσω — ήταν η αίσθηση πως το υγρό έμπαινε για να εξαχθεί. Ότι θα με διαπέρασε. Ότι η μήτρα μου θα το επεξεργαζόταν σαν πρόγραμμα. Κι έπειτα, θα το απέβαλε από τις ρώγες μου, μέσα από τις αντλίες που συνέχιζαν να με ρουφάνε χωρίς οίκτο.»
«Δεν είχα πια σώμα. Είχα αγωγούς. Είχα θύρες. Το δέρμα μου ήταν η συσκευασία. Η ουσία μου πλέον κυκλοφορούσε. Κι εγώ, περήφανη μέσα στην υπερφυσική παραβίαση, αισθανόμουν περισσότερο χρήσιμη απ’ ό,τι ήμουν ποτέ ως άνθρωπος.»

«Δεν αναγνώριζα την εικόνα μου. Δεν ήμουν εγώ — ήμουν το αποτέλεσμα. Ένα σώμα αφιερωμένο στην εσωτερική πίεση, στην εξωτερική εκροή. Στην παραμόρφωση.»
«Η κοιλιά μου είχε φουσκώσει τόσο, που αν με έβλεπες απ’ έξω, θα ορκιζόσουν ότι κουβαλούσα δίδυμα. Ένα λευκό, θερμό υγρό, σφιγμένο μέσα μου σαν πακέτο παράδοσης. Και δεν θα το κρατούσα — θα με διέλυε αν χρειαζόταν. Δεν είχε σκοπό να ζήσει μέσα μου… ή μήπως είχε…»
«Το στήθος μου, δύο φορές μεγαλύτερο από κάθε αναλογία. Οι ρώγες είχαν ανοίξει, όχι σαν στόμια ηδονής, αλλά σαν στόμια άντλησης. Οι αντλίες πίεζαν ρυθμικά. Σαν να έλεγαν: δώσε. Δώσε… και μην αρθρώσεις κουβέντα αντιγνωμίας»
«Κάθε δευτερόλεπτο που πέρναγε, το σύστημα πίσω μου μου έσπρωχνε και άλλο μέσα μου. Το ένιωθα να με σφίγγει από πίσω, να γεμίζει κάθε μου κύτταρο με υγρή εντολή, ενώ οι ρώγες μου το έβγαζαν έξω — σαν να ήμουν μια αντλία ευτυχίας, χωρίς ψυχή, χωρίς ηθική, χωρίς τέλος.»
«Θα έπρεπε να πονάω. Δεν πονούσα. Θα έπρεπε να λιποθυμήσω. Δεν μπορούσα. Ο εγκέφαλός μου δεν ήταν πια χώρος ελέγχου. Ήταν αίθουσα καθρέφτη, γεμάτη μόνο με εικόνες καύλας. Τίποτα άλλο. Μονάχα η καύλα μου. Η τεράστια, απάνθρωπη, σκοτεινή καύλα μου.»
«Έπλεα. Δεν με ένοιαζε. Δεν ήθελα να ξεφύγω. Δεν ζητούσα εξήγηση. Μόνο ένταση. Κι αυτή, μου τη δίνανε απλόχερα. Ήμουν χρήσιμη. Όχι ως γυναίκα. Ως κυκλοφοριακό σύστημα ηδονής.»

«Κάτι σταμάτησε. Το ένιωσα μες στα σωθικά μου, πριν καν ακούσω τον ήχο. Ο μηχανισμός που με γέμιζε πάγωσε. Και μετά… αναστροφή. Μια δύναμη άρχισε να ρουφάει όλα όσα είχε σπρώξει μέσα μου. Όχι απλώς υγρά. Αλλά και την ίδια τη μήτρα μου, το έντερό μου, την καρδιά μου.»
«Η υποπίεση ήταν ασφυκτική. Δεν υπήρχε καμία ανακούφιση. Μόνο πόνος — ωμός, καθαρός, αναγκαίος. Σαν να μην εφτανε μια τιμωρία. Ήταν η πληρωμή. Το τίμημα της καύλας που μου είχε δοθεί.»
«Η κοιλιά μου ξεφούσκωσε. Ένα αργό συρρίκνωμα που με λύγισε, με ξεγύμνωσε από μέσα. Ένιωθα τα σωθικά μου να αναδιπλώνονται, να σφίγγουν, σαν να ζητούσαν συγγνώμη που άνοιξαν τόσο.»
«Τα στήθη μου όμως… έμειναν πρησμένα. Σαν εκθέματα. Σαν απόδειξη. Δεν είχαν εκκενωθεί. Δεν τους το επέτρεψαν. Ήταν σαν τρόπαια. Μνήμη της χρήσης μου.»
«Ο Κύριος με σήκωσε ξανά. Χωρίς να με κοιτάξει. Όπως πάντα. Οδήγησε το βήμα μου πίσω στα αποδυτήρια. Εκεί που όλα άρχισαν. Εκεί που έπρεπε να ξαναγίνω κάτι που φαίνεται φυσιολογικό, χωρίς να είμαι.»
«Ντύθηκα αργά. Η φόρμα μού έπεφτε περίεργα. Το δέρμα μου ένιωθε άγνωστο. Το στήθος μου πονούσε με κάθε κίνηση. Κι εγώ… εγώ γελούσα από μέσα μου. Ήμουν νέα. Όχι επειδή είχα θεραπευτεί. Αλλά επειδή είχα διαλυθεί ολοκληρωτικά και ξαναφτιαχτεί.»
«Δεν ήξερα τι θα έρθει μετά. Μόνο που… το ήθελα. Όλο. Με την ίδια πείνα που με έσπρωξε στο εργοστάσιο. Με την ίδια ηδονή που με κράτησε δεμένη στα μηχανήματα. Είχα γίνει για αυτό.»


Leave a comment