DARK SWING│BDSM│AGEPLAY
- Κεφάλαιο 1 – Η Απογοήτευση
- Κεφάλαιο 2 – Η Είσοδος των Ωρίμων
- Κεφάλαιο 3 – Η Πρώτη Επίδειξη
- Κεφάλαιο 4 – Ο Λόγος της Κυρίας
- Κεφάλαιο 5 – Η Σκιά της Εγκυμοσύνης
- Κεφάλαιο 6 – Το Σπάσιμο του Ανδρέα
- Κεφάλαιο 7 – Ο Πατέρας χωρίς Σπέρμα
- Κεφάλαιο 8 – Η Αντιστροφή των Ρόλων
- Κεφάλαιο 9 – Το Πρωινό
- Κεφάλαιο 10 – Το Σημάδι
- Κεφάλαιο 11 – Η Νύχτα των Ξένων
- Κεφάλαιο 12 – Το Αρχοντικό των Ενώσεων
- Κεφάλαιο 13 — Ο Νέος
Κεφάλαιο 1 – Η Απογοήτευση
Ο Ανδρέας και η Μαρίνα δεν έμοιαζαν με κανένα από τα ζευγάρια που είχαν δει στα sites του swinging. Νέοι, μόλις στα εικοσιπέντε τους, με πρόσωπα ακόμα καθαρά από κούραση, με δέρμα που δεν είχε σκάσει από τα χρόνια και με μάτια γεμάτα λαχτάρα. Δεν ήταν μόνο η ηλικία τους που τους ξεχώριζε· ήταν και η αύρα τους: βιβλία, μουσικές, μικρές φιλοσοφικές κουβέντες που μετατρέπονταν σε γέλια πάνω στο κρασί. Αγαπούσαν την περιπέτεια, αλλά η περιπέτεια, μέχρι τότε, περιοριζόταν σε ταξίδια, βόλτες χωρίς χάρτη, ξενύχτια με φίλους. Τώρα όμως, ήθελαν κάτι άλλο.
Η Μαρίνα, με το πρόσωπο μισοφωτισμένο από την οθόνη του λάπτοπ, γύρισε προς τον Ανδρέα. Ήταν βράδυ, το κρασί είχε ζεστάνει ήδη τα κορμιά τους και οι λέξεις έβγαιναν πιο εύκολα.
«Δεν υπάρχει κανείς στην ηλικία μας…» είπε, με τη φωνή της να σπάει ελαφρά ανάμεσα σε απογοήτευση και πείσμα. Τα χείλη της, βρεγμένα από το ποτήρι, γλίστρησαν σε μια μικρή γκριμάτσα.
Έσπρωξε τα μαλλιά της πίσω από το αυτί με νευρική κίνηση και έγειρε στο πλάι, σταυρώνοντας τα πόδια της.
Ο Ανδρέας έσκυψε πάνω από τον ώμο της για να δει καλύτερα.
«Κοίτα εδώ… σαραντάρηδες, πενηντάρηδες… και οι γυναίκες τους όλες με βλέμμα “μην αγγίζεις αν δεν έχεις κάποια … κατοχυρωμένη θέση στην κοινωνία”.»
Η Μαρίνα γέλασε, αλλά το χαμόγελο έσβησε γρήγορα. «Δηλαδή… δεν υπάρχει κανείς κοντά σ’ εμάς;»
Σκούπισε τα χείλη της με το πίσω μέρος του χεριού της, σαν να έσβηνε μια αόρατη λεκέ. «Σαν να παίζουν όλοι σε δικά τους κυκλάκια, σε κλειστές παρέες. Κι εμείς απ’ έξω.»
Ο Ανδρέας τράβηξε το πηγούνι του με τα δάχτυλα, βραχνός. «Ναι. Δεν βλέπω πολλούς εδώ… Όλοι λες και έχουν στήσει τις δικές τους φωλιές. Εμείς μπαίνουμε τώρα στο χάρτη.»
Η Μαρίνα έγειρε πίσω στην καρέκλα και τον κοίταξε με βλέμμα πιο σκοτεινό, πιο θρασύ. «Κι αν αντί να ψάξουμε συνομηλίκους, δοκιμάσουμε κάτι άλλο; Κάτι… πιο ώριμο; Ένα μεγαλύτερο ζευγάρι;»
Το βλέμμα της έλαμψε σαν να έριχνε σπίθα στη βενζίνη.
Ο Ανδρέας δεν έδειξε να απορρίπτει την ιδέα. Ανασήκωσε το φρύδι και χαμογέλασε μισά.
«Ένα ζευγάρι 55-45… Θα μπορούσαν άνετα να είναι οι γονείς μας.»
Η φωνή του έσπασε σε μισό γέλιο, μισό σοκ.
Η Μαρίνα έγλειψε τα χείλη της με πονηρό αέρα, το μάτι της άστραψε. «Οι γονείς μας ακριβώς. Δεν το βρίσκεις καυτό; Σκέψου το… να με πάρει κάποιος που να θυμίζει τον πατέρα μου. Μπροστά σου.»
Το χαμόγελό της ήταν πρόκληση, θράσος, κάτι που υπό άλλες συνθήκες δεν θα έβγαινε ποτέ από το στόμα της.
Ο Ανδρέας γέλασε πιο δυνατά, αλλά και με μια σπίθα καύλας που δεν μπόρεσε να κρύψει. «Ή σαν να γαμάω εγώ τη μάνα σου… και να με κοιτάς.»
Η Μαρίνα έγειρε μπροστά, χαμηλώνοντας τη φωνή της σαν να του ψιθύριζε βλασφημία. «Ή να με γαμάει ο μπαμπάς σου… μπροστά σου.»
Ο Ανδρέας ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται και την πούτσα του να βαραίνει. Χαμογέλασε ανταγωνιστικά, σφίγγοντας τα δόντια. «Ή να γαμάω εγώ τη μάνα σου… μπροστά σου.»
Η Μαρίνα ξέσπασε σε νευρικό γέλιο, αλλά το μάτι της έμεινε καρφωμένο χαμηλά. «Εσύ γελάς… αλλά εγώ βλέπω την πούτσα σου σκληρή.»
Ο Ανδρέας έγειρε πιο κοντά, η φωνή του μπάσα, γεμάτη πρόκληση. «Κι εσύ βλέπεις την πούτσα μου σκληρή… αλλά εγώ βλέπω ακόμα το στόμα σου άδειο.»
Στο άκουσμα, η Μαρίνα έμεινε μισό δευτερόλεπτο ακίνητη. Έπειτα γέλασε σπασμωδικά, σαν να την είχε τρομάξει η ίδια η φαντασίωση που ξέφυγε από τα όρια. Σαν να έπαιζαν έναν μικρό διαγωνισμό ποιος θα τολμήσει την πιο βρωμιά — κι όμως, και οι δύο είχαν αρχίσει να το ζουν.
Η Μαρίνα, μ’ εκείνο το βλέμμα που ανακάτευε θράσος και παιδικό γέλιο, έσκυψε μπροστά. Τα χείλη της τύλιξαν την πούτσα του Ανδρέα και η γλώσσα της δούλευε αργά, μεθοδικά, σαν να τον ρουφούσε ολόκληρο. Ο Ανδρέας αναστέναξε βαριά, έγειρε το κεφάλι πίσω, τα δάχτυλά του μπλέχτηκαν στα μαλλιά της.
«Φαντάζεσαι να τον έχει και πιο μεγάλο από σένα;» είπε ανάμεσα σε μια γλύφα, κοιτώντας τον με βλέμμα που έσκαβε μέσα του.
Ο Ανδρέας βόγκηξε. Ήταν η πρώτη φορά που μια τέτοια εικόνα τον καύλωσε τόσο άγρια. Προδόθηκε. Η πνοή του βγήκε κομμένη.
Η Μαρίνα ανέβηκε πάνω του, κάθισε στο καυλί του με δύναμη, σαν να ήθελε να τον καρφώσει βαθιά μέσα της. Έγειρε μπροστά, το στόμα της σχεδόν στο αυτί του. «Μην ανησυχείς, μωρό μου. Όσο μεγάλη κι αν είναι η πούτσα κάποιου άλλου… εγώ εσένα θα αγαπάω.»
Το χαμόγελό της — ειρωνικό, δηλητηριώδες, σαν μαχαιριά μέσα στη γλύκα — τον διέλυσε. Το μυαλό του σφάδαζε ανάμεσα στην καύλα και στην ταπείνωση.
«Δεν αντέχω άλλο… θα χύσω…» κατάφερε να ψελλίσει με βραχνή φωνή.
Η Μαρίνα σφίχτηκε πάνω του, χαμογελώντας με σαρδόνια τρυφερότητα. «Δεν πειράζει, μωρό μου. Δεν είναι όλοι οι άντρες ίδιοι… Κάποιοι τελειώνουν και γρήγορα. Μην νιώθεις άβολα.»
Το είπε με τόση θεατρικότητα, τόσο υπολογισμένη κακία μέσα στην τρυφερότητα, που ο Ανδρέας ένιωσε κάτι να σπάει μέσα του. Το βλέμμα του σκοτείνιασε, τα δόντια του έσφιξαν, κι εκείνη τη στιγμή η ανάγκη του να την ξαναπάρει πάνω από όλα, να την ξαναδιεκδικήσει, τον έκαψε.
Την έπιασε από τη μέση και την γύρισε κάτω. Η πούτσα του μπήκε ξανά με βία, και ο ρυθμός του δεν είχε πια χάδια — μόνο λύσσα, μόνο ανάγκη να ξαναγράψει το σώμα της. Την γάμησε με ωμή, σχεδόν βίαιη δύναμη, κάθε σπρώξιμο κραυγή εκδίκησης.
Η Μαρίνα ούρλιαξε. Το μουνί της έσφιγγε πάνω του, τα νύχια της χάραζαν την πλάτη του, κι έπειτα λύθηκε σε έναν οργασμό τόσο βίαιο που το σώμα της τρανταζόταν σαν να καίγονταν οι μύες της. Ο Ανδρέας, μούσκεμα στον ιδρώτα, άφησε την τελευταία του κραυγή και έχυσε βαθιά μέσα της, ολόκληρος.
Έμειναν εκεί, ιδρωμένοι, λαχανιασμένοι, με τα μάτια γυαλισμένα από εξάντληση.
Η σιωπή κράτησε αρκετά, μέχρι που η Μαρίνα γύρισε το κεφάλι και ψιθύρισε:
«Αυτό… ήταν το πιο δυνατό γαμήσι της ζωής μας.»
Ο Ανδρέας γέλασε με μισή ανάσα, μισό σοβαρό, μισό σπασμένο. «Κι όλα άρχισαν από μια βρωμοκουβέντα.»
Η Μαρίνα τον κοίταξε με μισόκλειστα μάτια, το στόμα ακόμα μισάνοιχτο από την καύλα. «Οι πιο μεγάλες αλήθειες… έτσι βγαίνουν.»
Κεφάλαιο 2 – Η Είσοδος των Ωρίμων
Τις επόμενες τρεις εβδομάδες έζησαν μικρές περιπέτειες.
Γνώρισαν ζευγάρια στην ηλικία τους· φοιτητές που μεγάλωσαν, εργαζόμενους με τα πρώτα λεφτά, κορίτσια με τατουάζ και αγόρια με αυτοπεποίθηση δανεισμένη από το γυμναστήριο.
Πήγαν σε σπίτια με φώτα χαμηλά, μουσική που άλλαζε από ποπ σε ηλεκτρονική, μυρωδιές κρασιού και αλκοόλ. Τα σώματα μπλέχτηκαν, φιλίες στήθηκαν πάνω σε στρώματα, φιλήθηκαν στόματα που δεν ήταν τα δικά τους.
Ήταν όμορφα — το γέλιο, η ένταση, η αίσθηση του «κάνουμε κάτι απαγορευμένο». Τα κορμιά τους πήραν αυτό που ήθελαν: δέρμα, ιδρώτα, οργασμούς.
Κι όμως.
Η Μαρίνα το κατάλαβε πρώτη.
Όταν γύριζαν σπίτι και ξάπλωναν οι δυο τους, το βλέμμα της χανόταν λίγο. Ήταν σαν κάτι να έλειπε, σαν όλα όσα έζησαν να μην είχαν αφήσει πίσω τους τίποτα παραπάνω από το βάρος της ηδονής που φεύγει.
Μια νύχτα, γυμνοί στο κρεβάτι, το είπαν.
«Ήταν ωραία…» είπε ο Ανδρέας, με το βλέμμα στο ταβάνι, τα χέρια πίσω από το κεφάλι. Η φωνή του είχε κάτι το μηχανικό, σαν να διάβαζε απολογισμό.
Η Μαρίνα γύρισε στο πλάι, στηρίζοντας το κεφάλι της στην παλάμη. Το στήθος της ακουμπούσε στον ώμο του. «Ναι. Ωραία… αλλά κενά.»
Τα μάτια της έλαμψαν για μια στιγμή. «Δεν ήταν σαν εκείνη τη βραδιά. Σαν το γαμήσι που κάναμε μετά τη συζήτηση για τους μεγάλους. Εκεί… ήταν αλλιώς.»
Ο Ανδρέας γύρισε το κεφάλι και την κοίταξε. Τα μάτια του σκοτείνιασαν, η ανάσα του βαριά. «Σ’ αυτό που λες… έχεις δίκιο. Σαρκικά όλα αυτά… καλά. Αλλά εκείνο… είχε κάτι στο μυαλό, κάτι που μας ξέσκισε πέρα από το σώμα.»
Η Μαρίνα χαμογέλασε πονηρά, σαν να θυμόταν ξανά το παιχνίδι των προκλήσεων. «Επειδή… τολμήσαμε να το φανταστούμε. Να πούμε πράγματα που δεν λέγονται. Ίσως… αυτό να είναι το κρεβάτι μας. Πιο εγκεφαλικό. Πιο βρώμικο. Πιο επικίνδυνο.»
Ο Ανδρέας πέρασε το χέρι του στο μάγουλό της. Το χαμόγελο που φάνηκε ήταν μισό καύλα, μισό τρόμος. «Ναι… και γι’ αυτό… εκείνη η ιδέα παραμένει πάνω απ’ όλα.»
Η σιωπή που έπεσε δεν ήταν άδεια. Ήταν σαν απόφαση που είχε ήδη παρθεί.
Πήγαν σε μια εκδήλωση της swing κοινότητας στην οποία είχαν γραφτεί.
Αμιγώς κοινωνική — στόχος ήταν οι γνωριμίες. Ένα κοκτέιλ πάρτι, γεμάτο βλέμματα που εξερευνούσαν και δάχτυλα που μετρούσαν δαχτυλίδια στα χέρια των άλλων.
Ο Ανδρέας και η Μαρίνα κινήθηκαν διστακτικά ανάμεσα στα ζευγάρια. Χαιρέτησαν, χαμογέλασαν, έκαναν τις τυπικές ερωτήσεις, μα το βλέμμα τους σύντομα καρφώθηκε κάπου αλλού.
Στην άκρη της αίθουσας, στεκόταν ένα ζευγάρι διαφορετικό. Καλοντυμένο, προσεγμένο, με μια αύρα που έκοβε την ατμόσφαιρα στα δύο. Δεν έμοιαζαν να πηγαίνουν οι ίδιοι σε άλλους· οι άλλοι πήγαιναν σ’ αυτούς. Και κάθε φορά, τους υποδέχονταν με σοβαρότητα και κομψότητα, χαιρετώντας με τρόπους που θύμιζαν άλλες εποχές, πιο αριστοκρατικές.
Η Μαρίνα έσκυψε στον Ανδρέα. «Πώς τους βλέπεις αυτούς;»
Ο Ανδρέας άφησε ένα αργό χαμόγελο. «Μια χαρά…»
Δεν πρόλαβαν να πουν περισσότερα. Ο κύριος, σαν να είχε μια πέμπτη αίσθηση, σήκωσε το βλέμμα του και το καρφωσε κατευθείαν πάνω τους. Η ταχύτητα με την οποία έγινε τούς πάγωσε. Ήταν σαν ένα αόρατο νέφος να έπεσε πάνω τους, κάτι μεταφυσικό που τους έκανε να ανατριχιάσουν.
Ο άντρας γύρισε ελαφρά προς τη γυναίκα του, της ψιθύρισε κάτι στο αυτί. Εκείνη χαμογέλασε. Τα μάτια της στράφηκαν στον Ανδρέα και τη Μαρίνα· τους κοίταξε, χαμήλωσε το κεφάλι της ελαφρά, κι έπειτα έκλεισε το μάτι στη Μαρίνα, σαν να την καλούσε χωρίς λόγια.
Δεν τους έγνεψε με το χέρι — μονάχα μια ελαφριά κίνηση του κεφαλιού. Κι ήταν αρκετό.
Ο Ανδρέας και η Μαρίνα πήγαν. Οι απαραίτητες συστάσεις έγιναν.
«Στέφανος.»
«Ειρήνη.»
Το χέρι του Στέφανου ήταν σφιχτό, σίγουρο, με ζεστασιά που φανέρωνε δύναμη και έλεγχο.
Η Ειρήνη μίλησε με φωνή καθαρή, καλλιεργημένη· κάθε της λέξη κυλούσε αργά, σαν να διάλεγε ποια θα αφήσει και ποια θα κρατήσει μέσα της.
Ένα φτασμένο ζευγάρι· η άνεση τους φαινόταν σε κάθε κίνηση, το πνεύμα τους άστραφτε πίσω από τα βλέμματα. Ο Στέφανος με λόγιο, σχεδόν βασιλικό τρόπο έκφρασης· η Ειρήνη με χάρη, αλλά και με εκείνη την κρυφή σπίθα που δεν μπορούσε να αγνοηθεί.
Μερικά βράδια αργότερα, βγήκαν οι τέσσερις τους για δείπνο. Ένα περιβάλλον ήσυχο, χωρίς δυνατές φωνές, όπου μπορούσαν να μιλήσουν με την άνεση εκείνων που ξέρουν ότι η βραδιά έχει περισσότερα να δώσει από το φαγητό.
Η Ειρήνη δεν έχασε καιρό. Ήταν εκείνη που έσπρωξε τη συζήτηση από τα πρώτα γενικά και αθώα σχόλια, στις λεπτομέρειες που καίνε.
Ρωτούσε, άκουγε, χαμογελούσε με εκείνο το βλέμμα της γυναίκας που ξέρει περισσότερα απ’ όσα λέει.
«Και λοιπόν; Ποιες ήταν οι πιο δυνατές σας εμπειρίες; Τι σας έμεινε;»
Η φωνή της ήταν απαλή, σαν χάδι· κι όμως, είχε κάτι που δεν σήκωνε αντίρρηση.
Η Μαρίνα κοίταξε τον Ανδρέα, σχεδόν σαν να ζητούσε άδεια. Εκείνος έγειρε λίγο το κεφάλι, χαμογέλασε αμήχανα. Η Ειρήνη έπιασε αμέσως την κίνηση.
«Μίλα, κορίτσι μου…» είπε, και το χαμόγελό της τής έδωσε μια απροσδόκητη αυτοπεποίθηση.
Ο Στέφανος έγειρε το ποτήρι του προς το μέρος της. «Να το ακούσουμε. Δεν υπάρχει τίποτα πιο γοητευτικό από την αλήθεια που βγαίνει μέσα στην καύλα.»
Κι έτσι, η Μαρίνα τα είπε. Είπε για εκείνη τη βραδιά, για τις κουβέντες που τους έφεραν στο χείλος, για το πώς όλα πήραν φωτιά.
Στην αρχή έψαχνε τα λόγια, μα σύντομα παρασύρθηκε. Σαν να άφηνε ένα μυστικό να βγει επιτέλους στο φως. Και μέσα στον οίστρο της, ξέφυγαν κουβέντες που ποτέ δεν είχε σκοπό να πει μπροστά σε ξένους· πράγματα που του είχε πει ψιθυριστά, στο κρεβάτι τους.
Μόλις το κατάλαβε, έπιασε το στόμα της με το χέρι. «Συγγνώμη… δεν έπρεπε…»
Η Ειρήνη έγειρε μπροστά, της άγγιξε το χέρι. «Μην ξαναπείς συγγνώμη. Αυτές οι αλήθειες είναι ευλογία. Είναι εξομολόγηση — και δική σου, και του Ανδρέα. Κανείς δεν χάνει με την αλήθεια.»
Η Μαρίνα κοκκίνισε. Η Ειρήνη χαμογέλασε — εκείνο το χαμόγελο που έκρυβε και παρηγοριά και παγίδα.
«Πες μου κάτι πιο πρακτικό τώρα.» Η φωνή της έσπασε τη σιωπή σαν μαχαίρι. «Ο Ανδρέας… πόσο τον έχει;»
Η Μαρίνα σάστισε, μα απάντησε: «Δεκαέξι… δεκαεφτά πόντους.»
Η Ειρήνη αναστέναξε με θεατρικό ενθουσιασμό. «Ωραία. Τότε εκείνο που του είπες εκείνο το βράδυ… ήταν σχεδόν προφητικό. Γιατί του Στέφανου… είναι πολύ μεγαλύτερη. Και πολύ πιο χοντρή.»
Ο Στέφανος γύρισε και χαμογέλασε στην Ειρήνη, με βλέμμα που έσταζε αυτάρεσκη βεβαιότητα.
Η Ειρήνη έγειρε προς τον Ανδρέα. «Ελπίζω, καλέ μου, να μη σε αποθαρρύνει αυτό. Γιατί αν κατάλαβα καλά… η ιδέα μιας πιο τρανής πούτσας στον χώρο… σε καυλώνει. Έτσι δεν είναι;»
Ο Ανδρέας πάγωσε. Το βλέμμα του χάθηκε, τα χείλη του μισάνοιχτα. Δεν βγήκε λέξη.
Η Ειρήνη δεν περίμενε απάντηση. Έγειρε πίσω στην καρέκλα της, σταύρωσε τα πόδια και μίλησε με αέρα γυναίκας που κρατάει όλα τα χαρτιά. «Βλέπεις, κι εμείς δεν μένουμε μόνο στο swing. Έχουμε εμπειρίες και από αλλού — από τον κόσμο του BDSM, από παιχνίδια πιο σκοτεινά. Αυτά μάς έδωσαν τον τρόπο που παίζουμε. Και τον ενσωματώνουμε παντού.»
Σήκωσε το ποτήρι της, ήπιε μια μικρή γουλιά. «Βέβαια, κάθε σχέση είναι ένας λευκός καμβάς. Δεν ξέρεις ποτέ τι αριστούργημα μπορεί να γεννηθεί. Αλλά οι καλλιτέχνες… πρέπει να έχουν και πλούσιο ταμπεραμέντο, και εμπειρία. Και νομίζω εμείς τα έχουμε και τα δύο.»
Τα μάτια της γύρισαν ξανά στη Μαρίνα. «Το κορμάκι σου είναι λεπτό. Skinny. Είναι λογικό να τον νιώθεις σαν πολύ μεγάλο. Αλλά σκέψου… πόσο ερωτικό θα ήταν και για τον Ανδρέα… να σε βλέπει από μια ανάσα απόσταση, να ανοίγεις κάθε δευτερόλεπτο και περισσότερο. Να ξέρει ότι είναι εκεί κοντά σου, ότι βλέπει, παρατηρεί, καμαρώνει. Αυτό… είναι εμπειρία που μένει.»
Έσκυψε προς το μέρος της, ψιθύρισε κάτι στο αυτί της. Η Μαρίνα γέλασε αμήχανα, έβαλε το χέρι της στο μπούτι του Ανδρέα και ύστερα τσέκαρε τη σκληρή του πούτσα. Ήταν πέτρα.
Γύρισε στην Ειρήνη, της έγνεψε καταφατικά με ένα χαμόγελο γεμάτο συνενοχή.
Οι δύο γυναίκες γέλασαν συνωμοτικά.
Ο Στέφανος ακούμπησε το χέρι του στον ώμο του Ανδρέα, σαν να τον σφράγιζε στη στιγμή, κι ενώθηκε κι εκείνος στο γελάκι τους.
Η Ειρήνη στήριξε το πιγούνι της στο χέρι και τους κοίταξε έναν–έναν.
«Λοιπόν… νομίζω ότι φτάσαμε στο σημείο που δεν χρειάζονται άλλα λόγια. Εμείς οι δύο…» έδειξε με το χέρι τον Στέφανο κι ύστερα τον εαυτό της «…δεν παίζουμε τυχαία. Ό,τι κάνουμε, το κάνουμε με σκοπό. Και για να έχει νόημα, χρειάζεται αποδοχή. Δε ζητάω συγκατάθεση μισή· θέλω να ξέρω ότι είστε έτοιμοι να μπείτε κάτω από την αιγίδα μας. Να δοκιμάσετε, να εκπαιδευτείτε, να ξεπεράσετε όσα νομίζατε μέχρι τώρα ότι ξέρατε για το σεξ.»
Τα μάτια της Μαρίνας έλαμψαν. Το κορμί της τινάχτηκε ελαφρά, σαν παιδί που του προτείνουν την πιο απαγορευμένη περιπέτεια.
«Ναι! Θέλω!» είπε με μια ζέση που δεν σήκωνε καμία αμφιβολία.
Ο Ανδρέας, αντίθετα, πάγωσε. Τα μάτια του σάρωναν τη Μαρίνα, τον Στέφανο, την Ειρήνη. Δεν έβρισκε λόγια.
Ο Στέφανος, που ως τότε έμενε σιωπηλός, έσφιξε λίγο το χέρι που είχε ακουμπισμένο στον ώμο του Ανδρέα. Όχι δυνατά· αρκετά για να νιώσει το βάρος του. Ύστερα το χαλάρωσε. Και πάλι πίεση, ελαφρά. Σαν σιωπηλά σημάδια — τώρα πρέπει να μιλήσεις.
Ο Ανδρέας κατάπιε. Ένιωσε τον ιδρώτα να τρέχει στην πλάτη του, το στήθος του να βαραίνει. Η Μαρίνα τον κοίταζε με μάτια που παρακαλούσαν και απαιτούσαν ταυτόχρονα. Η Ειρήνη με χαμόγελο μισό μητρικό, μισό σατανικό. Ο Στέφανος, ατάραχος, με το χέρι στον ώμο του, σαν σφραγίδα.
Ένα δειλό χαμόγελο άνθισε στα χείλη του Ανδρέα.
«Ναι…» είπε. «Ναι.»
Η Ειρήνη έγνεψε, σαν βασίλισσα που αποδέχεται την ορκωμοσία των υπηκόων της.
«Ωραία λοιπόν. Απόψε… ξεκινάμε.»
Ο Στέφανος του έσφιξε ξανά τον ώμο — αυτή τη φορά πιο ζεστά, σχεδόν σαν επιβράβευση. Η Μαρίνα έπιασε το χέρι της Ειρήνης, σχεδόν σαν μαθήτρια που βρίσκει την καινούργια της δασκάλα.
Και οι τέσσερις ήξεραν: το παιχνίδι που ξεκινούσε δεν είχε επιστροφή.
Κεφάλαιο 3 – Η Πρώτη Επίδειξη
Το δείπνο είχε αφήσει μια γλυκιά γεύση, αλλά το πραγματικό συμπόσιο μόλις ξεκινούσε.
Η έπαυλη του Στέφανου και της Ειρήνης ξεπρόβαλε επιβλητική, χαμένη μέσα στα δέντρα, μακριά από μάτια περίεργα. Τα φώτα στον κήπο έριχναν χρυσαφένιες ανταύγειες πάνω στα μάρμαρα, σαν να τους οδηγούσαν σε σκηνικό θεάτρου.
Η κρεβατοκάμαρα ήταν ο προορισμός. Όχι απλώς ένα δωμάτιο: ένας ναός. Οι βαριές κουρτίνες σφράγιζαν τον χώρο από τον έξω κόσμο. Ένα αργό, βελούδινο μουσικό θέμα απλωνόταν σαν βραδινό χάδι, ενώ το άρωμα από το κερί μείγμα μαστίχας και σανδαλόξυλου τύλιγε την ατμόσφαιρα. Η φλόγα χόρευε, κι οι σκιές της τοίχους έμοιαζαν με μορφές που παρακολουθούσαν.
Η Ειρήνη τους έφερε κοντά στη φλόγα. Η Μαρίνα έλαμπε από περιέργεια και αγωνία· ο Ανδρέας, σφιγμένος, μα με το βλέμμα καρφωμένο σε κάθε λεπτομέρεια.
Η Ειρήνη πέρασε πίσω του, έδεσε απαλά ένα μαντήλι στα μάτια του. Στα χείλη της ζωγραφίστηκε ένα μισό χαμόγελο. Το χέρι της κατέβηκε στο παντελόνι του, χάιδεψε τη σκληρή του πούτσα που πάλευε να ξεσπάσει. Ο Ανδρέας ένιωσε το αίμα να του ανεβαίνει στο κεφάλι, ενώ γύρω του ακούγονταν ψίθυροι — λόγια που δεν μπορούσε να ξεχωρίσει.
Ξαφνικά, χείλη τον φίλησαν στον λαιμό. Όχι της Μαρίνας· ήταν ξένα, πιο ώριμα, πιο σίγουρα. Ένα άλλο χέρι, άγνωστο, έσφιξε το καβάλο του. Μπροστά του ακούστηκε ήχος υγρός, σάλια, ρυθμικό ρούφηγμα. Ένα θέατρο είχε στηθεί γύρω του κι εκείνος ήταν τυφλός θεατής.
Κι ύστερα, το μαντήλι τραβήχτηκε. Σαν αυλαία που σηκωνόταν.
Η εικόνα τον κάρφωσε: σε απόσταση αναπνοής, η Μαρίνα, γονατιστή, με τα μάτια θολά από καύλα, ρούφαγε τη σκοτεινή, τεράστια πούτσα του Στέφανου. Τα χείλη της άνοιγαν διάπλατα για να τη χωρέσουν, τα σάλια της έσταζαν πάνω στη ρίζα.
«Είχα δίκιο;» ρώτησε η φωνή της Ειρήνης δίπλα στ’ αυτί του.
Ο Ανδρέας μισόκλεισε τα μάτια, κατάπιε. «Ναι…» ξεστόμισε, σχεδόν σαν προσευχή.
Η Ειρήνη τον έσπρωξε πιο κοντά, σχεδόν να ακουμπάει. «Κοίτα τις φλέβες του… δες πώς πετάγονται μέσα στο στόμα της. Δεν είναι όμορφο, μωρό μου;»
Η Μαρίνα γύρισε το βλέμμα της προς την Ειρήνη, με τα μάτια γεμάτα αφοσίωση, κι έγνεψε καταφατικά με το στόμα της πνιγμένο στη σάρκα.
«Έχεις ξαναγλείψει τέτοια πούτσα;» τη ρώτησε η Ειρήνη.
Η Μαρίνα κούνησε το κεφάλι αρνητικά, χωρίς ίχνος ντροπής.
Η Ειρήνη γέλασε απαλά. «Μην ντρέπεσαι… δείξε μας κι εσύ το πουλάκι σου, Ανδρέα. Έλα…»
Ο νεαρός κατάπιε. Τα μάτια του δεν έφευγαν από το θέαμα· με χέρια ελαφρά τρεμάμενα ξεκούμπωσε το παντελόνι του. Η πούτσα του ξεπετάχτηκε, σκληρή και αγχωμένη.
Η Ειρήνη την περιεργάστηκε με βλέμμα που θύμιζε γιατρό αλλά έσταζε ειρωνεία. Έγειρε λίγο το κεφάλι, σαν να έκανε σύγκριση στο μυαλό της.
Και εκεί, η στιγμή πάγωσε.
Η Ειρήνη έγειρε στο πλάι, με τα μάτια της καρφωμένα στην πούτσα του Ανδρέα.
«Μμμ… ωραίο, σκληρό…» είπε με φωνή χαμηλή, μελωδική. Έπειτα γύρισε προς τη Μαρίνα, που ακόμα έγλειφε τον Στέφανο. «Μικρότερο όμως, έτσι; Πες μας, μωρό μου. Μην το κρατάς μέσα σου.»
Η Μαρίνα έβγαλε το στόμα της από τον Στέφανο με ένα υγρό πλοπ. Τον κοίταξε γρήγορα κι ύστερα έριξε βλέμμα στον Ανδρέα, διστακτικό.
Η Ειρήνη αμέσως άπλωσε το χέρι της, χάιδεψε τα μαλλιά της Μαρίνας, σχεδόν μητρικά. «Μη φοβάσαι. Η αλήθεια είναι ευλογία εδώ μέσα.»
Η Μαρίνα χαμογέλασε αμήχανα. «Ναι… αρκετά μικρότερο.»
Ο Ανδρέας ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται.
Η Ειρήνη έφερε το πρόσωπό της πολύ κοντά στο δικό του. Η ανάσα της ζεστή, το βλέμμα της διαπεραστικό.
«Άκουσες τη γυναίκα σου; Αρκετά μικρότερο. Αλλά ξέρεις κάτι; Δεν πειράζει. Γιατί; Γιατί αυτό σε καυλώνει. Έτσι δεν είναι; Να βλέπεις το μικρό σου πουλάκι δίπλα σ’ αυτή τη θηριώδη πούτσα, και να ξέρεις ότι το μουνάκι της μετά το σημερινό δεν θα είναι ποτέ ξανά το ίδιο.»
Έπειτα γύρισε στη Μαρίνα και της έπιασε το πηγούνι. « Μίλα του. Εξήγησε σου…σαν γυναίκα…την αλήθεια. Να σε καταλάβει…»
Η Μαρίνα γύρισε στον Ανδρέα. Το βλέμμα της πιο τολμηρό τώρα, σαν να έπαιρνε δύναμη από την Ειρήνη.
Μυρίζει υπέροχα. Έχει μια πολύ ξεχωριστή γεύση. Το σαγόνι μου πονάει…αλλά δεν μπορώ να σταματήσω…συγνώμη…» είπε και ξαναπήρε την πούτσα του Στέφανου στο στόμα της, βαθιά, μέχρι που τα μάτια της γέμισαν δάκρυα.
Η Ειρήνη έσκισε με τα νύχια της τη συσκευασία του προφυλακτικού XL και το φόρεσε στον Στέφανο με αργές, σχεδόν λατρευτικές κινήσεις. Ύστερα γύρισε στον Ανδρέα με το ίδιο χαμόγελο.
«Έλα κι εσύ, αγόρι μου…» είπε χαμηλόφωνα, και πέρασε το ίδιο μέγεθος πάνω στη δική του πούτσα. Το λάτεξ κρέμασε στο κενό, περισσεύοντας γελοία.
Τον κοίταξε στα μάτια. «Ξέρω, θα σου είναι λίγο μεγάλο…» τόνισε με εκείνο το βελούδινο ειρωνικό της ύφος. Οι γυναίκες γέλασαν ταυτόχρονα, σαν να ανήκαν στην ίδια συνομωσία.
Η Μαρίνα έγειρε το κεφάλι της πίσω, ντροπιασμένη αλλά και φανερά ερεθισμένη. Ο Ανδρέας ένιωσε το πρόσωπό του να καίει.
«Έλα τώρα… να τους καμαρώσουμε μαζί.» Η Ειρήνη τον τράβηξε από τον ώμο και τον έφερε στο πλάι.
Ο Στέφανος είχε ήδη πάρει θέση επάνω από τη Μαρίνα. Της σήκωσε το φόρεμα, έπιασε την τεράστια πούτσα του και την ακούμπησε πάνω στην κοιλίτσα της, δείχνοντας με τη σιωπή του μέχρι που θα έφτανε.
«Νομίζω ότι αν μπει τέρμα… θα γεμίσει και τη μήτρα της,» είπε η Ειρήνη με ψεύτικη αθωότητα. Γύρισε στον Ανδρέα. «Τι λες;»
Ο Ανδρέας, με μάτια σφιγμένα και το σαγόνι τεντωμένο, έγνεψε μόνο καταφατικά.
Ο Στέφανος έσπρωξε το κεφάλι μέσα. Η Μαρίνα αναστέναξε βαθιά, τεντώνοντας τα πόδια της. Σιγά-σιγά, ίντσα την ίντσα, η πούτσα του βυθιζόταν, κι εκείνη βογκούσε όλο και πιο δυνατά.
Η Ειρήνη έσκυψε στο αυτί του Ανδρέα, σχεδόν γουργουρίζοντας.
«Την έχεις ακούσει έτσι μαζί σου; Ε; Αλήθεια, πες.»
«Όχι…» κατάφερε να ψιθυρίσει.
Με μια ξαφνική κίνηση, ο Στέφανος μπήκε ολόκληρος μέσα. Η Μαρίνα έβγαλε μια κραυγή ηδονής που έκοψε την ανάσα.
«Μήτρα;» ρώτησε η Ειρήνη, χαμογελώντας πλατιά.
«Ναι…» βογκηξε η Μαρίνα, σπασμένη, ιδρωμένη, εκστασιασμένη.
Η Ειρήνη τότε άρπαξε τον Ανδρέα από τα ισχία και τον τράβηξε απότομα πάνω της. Έβαλε τη δική του πούτσα μέσα στο μουνί της, χωρίς να του δώσει χρόνο να αντιδράσει.
Η Ειρήνη άφησε τον κορμό του Ανδρέα, κράτησε το πρόσωπό του με τα δύο της χέρια και τον ανάγκασε να μην πάρει τα μάτια του από τη Μαρίνα. Η φωνή της χαμηλή, σχεδόν μυσταγωγική:
«Πες μου, Μαρίνα… πόση διαφορά νιώθεις;»
Η Μαρίνα άφησε έναν πνιχτό αναστεναγμό, και σχεδόν φώναξε:
«Καμία σχέση! Καμία!»
Το χαμόγελο της Ειρήνης μεγάλωσε. Τεντώθηκε στ’ αυτί της Μαρίνας και σφύριξε:
«Θέλεις να βοηθήσουμε τον μικρό εδώ να χύσει; Να ξεμπερδεύουμε γρήγορα μαζί του; Να μην τον έχεις πια στο μυαλό σου…»
Η Μαρίνα σήκωσε το κεφάλι, τα μάτια της θολά από την καύλα και το σαδιστικό της χαμόγελο έσπασε τον Ανδρέα στα δύο.
«Αχά…» είπε μόνο, με εκείνο τον παρανοϊκό τόνο που μισός ήταν κάλεσμα, μισός απόρριψη.
«Τέλεια…» ψιθύρισε η Ειρήνη.
«Κοίτα τον. Χαμογέλα του. ώστου εικόνα για μια ζωή…»
Η Μαρίνα εκτέλεσε ακαριαία, χωρίς δεύτερη σκέψη. Σαν υπνωτισμένη. Σαν να μην υπήρχε κόσμος έξω από την κάβλα εκείνης της στιγμής. Το χαμόγελό της άναψε σα σπίθα, άναρχο, επικίνδυνο. Τα μάτια της γαντζωμένα στα δικά του, την ώρα που ο Στέφανος όργωνε το κορμί της με ρυθμούς που έσπαγαν τη σπονδυλική της στήλη.
«Τωρα… δείξ’ του το δάχτυλο…το καλό…το μεσαίο…» ψιθύρισε η Ειρήνη με μέλι και δηλητήριο.
Η Μαρίνα άπλωσε το αριστερό της χέρι,τα δάχτυλα της μαζεμένα σε μπουνιά… και ύψωσε αργά, σχεδόν τελετουργικά, το μεσαίο. Με το δεξί της χέρι κρατούσε γερά τον ώμο του Στέφανου, σαν να ρίζωνε επάνω του.
Το βλέμμα της κάρφωνε τον Ανδρέα. Προκλητικό, αλαζονικό, αδίστακτο.
Κι εκείνος… λύγισε.
«Χύνω!» ξεφώνισε ξαφνικά, η φωνή του μισή κραυγή, μισή παράδοση. Το κορμί του τινάχτηκε βίαια καθώς έσπρωχνε μέσα στην Ειρήνη, δίχως έλεγχο πια.
Η Ειρήνη σφίχτηκε γύρω του με τα πόδια της, τα νύχια της γραπώθηκαν στην πλάτη του.
«Ναι… έτσι! Μικρέ! Σπάσε για μένα!» Ο ρυθμός του την έσυρε μαζί του, και η δική της έκσταση ξέσπασε δυνατά, υγρά να τρέχουν από το μουνί της, φωνή που σκέπασε τα πάντα για λίγες στιγμές.
Η Μαρίνα από απέναντι γελούσε με ένα βραχνό, παρανοϊκό γέλιο, την ώρα που το μεσαίο της δάχτυλο έμενε υψωμένο. Και ο Ανδρέας, ξέπνοος, έκλεινε τα μάτια του σπασμένος, με την αίσθηση ότι η ίδια η καύλα του είχε στραφεί εναντίον του.
Η ανάσα ακόμα βαριά, ο ιδρώτας να στάζει από μέτωπα και κορμιά. Ο Στέφανος, έχοντας αδειάσει μέσα στο προφυλακτικό, τραβήχτηκε λίγο πίσω αφήνοντας τη Μαρίνα σπασμένη, ανοιχτή, βογκώντας. Ο Ανδρέας μισολιπόθυμος στην αγκαλιά της Ειρήνης, τα μάτια του μισόκλειστα, το πουτσοκέφαλό του ακόμα παλλόμενο.
Η Ειρήνη τον κράτησε έτσι για λίγο, σαν να τον νανούριζε, κι ύστερα χαμογέλασε με εκείνο το αργό, σαδιστικό χαμόγελο που προμήνυε κάτι σκοτεινό.
Τον έβγαλε προσεκτικά από μέσα της , του έβγαλε το προφυλακτικό, σηκώθηκε μπροστά του, κατέβασε το κεφάλι της προς τα κάτω, άνοιξε το στόμα της και άφησε μια χοντρή χορδή σάλιου να στάξει αργά, σχεδόν τελετουργικά, πάνω στο πουτσοκέφαλό του. Γυάλισε κάτω από το φως του κεριού και κύλησε γύρω από τη βάλανο.
Ο Ανδρέας τινάχτηκε αμήχανα.
«Τώρα εσύ…» του είπε απαλά, αλλά το βλέμμα της δεν σήκωνε αντίρρηση.
Με τρεμάμενο χέρι έπιασε το πιγούνι του, τον έκανε να σκύψει το κεφάλι. Ο Ανδρέας άφησε κι εκείνος το σάλιο του να πέσει πάνω στο ήδη γυαλιστερό πουτσοκέφαλο.
Η Μαρίνα τους κοίταζε, ιδρωμένη, ακόμα καρφωμένη από το γαμήσι. Η Ειρήνη γύρισε προς το μέρος της:
«Εσύ τώρα, καρδούλα μου. Είναι αναγκαίο…έλα….»
Η Μαρίνα άνοιξε τα χείλη της, το βλέμμα της παιχνιδιάρικο και σαρδόνιο, και άφησε κι εκείνη μια χορδή σάλιου να πέσει επάνω. Σάλιο της Ειρήνης, του Ανδρέα, της ίδιας — όλα ανακατεμένα στο ίδιο σημείο.
Η Ειρήνη ακούμπησε δύο δάχτυλα στο πουτσοκέφαλο, μάζεψε το μίγμα και το άπλωσε στο σώμα του Ανδρέα, αφήνοντας ένα υγρό ίχνος στο στέρνο του.
Ο Ανδρέας έκλεισε τα μάτια του. Η τελευταία εικόνα που χάραξε στο μυαλό του ήταν τα τρία στόματα, τα τρία σάλια, και το βάρος της σφραγίδας που έπεσε πάνω του.
Κι έτσι, η αυλαία του πρώτου τους παιχνιδιού έπεσε — όχι με κραυγές, αλλά με έναν βουβό, ανεξίτηλο δεσμό.
Κεφάλαιο 4 – Ο Λόγος της Κυρίας
Η βραδιά στην έπαυλη είχε τελειώσει, μα οι τέσσερίς τους δεν γύρισαν στην προηγούμενη ζωή τους. Τα μηνύματα, οι μικρές προσκλήσεις, οι ματιές που ξαναγράφονταν με λόγια στην οθόνη, έκαναν τις μέρες να τρέχουν αλλιώς. Ο Στέφανος με τη Μαρίνα, η Ειρήνη με τον Ανδρέα· μα στην πραγματικότητα όλα περνούσαν από το φίλτρο της Ειρήνης. Εκείνη κρατούσε τον ρυθμό. Εκείνη έφτιαχνε το τελετουργικό.
Η Μαρίνα, άλλοτε διστακτική κι άλλοτε φλογισμένη, άρχισε να μιμείται την Ειρήνη. Στις κινήσεις, στο βλέμμα, ακόμα και στον τρόπο που μιλούσε στον Ανδρέα. Σαν να δανειζόταν τη φωνή της άλλης γυναίκας για να τον τοποθετεί όλο και πιο χαμηλά.
Η Ειρήνη δεν το άφηνε στην τύχη· την καθοδηγούσε. Της έδινε μικρές εντολές, μικρά θεατρικά, κι εκείνη τα εκτελούσε. Ένα παιχνίδι που μετατρεπόταν σε μάθημα.
Ένα απόγευμα, καθώς η Μαρίνα έπαιζε με τα μαλλιά της μπροστά στον καθρέφτη, η Ειρήνη πλησίασε.
«Σήμερα θα τον φροντίσεις,» είπε ήρεμα, σαν να έδινε συνταγή.
Η Μαρίνα γύρισε το κεφάλι με απορία.
«Θέλω να τον ξυρίσεις. Κάτω. Να είναι καθαρός. Να έχει όμορφη τρύπα. Εσύ θα το ζητήσεις — όχι εγώ. Θα του το πουλήσεις σαν χάδι, σαν φροντίδα. Μα στην πραγματικότητα θα είναι σφράγισμα. Κατάλαβες;»
Η Μαρίνα χαμογέλασε νευρικά, αλλά το μάτι της έλαμπε.
Το βράδυ, ο Ανδρέας την είδε να βγαίνει από το μπάνιο με μια μικρή λεκάνη νερό και ξυραφάκια στο χέρι. Η καρδιά του χτύπησε πιο γρήγορα.
«Κάτσε,» του είπε απαλά, σχεδόν τρυφερά, «θέλω να σε φροντίσω.»
Ο Ανδρέας ένιωσε το αίμα του να παγώνει και να καίει μαζί. Το βλέμμα του κατέβηκε στα ξυραφάκια.
«Τι… τι εννοείς;»
Η Μαρίνα δεν απάντησε· απλώς του έδειξε την καρέκλα. Σαν υπνωτισμένος, κάθισε.
Η ατμόσφαιρα πάχωνε· ο αχνός του νερού, το άρωμα του αφρού, η σιωπή που δεν ήταν απλή σιωπή αλλά τελετουργική παύση. Η Μαρίνα του άνοιξε τα πόδια. Το βλέμμα της δεν έμοιαζε πια δικό της — ήταν το βλέμμα της Ειρήνης μέσα από εκείνη.
Ο Ανδρέας ένιωσε το κρύο του νερού στο δέρμα του, τα δάχτυλά της να τον απλώνουν, να τον ξεγυμνώνουν σε σημεία που ποτέ δεν είχε αφήσει κανέναν να αγγίξει με τέτοια προσοχή. Ντροπή και καύλα συγκρούονταν μες στο στήθος του. Η ανάσα του κοβόταν, μα δεν μπορούσε να πει «όχι».
Η λεπίδα ακούμπησε πρώτη φορά. Λεπτή, προσεκτική. Η Μαρίνα έσκυβε με την επιμέλεια ράφτρας, μα με το χαμόγελο μιας γυναίκας που κρατά το πάνω χέρι. Κάθε τρίχα που έπεφτε, κάθε γραμμή που άνοιγε η λεπίδα, ήταν κι ένα κομμάτι από την παλιά του ανδρική περηφάνια που εξαφανιζόταν.
Κάποια στιγμή σήκωσε το βλέμμα της, βλέποντας το όργανό του. Η φωνή της ήταν απαλή, μα οι λέξεις σκληρές:
«Ξέρεις… είναι όμορφο. Πάντα ήταν όμορφο. Δεν χρειάζεται να είναι κάτι άλλο. Αυτός είναι ο ρόλος σου. Να είσαι καθαρός, να είσαι διαθέσιμος, να μην χαλάς την εικόνα. Τώρα είσαι…κούκλος…αρμονικός μπρος και πίσω.»
Ο Ανδρέας ένιωσε να βουλιάζει. Το στήθος του έκαιγε από ντροπή, κι όμως η πούτσα του είχε σκληρύνει. Δεν ήξερε αν έπρεπε να ντρέπεται για την στύση του ή για τα λόγια που τον διέλυαν. Το μυαλό του ήταν ένα κουβάρι: θλίψη, υπερηφάνεια που τσακιζόταν, και μια καύλα που γινόταν όλο και πιο δυνατή.
Η Μαρίνα τελείωσε, σκούπισε αργά το δέρμα του με μια μαλακή πετσέτα. Έπειτα ακούμπησε το στόμα της κοντά στ’ αυτί του και ψιθύρισε σαν προσευχή που δεν άφηνε χώρο για απάντηση:
«Σ αγαπώ πολύ. Θέλω να σου εξομολογηθώ ότι πλέον σε θέλω…. περισσότερο από ποτέ…»
Ο Ανδρέας έκλεισε τα μάτια. Δεν ήξερε αν δάκρυσε από ντροπή ή αν ίδρωσε από καύλα. Ήταν το ίδιο.
Κεφάλαιο 5 – Η Σκιά της Εγκυμοσύνης
Ήταν Σάββατο βράδυ, κι ο αέρας είχε μια βαρύτητα σχεδόν τελετουργική. Η επαυλη του Στέφανου φωτιζόταν με κεριά, το φως τους έπαιζε στις βαριές κουρτίνες σαν σκιές που χόρευαν σιωπηλά. Στο τραπέζι τους περίμεναν ποτήρια με κόκκινο κρασί και φρούτα κομμένα με ακρίβεια, σαν προσφορά σε μυστήριο.
Η Μαρίνα ένιωθε το στομάχι της να σφίγγεται· όχι από φόβο, αλλά από την προσμονή ενός παιχνιδιού που δεν είχε όνομα ακόμα. Ο Ανδρέας, δίπλα της, έπαιζε νευρικά με τα δάχτυλά του στο ποτήρι, ενώ απέναντί τους η Ειρήνη και ο Στέφανος έμοιαζαν απόλυτα γαλήνιοι, σαν να ήξεραν κάθε βήμα που θα ακολουθούσε.
Η Ειρήνη σηκώθηκε πρώτη. Η κίνηση της ήταν αργή, υπολογισμένη· το φόρεμά της άνοιγε στον μηρό σαν να αποκάλυπτε χωρίς να προσφέρει. Στο χέρι της κρατούσε ένα μικρό μαύρο κουτί. Το άφησε στο τραπέζι με ήχο που αντήχησε πολύ περισσότερο απ’ όσο θα έπρεπε.
Το άνοιξε. Μέσα, τακτοποιημένα, υπήρχαν τέσσερα προφυλακτικά. Δίπλα τους, μια λεπτή καρφίτσα που γυάλιζε στο φως.
Το χαμόγελό της δεν είχε καμία τρυφερότητα. Ήταν καθαρό, επικίνδυνο παιχνίδι.
«Απόψε,» είπε, «θα παίξουμε με τη μοίρα. Ένα απ’ αυτά τα τέσσερα θα τρυπηθεί. Το ποιο, δεν έχει σημασία· κανείς μας δεν θα ξέρει. Όταν έρθει η ώρα, ο Στέφανος θα φορέσει κάποιο στην τύχη… κι ό,τι είναι να γίνει, θα γίνει.»
Το βλέμμα της Μαρίνας άστραψε· μισό τρόμος, μισό καύλα. Ο Ανδρέας πάγωσε, τα χέρια του σφίχτηκαν στα γόνατά του. Η σκιά της πιθανότητας, η σκιά της εγκυμοσύνης, απλώθηκε ανάμεσά τους σαν αόρατο πέπλο.
Η Ειρήνη πήρε την καρφίτσα, την ύψωσε στον αέρα σαν να ευλογούσε το δωμάτιο, κι έπειτα την βύθισε αργά σε ένα από τα προφυλακτικά. Η χειρονομία της ήταν ακριβής, σχεδόν ιερατική.
«Κανείς δεν ξέρει ποιο είναι το σημαδεμένο,» είπε ήσυχα. «Κι έτσι θα είναι πιο όμορφο. Μοιραίο. Τυχαίο. Σαν τη ζωή.»
Ο Στέφανος έγειρε ελαφρά στο τραπέζι, απλώνοντας το χέρι του προς τα τέσσερα προφυλακτικά. Στην παλάμη του, κρυμμένο από το βλέμμα της Μαρίνας και του Ανδρέα, υπήρχε ήδη ένα πέμπτο. Ένα λεπτά τρυπημένο, σημαδεμένο, έτοιμο να καθορίσει τη νύχτα.
Έκανε πως σκέφτεται, άφησε τα δάχτυλά του να περιπλανηθούν πάνω στα τέσσερα σαν να δοκίμαζε το βάρος τους· έπειτα πήρε ένα. Η Ειρήνη του έκλεισε το μάτι με εκείνο το χαμόγελο που δεν σήκωνε αμφιβολία. Εκείνος ανταπέδωσε, και το σκηνικό είχε ήδη παιχτεί.
Το πέρασε αργά, με την αυτοκυριαρχία κάποιου που δεν βιάζεται ποτέ. Στράφηκε στη Μαρίνα.
«Έλα…» είπε ήσυχα, κι εκείνη υπάκουσε. Σκαρφάλωσε πάνω του, με τα γόνατα να τρέμουν ανάμεσα στην αγωνία και την καύλα.
Ο Στέφανος την κράτησε από τη μέση με σταθερά χέρια, οδηγώντας την να καθίσει πάνω στο καυλί του. Το ένιωσε να γλιστρά μέσα της, σιγά, βαθιά. Το πρόσωπό της συσπάστηκε· μισό αναστεναγμός, μισό φόβος.
Ο Στέφανος έσκυψε στο αυτί της. Η φωνή του ήταν βραχνή, σκληρή, σαν εξομολόγηση που δεν έπρεπε να ακουστεί από κανέναν άλλον.
«Χωρις να το πάρει γραμμή κάνεις φόρεσα ένα ήδη τρυπημένο. Αν θέλεις να σπάσει… πρέπει να κάτσεις πιο δυνατά. Απότομα. Να το νιώσεις.»
Η Μαρίνα κράτησε την αναπνοή της· για μια στιγμή τα μάτια της αναζήτησαν τον Ανδρέα, μα ύστερα κατέβασαν το βλέμμα. Έπειτα, με μια κίνηση που θύμιζε πτώση στο κενό, βυθίστηκε επάνω του με δύναμη.
Το τακ ακούστηκε καθαρά, μέσα της, σαν θραύσμα που διαλύθηκε. Εκείνη τινάχτηκε, τα μάτια της γυάλισαν.
Αργά γύρισε το κεφάλι προς τον Ανδρέα. Το χαμόγελο είχε ζωγραφιστεί στο πρόσωπό της, σαρδόνιο, θεϊκό.
«Αυτό το τακ… πρέπει να ακούστηκε μέχρι έξω… έτσι;»
Η φωνή της έσταζε πρόκληση.
Η Ειρήνη χαμογέλασε ήρεμα, γέρνοντας προς τα πίσω σαν Ιέρεια που παρακολουθεί την τελετή να εκτελείται στην εντέλεια.
«Πράγματι.»
Κι ύστερα, χωρίς να περιμένει, σήκωσε το φόρεμά της, γλίστρησε πάνω στον Ανδρέα. Εκείνος, με προφυλακτικό «καθαρό», βυθίστηκε μέσα της ενώ το βλέμμα του έμενε καρφωμένο στη Μαρίνα .
Η Ειρήνη κινούνταν πάνω στον Ανδρέα σαν να τον είχε δέσει σε αόρατα σκοινιά. Το βλέμμα της, καρφωμένο στα μάτια του, ήταν καθρέφτης σκληρότητας και ηδονής.
«Τον βλέπεις;» ψιθύρισε, δείχνοντας τον Στέφανο που έσπρωχνε αλύπητα μέσα στη Μαρίνα. «Όταν μπαίνει έτσι… φτάνει μέχρι τη μήτρα της. Εκεί που φυτεύεται η ζωή. Εκεί που δεν θα φτάσεις ποτέ εσύ.»
Ο Ανδρέας ένιωσε την ανάσα του να κόβεται. Η Ειρήνη συνέχισε, χαϊδεύοντας τα δάχτυλά της πάνω στο στήθος του με γλυκιά ειρωνεία.
«Ξέρεις τι είναι το χειρότερο; Το σπέρμα του μένει ζωντανό για μέρες μέσα της. Γνωρίζοντας το ενδεχόμενο, δεν είχε χύσει καθόλου τις τελευταίες μέρες. Το φύλαγε γι’ αυτή τη στιγμή.»
Ο Ανδρέας ένιωθε το στομάχι του να καίγεται· η ντροπή έσμιγε με την καύλα σαν δηλητήριο. Η Ειρήνη γύρισε προς τη Μαρίνα, που ήταν ακόμα καβαλημένη στον Στέφανο.
«Μαρίνα… είναι επικίνδυνες οι μέρες;»
Εκείνη άνοιξε τα μάτια της διάπλατα. «Δεν… δεν ξέρω.»
Η Ειρήνη χαμογέλασε πονηρά. «Και σε νοιάζει;»
Η Μαρίνα ξέσπασε σε δυνατό γέλιο, με το κεφάλι της να τινάζεται προς τα πίσω. «Όχι!» φώναξε, γεμάτη καύλα και θράσος.
Ο Στέφανος άρπαξε τη μέση της και, με μια τελευταία βίαιη κίνηση, έχυσε βαθιά μέσα της. Η κραυγή του ήταν σαν βρυχηθμός, ενώ η Μαρίνα λύγισε πάνω του, νιώθοντας το καυτό σπέρμα να πλημμυρίζει τα σωθικά της.
Ο Ανδρέας έτρεμε. Η Ειρήνη σηκώθηκε αμέσως, σχεδόν ιερουργικά.
«Σήκω προσεκτικά τώρα,» είπε στη Μαρίνα. «Μην αφήσεις να χαθεί ούτε μια σταγόνα.»
Την οδήγησε με τα χέρια της μέχρι που στάθηκε πάνω από το πρόσωπο του Ανδρέα. Εκείνος ξάπλωνε, αβοήθητος, το βλέμμα του καρφωμένο στο μουνί της γυναίκας του που έσταζε σπέρμα άλλου.
Η Μαρίνα δίστασε. Τα μάτια της τρεμόπαιζαν ανάμεσα στη ντροπή και στη φωτιά που την έτρωγε. Η Ειρήνη έσκυψε, τη φίλησε βαθιά στο στόμα, την έσπρωξε απαλά μα αποφασιστικά προς τα κάτω.
«Σπρώξ’ το,» της ψιθύρισε. «Πρέπει να βγει. Πρέπει να πάει μέσα του.»
Η Μαρίνα έγειρε, τα χείλη της μισάνοιχτα, και άφησε τον Ανδρέα να γίνει δοχείο. Το πρώτο κύμα ζεστού σπέρματος άγγιξε τη γλώσσα του· ολόκληρο το σώμα του σείστηκε.
Πίσω του, ο Στέφανος είχε σκύψει. Τα δάχτυλά του χάιδευαν την τρύπα του Ανδρέα με σχεδόν τρυφερή βία.
Η Ειρήνη, που είχε γονατίσει δίπλα του, άπλωσε το χέρι και έπιασε τα αρχίδια του σφιχτά. Έσφιξε μέχρι να βγάλει ένα πνιχτό βογκητό.
«Θα τα καταπιείς όλα, Ανδρέα,» του είπε με φωνή γλυκιά, φαρμακερή. «Αλλιώς θα τα σφίξω τόσο που θα σε αφήσω στείρο εδώ και τώρα.»
Ο Ανδρέας δεν είχε πια επιλογή. Έκλεισε τα μάτια και άνοιξε τον λαιμό του. Κατάπιε το ένα κύμα μετά το άλλο, μέχρι που ένιωσε το στόμα του να πλημμυρίζει και τον λάρυγγά του να καίγεται. Ήταν σπασμένος. Ήταν ζωντανός. Ήταν και τα δύο.
Η Ειρήνη χαλάρωσε τη λαβή της και χαμογέλασε, σαν να ευλογούσε ένα μυστήριο που είχε τελεστεί στην εντέλεια.
Η Ειρήνη δεν άφησε τον Ανδρέα να συνέλθει ούτε στιγμή. Το χέρι της έσφιγγε ακόμα τα αρχίδια του, μα αυτή τη φορά με πιο υπολογισμένη τρυφερότητα. Με το άλλο, άρχισε να δουλεύει την πούτσα του αργά, βασανιστικά, σαν να κρατούσε στα χέρια της ένα όργανο που ανήκε μόνο σε εκείνη.
«Για να σε ανταμείψω…» του ψιθύρισε, ενώ τα δάχτυλά της ανέβαιναν και κατέβαιναν με ρυθμό σχεδόν τελετουργικό.
Ο Ανδρέας αναστέναξε βαθιά, το σώμα του να σείεται από κύματα καύλας και ντροπής. Κι όταν η Ειρήνη γύρισε προς τη Μαρίνα, το χαμόγελό της είχε ήδη γραφτεί σαν εντολή.
«Βάλτου δάχτυλο.»
Η Μαρίνα υπάκουσε δίχως σκέψη. Το χέρι της γλίστρησε, το δάχτυλο μπήκε αργά μέσα του. Ο Ανδρέας τινάχτηκε, ο λαιμός του έβγαλε έναν ήχο που δεν έμοιαζε με τίποτα ανθρώπινο — μισό λυγμός, μισό κραυγή λύτρωσης.
Κι ύστερα συνέβη.
Το χύσιμο του Ανδρέα δεν έμοιαζε με κανένα άλλο. Οι όρχεις του, παγιδευμένοι στη σφιχτή παλάμη της Ειρήνης, δεν μπόρεσαν καν να μαζευτούν. Αντίθετα, έμοιαζαν να ξεχειλίζουν, να παραδίδονται πλήρως στη βούλησή της. Η τρύπα του γεμάτη, ο ρυθμός των χεριών τους να τον συνθλίβει, έσπασε σε μια έκρηξη που δεν ήταν μόνο σωματική. Ήταν διάλυση.
Το σπέρμα του πετάχτηκε με ορμή, πιτσιλώντας το στήθος του, το χέρι της Ειρήνης, ακόμα και τα μπούτια της Μαρίνας. Μα το πιο δυνατό δεν ήταν το θέαμα. Ήταν το συναίσθημα: εκείνη η αίσθηση πως είχε αδειάσει πέρα από το σώμα του· πως η ψυχή του είχε ξεριζωθεί από μέσα του και είχε σκορπιστεί σε λευκές, αχαλίνωτες ριπές.
Έμεινε λαχανιασμένος, με μάτια γυρισμένα προς τα μέσα, σαν χαμένος σε άλλο κόσμο. Η Ειρήνη άφησε επιτέλους τα αρχίδια του, τα χάιδεψε σαν τρόπαιο, και γέλασε χαμηλά.
Η Μαρίνα έσκυψε, φίλησε απαλά τον ιδρωμένο λαιμό του, κι εκείνος ένιωσε το φιλί της όχι σαν παρηγοριά, αλλά σαν σφραγίδα.
Η τελετή της νύχτας είχε ολοκληρωθεί.
Κεφάλαιο 6 – Το Σπάσιμο του Ανδρέα
Η νύχτα τους είχε αφήσει άδειους και γεμάτους ταυτόχρονα. Η Μαρίνα και ο Ανδρέας έμειναν στον ξενώνα της έπαυλης· εκεί, σ’ ένα κρεβάτι που δεν μύριζε δικό τους, με σεντόνια που είχαν απορροφήσει τη βαριά μυρωδιά της προηγούμενης τελετής. Η Μαρίνα αποκοιμήθηκε γρήγορα, κουλουριασμένη δίπλα του, μ’ ένα χαμόγελο που μαρτυρούσε καύλα και σιγουριά. Ο Ανδρέας όμως έμεινε ξύπνιος για ώρα, παλεύοντας με τις εικόνες που του είχαν χαραχθεί στο μυαλό.
Το επόμενο πρωί, το φως γλίστρησε διστακτικά από τα παντζούρια. Η καμπάνα του σπιτιού σήμανε το πρωινό σαν κάλεσμα σε λειτουργία. Στην κεντρική τραπεζαρία, το μεγάλο τραπέζι τους περίμενε στρωμένο. Ο Στέφανος και η Ειρήνη κάθονταν ήδη στις κεφαλές, επιβλητικοί, σαν άρχοντες του χώρου.
Η Μαρίνα, αν και μέσα της υπήρχαν ψίθυροι ανησυχίας, ένιωθε παράδοξα ασφαλής. Το βλέμμα της συναντούσε το της Ειρήνης, κι εκεί ένιωθε να βρίσκει καταφύγιο. Σαν να ανήκε κάπου. Σαν να είχε πια ρίζες μέσα σε αυτό το γκρουπ που την τύλιγε σαν μυστική οικογένεια.
Η κουβέντα κύλησε ανάλαφρη στην αρχή — σχόλια, χαμόγελα, αναμνήσεις της προηγούμενης νύχτας που μετατρέπονταν σε μισόλογα. Κι ύστερα, σχεδόν αθόρυβα, η Ειρήνη έγειρε μπροστά, το βλέμμα της καρφώθηκε στον Ανδρέα.
«Ανδρέα…» ξεκίνησε, με φωνή ήρεμη αλλά κοφτερή σαν λεπίδα. «Ξέρεις καλά τι σημαίνει να είσαι δίπλα σε μια γυναίκα. Να τη στηρίζεις. Σε κάθε βήμα. Ακόμα και σε κάτι μεγάλο. Σε κάτι… ευχάριστο.»
Το στομάχι του σφίχτηκε. Ο λόγος της είχε διπλή κόψη· έλεγε το προφανές, μα πίσω από τις λέξεις φώλιαζε μια σκιά: η πιθανότητα της εγκυμοσύνης. Η πιθανότητα ότι η γυναίκα του κουβαλούσε μέσα της τον σπόρο ενός άλλου.
Η Ειρήνη δεν χαμήλωσε το βλέμμα.
«Σε κάθε περίπτωση, Ανδρέα, η θέση σου είναι να είσαι στήριγμα. Να είσαι εκεί, να μην αμφισβητείς, να μην αντιστέκεσαι. Καταλαβαίνεις;»
Η Μαρίνα χαμογέλασε αχνά, σαν να ένιωθε την πλάτη της να δυναμώνει από τα λόγια αυτά. Ο Ανδρέας έμεινε σιωπηλός, παγιδευμένος ανάμεσα στη ντροπή και στη μοναδική καύλα που του προκαλούσε η διάλυση της ίδιας του της ανδρικής ταυτότητας.
Η Ειρήνη χαμογέλασε, έγειρε το κεφάλι της προς τη Μαρίνα και ύστερα ξαναγύρισε στον Ανδρέα.
«Ξέρεις, οι πιθανότητες δεν μετριούνται μόνο με ημερολόγια και κύκλους. Μετριούνται και με κάτι άλλο: με το πόσο το θέλει το σώμα. Με το πόσο το θέλει το ζευγάρι.»
Ο Ανδρέας ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει στο λαιμό του. Τα λόγια της ήταν αμφίσημα, μα το νόημα ήταν ξεκάθαρο. Η Μαρίνα κοκκίνισε, μα δεν έσκυψε το βλέμμα.
Η Ειρήνη έσκυψε πιο μπροστά, η φωνή της χαμηλή, σχεδόν εξομολογητική.
«Κι εχθές … ήσουν εκεί. Είδες πώς τον δέχτηκε. Είδες πώς γέλασε, όταν τη ρώτησα αν τη νοιάζει. Το σώμα της δεν αντιστάθηκε. Αυτό, Ανδρέα, κάνει τις πιθανότητες πολύ πιο μεγάλες.»
Η Μαρίνα έπαιζε με το ποτήρι της, το χαμόγελο να πηγαινοέρχεται στα χείλη της. Τελικά μίλησε, με φωνή που έτρεμε μα είχε μια πυρήνα σταθερότητας.
«Είναι αλήθεια… Χθες… ήταν σαν να άνοιξε κάτι μέσα μου. Δεν ξέρω αν φοβάμαι ή αν το θέλω περισσότερο. Ίσως και τα δύο. Μα ο ενθουσιασμός… με κατακλύζει.»
Τα μάτια του Ανδρέα γυάλισαν. Ένιωθε σαν να του έπαιρναν τη γη κάτω από τα πόδια. Σαν να άκουγε τη γυναίκα του να αποδέχεται, με χαμόγελο, κάτι που θα έπρεπε να είναι εφιάλτης — κι όμως παρουσιαζόταν μπροστά του σαν γιορτή.
Η Μαρίνα κατένευσε σιωπηλά. Το τραπέζι γέμισε μια παράξενη ένταση: ένα μείγμα ελπίδας, φόβου και καύλας.
Ο Ανδρέας βυθίστηκε μέσα του, νιώθοντας το δικό του «όχι» να διαλύεται από την καυτή λάβα ενός «ναι» που δεν είχε πει, αλλά το έλεγαν όλοι γύρω του.
Η Ειρήνη ακούμπησε το πιρούνι της κάτω, έγειρε ελαφρά πίσω στην καρέκλα και τον κοίταξε με βλέμμα κοφτερό.
«Και με την ευκαιρία… θέλουμε να μας πεις πώς ένιωσες εχθές. Με την ιδέα της στείρωσης. Θυμάσαι; Όταν σου έσφιγγα τ’ αρχίδια και σε απείλησα.»
Ο Ανδρέας πάγωσε. Το αίμα ανέβηκε στο πρόσωπό του.
«Τι… τι εννοείς;» ψέλλισε.
Η Ειρήνη γέλασε χαμηλά. «Μα είναι ξεκάθαρο. Εγώ πάντως είδα το πουλί σου να χύνει στην ιδέα. Δεν ήταν τυχαίο. Το σώμα σου μίλησε πιο δυνατά από το στόμα σου.»
«Δεν… δεν καταλαβαίνω. Ήταν απλώς μια κουβέντα…» Τα χέρια του σφίχτηκαν στα γόνατά του. «Τι συζητάτε σοβαρά τώρα;»
Το βλέμμα της τον κάρφωσε. «Μια χαρά καταλαβαίνεις. Απλώς φοβάσαι να το παραδεχτείς. Γιατί μέσα σου ξέρεις ότι αυτό είναι το τέλος της ψευδαίσθησης που κουβαλάς.»
Η αίθουσα πάγωσε. Η Μαρίνα, που ως τώρα έπαιζε με τα μαλλιά της σιωπηλή, ύψωσε τα μάτια της. Η Ειρήνη χαμογέλασε πλατιά και γύρισε σε εκείνη.
«Μαρίνα…; Εσύ; Καύλωσες με την ιδέα;»
Η Μαρίνα χαμήλωσε τα μάτια της αμέσως. Έπαιξε με το ποτήρι της, το γύρισε στα χέρια της σαν παιδί που προσπαθεί να αποφύγει μια απάντηση.
«Δεν… δεν ξέρω…» ψέλλισε.
Η Ειρήνη γέλασε ειρωνικά. «Δεν ξέρεις; Μα εγώ σε είδα. Είδα τα μάτια σου όταν τον έσφιξα. Είδα πώς αναστέναξες. Το σώμα δεν λέει ψέματα.»
«Ίσως… ήταν η στιγμή…» είπε η Μαρίνα αδύναμα, σηκώνοντας δειλά το βλέμμα της προς τον Στέφανο.
Η Ειρήνη έσκυψε μπροστά, με τη φωνή της τώρα ψιθυριστή αλλά κοφτερή, σαν νυστέρι.
«Όχι, Μαρίνα. Δεν ήταν η στιγμή. Ήταν εσύ. Ήσουν εσύ που καύλωσες όταν τον είδες να σπάει. Ήσουν εσύ που άνοιξες τα πόδια σου λίγο περισσότερο εκείνη τη στιγμή. Μην το αρνείσαι.»
Η Μαρίνα έμεινε σιωπηλή για λίγο, τα μάγουλά της αναψοκοκκινισμένα. Ο Ανδρέας κρατούσε την ανάσα του.
«Πες το,» την πρόσταξε η Ειρήνη, «πες το για να το ακούσει και ο άντρας σου. Για να μην ξεχαστεί ποτέ.»
Η Μαρίνα δάγκωσε τα χείλη της, σαν να πάλευε με τον εαυτό της. Έπειτα, σχεδόν σπασμένα, βγήκε η φράση:
«Ναι… καύλωσα.»
Η Ειρήνη χαμογέλασε θριαμβευτικά. «Και γιατί καύλωσες;»
Η Μαρίνα πήρε βαθιά ανάσα, τα μάτια της γυαλίζοντας τώρα με εκείνη την αλήθεια που δεν μπορούσε να κρυφτεί πια.
«Καύλωσα… με το όλο παίγνιο. Με την αγριότητα του. Δεν ήταν μόνο η απειλή. Ήταν το θέαμα της καταπίεσης. Του πώς ένα σπέρμα… λιγότερο δυνατό, λιγότερο αντρικό… ταπεινωνόταν εις δόξαν ενός άλλου. Ανώτερου.»
Η Ειρήνη έγειρε μπροστά, τα μάτια της να φλέγονται, ενθαρρύνοντάς την.
«Συνέχισε…»
Η Μαρίνα κοίταξε τον Ανδρέα και ύστερα γύρισε πάλι στη Στέφανo και την Ειρήνη.
«Όταν τον είδα να χύνει, εκεί… αδύναμος, σπασμένος, απειλημένος, ήταν σαν να αποδεχόταν ότι η θέση του είναι από κάτω. Κι όταν ο Στέφανος σε διείσδυε, δυνατά, γεμάτος δύναμη… ήταν σαν να έβλεπα μια τάξη να επιβάλλεται. Ένα σπέρμα που διεκδικούσε, που όριζε. Κι εκείνο το άλλο… το δικό του… να μικραίνει, να μαραίνεται. Αυτό… αυτό με έκανε να τρέμω από καύλα.»
Η Ειρήνη χαμογέλασε πλατιά, με το ύφος ιέρειας που μόλις άκουσε μια ομολογία πίστης.
«Μπράβο, Μαρίνα… τώρα μιλάς τη γλώσσα της αλήθειας. Το ανώτερο υπερισχύει. Το κατώτερο σκύβει. Αυτό είναι ο νόμος, κι αυτό είναι το μέλλον σου.»
Ο Ανδρέας έμεινε άναυδος· το πρόσωπό του κάηκε από ντροπή, μα το κορμί του τον πρόδιδε. Το καυλί του σκληραινε ανεξέλεγκτα κάτω από το τραπέζι, ενώ η καρδιά του βούλιαζε.
Η Μαρίνα, σχεδόν λυτρωμένη τώρα που το είχε πει, γύρισε και τον κοίταξε κατάματα.
«Ίσως αυτό που ένιωσα… να ήταν πιο δυνατό κι από το σεξ το ίδιο. Η βεβαιότητα ότι ήσουν εκεί… κι όμως δεν ήσουν τίποτα.»
Κεφάλαιο 7 – Ο Πατέρας χωρίς Σπέρμα
Το φαγητό είχε τελειώσει, μα η όρεξη ήταν αλλού. Ο Ανδρέας είχε σκύψει προς το μέρος της Μαρίνας, προσπαθώντας να πιάσει ψιθυριστή κουβέντα, ίσως μια στιγμιαία κανονικότητα. Εκείνη χαμογελούσε, ευγενικά, αλλά το βλέμμα της ήταν στραμμένο αλλού — προς τον Στέφανο, που έβγαινε πρώτος από το εστιατόριο.
Στο διάδρομο του εμπορικού, το φως ήταν τεχνητό, λευκό, αποστειρωμένο — σαν να μην επέτρεπε σκιά. Κι όμως, όταν ο Στέφανος κοντοστάθηκε μπροστά από μια βιτρίνα με βρεφικά, μια άλλη ατμόσφαιρα έπεσε πάνω στην τετράδα, σαν μαύρο πέπλο πάνω από καθαρό πάτωμα.
Έστρεψε το κεφάλι του προς την Ειρήνη. Έσκυψε ελαφρώς στο αυτί της. Κανείς δεν άκουσε τι είπε. Εκείνη τινάχτηκε γελώντας:
— Γαμάτο.
Ο Ανδρέας και η Μαρίνα κοντοστάθηκαν, με ένα σχεδόν ταυτόχρονο, συντονισμένο φρύδιασμα.
— Τι έγινε; ρώτησε η Μαρίνα.
Η Ειρήνη γύρισε προς αυτούς, με ένα από εκείνα τα βλέμματα που δεν ζητούν συναίνεση, απλώς αναγγέλλουν:
— Πάμε για ψώνια.
Ο Ανδρέας ένιωσε αυτό το γνώριμο σφίξιμο στο στομάχι. Όχι φόβο, όχι ενθουσιασμό. Κάτι πιο λεπτό, πιο αόριστο.
Η Ειρήνη είχε απομακρυνθεί. Περπατούσε ανάμεσα στα ράφια με μια προσήλωση που δεν ταίριαζε με την περίσταση. Ώσπου σταμάτησε. Σ’ ένα ψηλό ράφι, σχεδόν απομονωμένο, βρισκόταν μια άλλη κούκλα. Ξεχώριζε αμέσως — όχι από τα ρούχα ή το μέγεθος, αλλά από κάτι άλλο. Το βάρος της.
Ήταν κοριτσάκι. Σχεδόν νεογέννητη. Με μάτια βαθιά, ανοιχτά, σαν να παρατηρούσαν. Το σώμα της ήταν φτιαγμένο από υλικό που μιμούνταν το ανθρώπινο δέρμα. Το άγγιγμά της είχε ζεστασιά, μια παράξενη αλήθεια.
Η Ειρήνη την πήρε χωρίς λέξη και την έφερε κοντά στους άλλους. Δεν την έδωσε στον Ανδρέα. Την κράτησε αγκαλιά, σαν κάτι που ήδη της ανήκε.
— Αυτή, είπε. — Είναι ιδανική για εκπαίδευση.
Ο Στέφανος χαμογέλασε αργά. Η Μαρίνα ξέσπασε σε γέλιο που ακούστηκε σαν ξεκλείδωμα. Έσκυψε κοντά στην κούκλα, χάιδεψε το κεφάλι της, και μετά κοίταξε τον Ανδρέα:
— Δεν είναι υπέροχη; Δεν τη θες; Είναι το μωρό μας…
Ο Ανδρέας άνοιξε το στόμα να πει κάτι, μα δεν βγήκε φωνή. Κοίταξε την κούκλα — ή μάλλον εκείνη την κούκλα — και ένιωσε κάτι να σφίγγεται μέσα του. Όχι τρόμος. Κάτι άλλο. Κάτι που έμοιαζε με μικρή υποταγή πριν ακόμη ξεκινήσει η πράξη.
— Πάρε την, του είπε η Μαρίνα, και τον ακούμπησε ελαφρά στο χέρι. — Κοίτα την στα μάτια και πες της πως θα είσαι καλός πατέρας.
Ο Ανδρέας έμεινε ακίνητος για λίγο, λες και η ζεστασιά από την επαφή της Μαρίνας με το δέρμα του έσβησε κάθε του αντίσταση. Η κούκλα έστεκε ανάμεσά τους, αμίλητη, αλλά παρούσα — σχεδόν επιβλητικά. Τα μάτια της, ανοιχτά και φωτεινά, είχαν εκείνη τη χαρακτηριστική απόχρωση του καθαρού γαλάζιου, την ψυχρή διαύγεια που έσπαγε την ψευδαίσθηση του παιχνιδιού.
Η Ειρήνη, χωρίς να σηκώσει τον τόνο της, πρόσθεσε:
— Το παιδί πρέπει να μοιάζει και στον πατέρα του… Όχι;
Στράφηκε αργά προς τον Στέφανο. Ένα σιωπηλό νεύμα. Ο Στέφανος την κοίταζε με σταθερό, ανεξίτηλο βλέμμα. Το ίδιο γαλάζιο που καθρεφτιζόταν στα μάτια της κούκλας. Το ίδιο χρώμα που τώρα είχε πάρει βάρος, είχε γίνει κριτήριο.
Ο Ανδρέας κατέβασε το βλέμμα. Τα δικά του μάτια — πιο σκούρα, άτονα, ασήμαντα — δεν υπήρχαν σ’ εκείνη την εξίσωση. Δεν ήταν μέρος της γραμμής του αίματος. Δεν ήταν του παιδιού.
Ήταν απλώς εκεί για να το κρατά.
Η Ειρήνη κινήθηκε πρώτη προς το ταμείο, χωρίς καν να κοιτάξει πίσω. Η Μαρίνα και ο Στέφανος ακολούθησαν, χαλαροί, γελώντας μεταξύ τους. Ο Ανδρέας τελευταίος, με το βάρος του καινούριου του ρόλου στα χέρια του — κι όχι μόνο.
Η πωλήτρια χαμογέλασε ευγενικά:
— Θα είναι για δώρο;
Η Ειρήνη δεν απάντησε αμέσως. Στράφηκε προς τον Ανδρέα, τον κοίταξε κατευθείαν στα μάτια, και χαμογέλασε αργά.
— Το καλύτερο.
Το σαλόνι δεν είχε καμία σχέση με το πρωινό τους διαμέρισμα. Οι κουρτίνες ήταν τραβηγμένες, ο φωτισμός χαμηλωμένος, πνιγμένος σε πορτοκαλί και βυσσινί φλόγες. Κεριά παντού — στο πάτωμα, στο τζάκι, πάνω σε ρηχά πιάτα γεμάτα λιωμένο κερί. Κάπου από πίσω, μια μουσική έπαιζε υπόγεια, σχεδόν υπόκωφα. Όχι μελωδία — παλμός. Σαν καρδιά.
Στο κέντρο, ένα σκηνικό που έμοιαζε φτιαγμένο για παράσταση:
Μια καρέκλα, σκούρα, ξύλινη, βαριά, στεκόταν μπροστά από έναν κάθετο καθρέφτη. Δεξιά και αριστερά της, δύο σκαμπό με βελούδινη επένδυση, χαμηλά. Πίσω της, ο μεγάλος καναπές — ορατός από τον καθρέφτη.
Ο Ανδρέας στάθηκε διστακτικός στο κατώφλι του σκηνικού. Η Ειρήνη, αμίλητη, πλησίασε και τον έπιασε από το μπράτσο. Δεν τον τράβηξε. Απλώς τον κατεύθυνε — με μια φυσικότητα σχεδόν ανατριχιαστική.
Τον οδήγησε στην καρέκλα, με το βλέμμα του σταθερά προσηλωμένο στον καθρέφτη. Σαν να τον καθοδηγούσε όχι απλώς στο σώμα του, αλλά μέσα στην εικόνα του.
Χωρίς να του μιλήσει, άρχισε να τον ξεγυμνώνει. Όχι με βιασύνη — με ιερατική ακρίβεια. Πρώτα το πουκάμισο. Μετά το παντελόνι. Και τέλος, το εσώρουχο, το οποίο δίπλωσε και άφησε στην άκρη, δίπλα στο κερί. Σαν προσφορά.
Τον έβαλε να καθίσει στην άκρη της καρέκλας. Τα πόδια του άνοιξαν, στηρίζοντας τις φτέρνες του στα σκαμπό δεξιά κι αριστερά. Η λεκάνη του έμεινε γυμνή, ελαφρώς ανυψωμένη. Το σώμα του σχημάτιζε μια υποτακτική, εκτεθειμένη καμπύλη. Το κεφάλι του, λόγω της στάσης, ήταν σηκωμένο — με το βλέμμα καρφωμένο αναγκαστικά στον καθρέφτη μπροστά.
Η Ειρήνη γονάτισε μπροστά του. Με τα δάχτυλά της, έπιασε τον πούτσο του και άρχισε να τον δουλεύει αργά, σχεδόν τρυφερά. Το στόμα της κατέβηκε πιο χαμηλά. Η γλώσσα της βρήκε τον κώλο του, αργή και υγρή, ανεβαίνοντας με ρυθμό που θύμιζε σπειροειδές ξόρκι.
Η αναπνοή του Ανδρέα έσπασε. Μα δεν μπορούσε να κλείσει τα μάτια. Δεν μπορούσε να κοιτάξει αλλού.
Στον καθρέφτη, πίσω του, ο Στέφανος είχε ήδη ξεκινήσει να γαμάει τη Μαρίνα.
Η σκηνή ήταν ακριβής, σιωπηλά σκηνοθετημένη για να τη δει. Το σώμα της Μαρίνας λυγισμένο, τα μαλλιά της πεταμένα πίσω. Ο Στέφανος όρθιος πίσω της, γυμνός, κυριαρχικός. Την κρατούσε από τη μέση. Τα χτυπήματα ήταν βαριά, αλλά όχι βίαια — ρυθμικά. Τελετουργικά.
Ο Ανδρέας έμεινε εκεί, ακίνητος, παγιδευμένος ανάμεσα στα δυο του άκρα — τη γλώσσα της Ειρήνης μέσα του και τα μάτια του έξω από τον εαυτό του.
Ένα τίποτα, καθρεφτισμένο.
Ο Ανδρέας ένιωσε την ανάσα του να κόβεται. Κοίταξε στον καθρέφτη — το θέαμα πίσω του ήταν υπνωτικό, σχεδόν υπερβατικό. Κι όμως, μέσα στη δίνη, μια ερώτηση τρύπησε τα χείλη του:
— Φοράνε… προφυλακτικό;
Η φωνή του ήταν σπασμένη. Σαν να μη μιλούσε εκείνος, αλλά κάποιο υπόλειμμα λογικής που πάλευε να επιβιώσει.
Η Ειρήνη σταμάτησε. Σήκωσε το βλέμμα της, και του χαμογέλασε ήρεμα. Όχι με κοροϊδία — με επιείκεια. Όπως χαμογελά κάποιος σε ένα παιδί που δεν έχει καταλάβει ακόμα πώς λειτουργεί ο κόσμος.
— Αγάπη μου… είναι πλέον αργά για κάτι τέτοιο.
Έγυρε το κεφάλι της στο πλάι, σαν να το σκεφτόταν καλύτερα.
— Αλλά εσύ, ναι… εσύ θα φορέσεις. Σίγουρα. Δεν γίνεται να λερωθεί το μουνάκι μου ένα … ας πουμε υποδιέστερα υγρά. Ελπίζω να το καταλαβαίνεις.
Ο Ανδρέας έγνεψε αμυδρά. Δεν υπήρχε χώρος για διαπραγμάτευση. Ούτε για ντροπή.
— Θα σου πω όμως τι μπορούμε να κάνουμε, του είπε.
Τράβηξε από την άκρη του χαλιού ένα μικρό αντικείμενο. Μεταλλικό. Παγωμένο. Έλαμπε στο φως των κεριών σαν κόσμημα — ένα μικρό butt plug, λεπτό στην άκρη, με φαρδιά βάση και μίσχο σπειρωτό.
Άρχισε να του χαϊδεύει την τρύπα με την ψυχρή μεταλλική άκρη, αργά, με απαλές περιστροφές. Η αίσθηση ήταν παράξενη, σκληρή και ερεθιστική ταυτόχρονα. Ο Ανδρέας τινάχτηκε, αλλά δεν αντιστάθηκε.
Η Ειρήνη συνέχισε με ρυθμό σταθερό, σχεδόν υπνωτικό.
— Αυτό,… θα το φορέσουμε με προσοχή, για να μην ξεφύγει το μυαλό μας … και θεωρήσεις οτι μπορείς να επικαλεστείς κάποια ανδρική ανάμνησητου εαυτου σου…ή… προσδοκία.
Και με μια αργή, τελετουργική κίνηση, το έσπρωξε μέσα του. Έμεινε έτσι για λίγο, το χέρι της ακουμπισμένο ανάμεσα στους γλουτούς του, το βλέμμα της καρφωμένο στο δικό του μέσα από τον καθρέφτη.
Μετά, έσκυψε και του έγλειψε τ’ αρχίδια. Μετά τον πούτσο. Όχι με λαιμαργία, μα με γλύκα.
— Όσο λειτουργούν ακόμα… να χαρούν κι αυτά, του είπε με πονηρό χαμόγελο.
Ανέβηκε επάνω του, τα γόνατά της δεξιά κι αριστερά από τους μηρούς του. Δεν ήρθε βίαια. Ήρθε σαν πράξη καθαγιασμού.
Άρχισε να γαμιέται.
Η Ειρήνη κινιόταν επάνω του αργά, σαν να ρύθμιζε το σώμα της με τον ρυθμό πίσω τους. Ο Ανδρέας, καρφωμένος στον καθρέφτη, έβλεπε κάθε χτύπημα του Στέφανου στη Μαρίνα να αντικατοπτρίζεται σαν όραμα. Ήταν παγιδευμένος στο ρόλο του θεατή. Εκείνη όμως, η Ειρήνη, έβλεπε τα πάντα ζωντανά, σε πρώτο πλάνο, χωρίς διαθλάσεις.
Έσκυψε κοντά του, τα μάτια της φλέγονταν.
— Τον βλέπεις; ψιθύρισε. Τον βλέπεις πώς τη σπρώχνει;
Ο Ανδρέας έγνεψε σφιγμένα.
— Πες το, τον πίεσε με τη φωνή της, σαν να του τραβούσε την αλήθεια απ’ τον λαιμό. Πες ότι είναι ανώτερος από σένα. Ότι είναι φυσιολογικό… μια γυναίκα να θέλει να φουσκώσει από το σπέρμα ενός τέτοιου άντρα.
Τα χείλη του τρεμόπαιξαν. Η φράση έμοιαζε να τον καίει πριν καν βγει.
— …Είναι ανώτερος, είπε. Είναι φυσιολογικό.
Η Ειρήνη τον φίλησε απότομα, σχεδόν σαν να έκλεινε τη συμφωνία στο στόμα του.
— Ακριβώς. Μια γυναίκα ξέρει να διαλέγει. Και πόσο πιο όμορφο είναι… όταν ξέρει πως ο άντρας της θα σταθεί δίπλα της, μάρτυρας, συνοδοιπόρος, ακόμη και συνένοχος.
Ο Ανδρέας έσφιξε τα μάτια, το κεφάλι του έγειρε πίσω. Το αίμα του έβραζε.
— Θέλω… να το δω, ψέλλισε.
Η Ειρήνη γέλασε χαμηλά.
— Όχι μόνο να το δεις. Να το ζήσεις μέσα από τα μάτια μιας γυναίκας. Να καταλάβεις πώς είναι να ζητάς έναν τέτοιο άντρα να σε γεμίσει… και να τον προκαλείς μέχρι να το κάνει.
Κράτησε τον πούτσο του μέσα της βαθιά, ακίνητη για μια στιγμή, σαν να σφράγιζε την πρόταση με το ίδιο της το σώμα.
— Τότε πρέπει να προσπαθήσουμε, Ανδρέα. Εγώ κι εσύ. Να το ζητάμε. Να το προκαλούμε. Να κυνηγάμε αυτό το σπέρμα σαν να είναι Άγιο Δισκοπότηρο.
Η φράση της αντήχησε σαν κατάφαση, σαν ίδρυση νέας οργάνωσης — σκοτεινής, μυστικής, αλλά δικής τους.
Ο Στέφανος γρύλισε κάτι βαθύ, σχεδόν άγριο, κι η φωνή του σκέπασε για μια στιγμή τη μουσική.
— Ειρήνη!…
Εκείνη γύρισε αμέσως. Σήκωσε το κορμί της από πάνω στον Ανδρέα, δίχως δεύτερη σκέψη, λες κι εκείνος δεν υπήρξε ποτέ μέρος της σκηνής. Σχεδόν τρέχοντας βρέθηκε πίσω, κοντά στο ζευγάρι.
Πριν φύγει, γύρισε και άφησε κάτι στην αγκαλιά του Ανδρέα. Την κούκλα.
Έμεινε εκείνος καθισμένος, γυμνός, τα πόδια του ακόμα ανοιγμένα στα σκαμπό, και το μικρό σώμα της κούκλας ακουμπούσε πάνω του, το κεφάλι της γυρισμένο προς το δικό του, τα μάτια γαλάζια, ψεύτικα, μα επιτακτικά. Σαν να τον κοιτούσε. Σαν να ζητούσε απόκριση.
Από τον καθρέφτη μπροστά του έβλεπε καθαρά τα πάντα. Η Μαρίνα, με τον Στέφανο καθισμένο βαθιά στον καναπέ, γυρισμένη ανάποδα πάνω του, το κορμί της λικνιζόταν μπροστά-πίσω, τα χέρια της στηριγμένα στα πόδια του για ισορροπία. Το στήθος της αναδυόταν και χανόταν με κάθε κίνηση, το κεφάλι της τιναζόταν πίσω με βογγητά. Ο Στέφανος κρατούσε γερά τους γοφούς της, έσπρωχνε από κάτω με σταθερή δύναμη, έτοιμος να εκραγεί.
Η Ειρήνη στεκόταν δίπλα τους. Με τον μαρκαδόρο στο χέρι, έσκυψε και σχεδίασε πάνω στην κοιλιά της Μαρίνας το θηλυκό σύμβολο, το κύκλο με τον σταυρό, σαν σφράγισμα. Μια σιωπηλή, ανεξίτηλη προσευχή.
Κι έπειτα, χωρίς να απομακρύνει το βλέμμα της από τον καθρέφτη —εκεί που καθόταν ο Ανδρέας— ρώτησε:
— Πώς θα την πούμε;
Η φωνή της ήταν ήρεμη, αλλά είχε μέσα της βιασύνη. Σαν εντολή.
— Γρήγορα, Ανδρέα… γιατί ετοιμάζεται να χύσει ο Στέφανος.
Η ανάσα του κόπηκε. Ο καθρέφτης τον έδενε: δεν μπορούσε να δει κατευθείαν, μόνο μέσω της αντανάκλασης. Κι όμως, αυτό έκανε τη σκηνή ακόμη πιο πραγματική. Σαν να ήταν θεατής σε κάτι που συνέβαινε σε άλλο κόσμο, σε άλλη διάσταση.
Η κούκλα βάραινε στην αγκαλιά του, το βλέμμα της καρφωμένο μέσα του, σκληρό, σαν να ζητούσε κι αυτή να της δώσει ταυτότητα, όνομα, πεπρωμένο. Σαν να του έλεγε: Μίλησε. Δώσε μου σάρκα.
Ο Στέφανος πίσω είχε αρχίσει να βογκά δυνατά. Η Μαρίνα, στο κατώφλι της κορύφωσης, σφιγγόταν επάνω του. Η Ειρήνη τον κοιτούσε μόνο μέσα από τον καθρέφτη — σαν να τον κρατούσε φυλακισμένο εκεί μέσα, καρφωμένο με το βλέμμα της.
Ο χρόνος έτρεχε. Έπρεπε να βρει όνομα. Και γρήγορα.
Ο Ανδρέας ένιωθε τον χρόνο να τον στραγγίζει. Τα βογκητά πίσω του δυνάμωναν, ο καθρέφτης μπροστά του έτρεμε από το ίδιο το βλέμμα του, κι η κούκλα βάραινε στην αγκαλιά του σαν σάρκινη μαρτυρία. Δεν έβρισκε λέξεις. Δεν ήξερε αν έπρεπε να μιλήσει.
Η Ειρήνη έσκυψε προς το κορμί της Μαρίνας, σχεδόν αγγίζοντας την κοιλιά της όπου είχε χαράξει το σύμβολο. Χαμογέλασε πονηρά.
— Ξέρεις τι σκέφτηκα; Να την πούμε Λολίτα. Αναγνωρίσιμο. Και να πουτανεύει από μικρή.
Η Μαρίνα γέλασε απότομα, ένα γέλιο που έσπασε σε αναστεναγμό καθώς ο Στέφανος τη γέμιζε από κάτω.
Η Ειρήνη συνέχισε:
— Λες να πάρει τη χάρη της μαμάς της; Να γίνει κι αυτή τόσο μεγάλη πουτάνα;
Η Μαρίνα τίναξε το κεφάλι πίσω, μισογελώντας, μισοσπαρταρώντας.
Κι έπειτα, η Ειρήνη γύρισε ξανά προς τον καθρέφτη. Κοίταξε τον Ανδρέα, τα μάτια της καρφιά.
— Λοιπόν, Ανδρέα; Το κλειδώνουμε; Κοίτα την στα μάτια… δες αν συμφωνεί.
Ο Ανδρέας χαμήλωσε το βλέμμα του στην κούκλα. Γαλάζια μάτια. Άψυχα. Κι όμως, κάτι τρεμόπαιξε στην άκρη του βλέμματός του — σαν να χαμογέλασαν τα χείλη της, σαν να του έκλεισε ελαφρά το μάτι.
Τινάχτηκε. Έκλεισε απότομα τα μάτια του, νιώθοντας το παραλογισμό να τον τυλίγει. Σαν να βυθιζόταν σε κάτι που δεν είχε επιστροφή.
— …Ναι, αναφώνησε.
Και μετά, με φωνή πιο δυνατή, πιο καθαρή:
— Ας χύσουμε όλοι… για την Λολίτα.
Ο Στέφανος άφησε μια κραυγή:
— Πάρ’ τα…! Για την… Λολίτα μας!
Η Μαρίνα, με τον οργασμό να την τραντάζει, φώναξε:
— Για την… Λολίτα!
Η Ειρήνη είχε το χέρι της στο μουνί της Μαρίνας, το έπαιζε μανιασμένα, για να τονώσει, να βυθίσει πιο βαθιά το χύσιμο, να το κάνει να ριζώσει.
— Κι εσύ, Ανδρέα…, τον πρόσταξε.
Εκείνος άνοιξε τα μάτια του με τόλμη, κοίταξε ξανά την κούκλα. Στο παραλήρημά του, ακόμα χαμογελούσε.
Κι ύστερα φώναξε, μ’ όλη του την ψυχή:
— Για την… Λολίτα!
Η Μαρίνα, λαχανιασμένη, ακόμα καθισμένη πάνω στον Στέφανο, πήρε στα χέρια της το κινητό της. Τα δάχτυλά της έτρεμαν ελαφρά, μα όχι από δισταγμό· από την ίδια τη φόρτιση της στιγμής. Κοίταξε την Ειρήνη.
— Τώρα, της είπε εκείνη κοφτά. Πάρε τη μητέρα σου.
Η Μαρίνα χαμογέλασε αδύναμα, αλλά υπάκουσε. Πάτησε το κουμπί. Ο ήχος της κλήσης αντήχησε μέσα στη σιωπή, και όλοι κράτησαν την ανάσα τους.
— Μαμά;… Ναι, εγώ είμαι.
Η φωνή της προσπάθησε να βρει σταθερότητα. Κοίταξε στον καθρέφτη, καρφώθηκε πάνω στον Ανδρέα που κρατούσε ακόμα την κούκλα.
— Κάθεσαι;… θέλω να σου πω κάτι… Μάλλον… μάλλον θα γίνεις γιαγιά.
Μια παύση. Σαν να μην ήξερε πώς να συνεχίσει. Μετά πρόσθεσε, ψιθυριστά, με το βλέμμα να φλέγεται από τον Στέφανο που την κρατούσε ακόμα μέσα του:
— Δεν το έχω επιβεβαιώσει. Δεν έκανα τεστ. Αλλά… ξέρεις… κάτι μέσα μου… νιώθω πως ναι. Θα το κάνω στις επόμενες μέρες.
Η ανάσα της κόπηκε. Από κάτω, ο Στέφανος έσφιγγε τους γοφούς της με τα χέρια του, κρατώντας την καρφωμένη επάνω του.
Η Ειρήνη, κρατώντας το δικό της κινητό, πλησίασε τον Ανδρέα. Έστρεψε την κάμερα ώστε το πλάνο να χωράει όλους: εκείνον, την κούκλα στην αγκαλιά του, το ζευγάρι πίσω, και τη Μαρίνα με το τηλέφωνο στο αυτί.
Χαμογέλασε με βλέμμα σκοτεινά τρυφερό.
— Τι λες να σκεφτεί η γιαγιά αν δει αυτό το βίντεο αύριο-μεθαύριο; Θα θυμώσει ή θα καταλάβει… αν της εξηγήσω; Αν δει καλά την πούτσα του Στέφανου, αν δει ότι εσύ τη στηρίζεις όσο ποτέ άλλοτε σε αυτό;
Ο Ανδρέας ένιωσε το αίμα να του παγώνει. Κι όμως, το βλέμμα του δεν μπορούσε να φύγει από την κούκλα.
Η Μαρίνα τελείωσε τη συνομιλία με μια βεβιασμένη φράση και πάτησε να κλείσει τη γραμμή.
Τότε η Ειρήνη κινήθηκε γρήγορα. Έσκυψε με την κάμερα στο χέρι, κατέγραψε τη στιγμή που ο Στέφανος τραβήχτηκε από μέσα της. Η λεκάνη της Μαρίνας ανασηκώθηκε, κι ένα ρυάκι από υγρά κύλησε αργά από το άνοιγμά της, κατεβαίνοντας στα μπούτια.
Η κάμερα ζούμαρε στο σημείο σαν να κατέγραφε μυστήριο.
Ύστερα, σχεδόν χορευτικά, έτρεξε στον Ανδρέα.
— Σειρά σου, του είπε. Βγάλε το προφυλακτικό.
Τον σημάδευε με την κάμερα καθώς το ξετύλιγε από τον πούτσο του. Η σύγκριση ήταν αμείλικτη. Η εικόνα δούλευε από μόνη της: δύο πηγές σπέρματος, δύο μάρτυρες, δυο άκρα της ίδιας τελετής.
Η Ειρήνη τον τράβηξε απότομα από το χέρι, δίχως να σταματήσει να κρατά την κάμερα στραμμένη πάνω του.
— Γρήγορα, ξάπλωσε κάτω. Με την κούκλα.
Ο Ανδρέας υπάκουσε μηχανικά, το σώμα του βαρύ, σαν να τον οδηγούσαν αόρατα νήματα. Ξάπλωσε στο πάτωμα, και κράτησε την κούκλα στο στήθος του, τα ψεύτικα μάτια της στραμμένα πάνω του.
Η Μαρίνα σηκώθηκε προσεκτικά από τον Στέφανο. Τα υγρά ακόμη κυλούσαν αργά από μέσα της, γυαλίζοντας κάτω από το φως των κεριών. Η Ειρήνη την κράτησε από τον αγκώνα, σαν ιέρεια που καθοδηγεί μύστη στο βήμα του μυστηρίου.
— Εδώ, είπε χαμηλά. Από πάνω του.
Με προσεκτικές κινήσεις, η Μαρίνα γονάτισε και κάθισε αργά στο πρόσωπο του Ανδρέα. Εκείνος ένιωσε το βάρος της να τον σκεπάζει, την υγρασία της να ακουμπά τα χείλη του.
Η Ειρήνη, σκυμμένη δίπλα του, τον χάιδεψε στα μαλλιά με το ελεύθερο χέρι της.
— Έλα… ξέρεις τη διαδικασία πια, του είπε με φωνή σταθερή, σχεδόν τρυφερή.
Ο Ανδρέας άνοιξε το στόμα του και παραδόθηκε. Το σώμα της Μαρίνας πίεζε το πρόσωπό του, το άρωμά της τον τύλιγε, κι εκείνος ήξερε πια — δεν ήταν ερωτική πράξη, ήταν λειτουργία. Κάθε κίνηση, κάθε γλείψιμο ήταν προσφορά, όχι απόλαυση.
Η κούκλα στην αγκαλιά του έμοιαζε να τον κοιτάζει ακόμη. Σαν να ήταν μάρτυρας. Σαν να του υπενθύμιζε πως όλα αυτά δεν ήταν όνειρο, αλλά σφράγισμα.
Η Ειρήνη σήκωσε ξανά την κάμερα, καδράροντας τους τρεις: τη Μαρίνα που λικνιζόταν αργά στο πρόσωπο του Ανδρέα, τον ίδιον καθηλωμένο με την κούκλα στο στήθος, και στο βάθος τον Στέφανο να τους παρακολουθεί με ηρεμία, σαν πατριάρχης που επιβλέπει την τελετή.
— Έτσι, ψιθύρισε η Ειρήνη. Όλοι στη θέση τους.
Η Μαρίνα λικνιζόταν αργά στο πρόσωπο του Ανδρέα, βογκώντας όλο και πιο βαθιά, όταν η Ειρήνη έσκυψε χαμηλά. Το χέρι της γλίστρησε ανάμεσα στο μουνί της Μαρίνας και τα χείλη του Ανδρέα, μπήκε ανάμεσά τους σαν σφραγίδα.
Με μια κίνηση, μάζεψε στη χούφτα της το ζεστό σπέρμα που είχε απομείνει μέσα της, ανακατεμένο με τα υγρά της, κι ύστερα με προσοχή, σχεδόν τρυφερότητα, το άπλωσε πάνω στη θηλή της.
Η Μαρίνα τινάχτηκε, ένα κύμα ηδονής τη διαπέρασε.
Τότε η Ειρήνη πήρε την κούκλα από την αγκαλιά του Ανδρέα. Σαν να ολοκλήρωνε έναν συμβολισμό, την έδωσε πίσω στη Μαρίνα.
— Κράτα την, της είπε.
Η Μαρίνα την πήρε στα χέρια, το πλαστικό σώμα ακουμπώντας πάνω στο δικό της, και το μικρό στοματάκι της κούκλας ακούμπησε στη θηλή της, εκεί που πριν λίγο η Ειρήνη είχε ακουμπήσει το σπέρμα.
Η εικόνα ήταν απόκοσμη. Η Ειρήνη τραβήχτηκε ένα βήμα πίσω, σήκωσε το κινητό και τράβηξε μερικές φωτογραφίες. Όχι βιαστικές· καλλιτεχνικές, προσεγμένες, σαν να έστηνε πίνακα. Το φως των κεριών έπαιζε με τα κορμιά τους, το βλέμμα της κούκλας καρφωμένο στη μητέρα που τη «θηλάζε».
Η Μαρίνα λύγισε. Οι σπασμοί διαδέχονταν ο ένας τον άλλον, αναστεναγμοί και κραυγές σκαρφάλωναν στο λαιμό της. Οργασμοί απανωτοί, σφραγισμένοι από το βλέμμα όλων τους.
Ο Ανδρέας, κάτω από το βάρος της, ασφυκτιούσε μέσα στη δική του σιωπή, μα ήξερε πως το σώμα του ήταν απλώς ο βωμός όπου τελούνταν το μυστήριο.
Κεφάλαιο 8 – Η Αντιστροφή των Ρόλων
Είχε περάσει μία εβδομάδα από την τελευταία τους συνάντηση. Όχι πολύς καιρός — αλλά αρκετός ώστε ο Ανδρέας να ξαναγυρίσει στις παλιές του αυταπάτες. Μέχρι που άρχισαν να έρχονται τα μηνύματα της Μαρίνας. Όχι πολλά. Αλλά αρκετά για να του θυμίσουν πως κάτι έχει αλλάξει. Όχι ριζικά. Όχι απότομα. Απλώς… τώρα του απευθυνόταν αλλιώς.
Δεν ήταν η τρυφερή, αμήχανη κοπέλα που τον ρωτούσε αν ήταν όλα καλά. Ήταν η προκλητική, θρασεία μικρή που του πετούσε χυδαίες φράσεις με emoji και μετά εξαφανιζόταν. Που του έγραφε: «Μυρίζεις ακόμα εκεί κάτω; Ή να έρθω να στο τσεκάρω εγώ;» και ύστερα δεν απαντούσε για ώρες. Που του έστελνε selfie με το στρινγκ της περασμένο από τον αντίχειρα — και λεζάντα “δικό σου αν φανείς υπάκουος. Δικό μου αν όχι.”
Έδειχνε οχι ερωτευμένη. Ήταν… διασκεδασμένη. Και τον έσερνε στο παιχνίδι της χωρίς καν να ρωτήσει αν θέλει να παίξει.
Η πρόσκληση για δείπνο έφτασε λίγες μέρες μετά. Τυπική στην έκφραση, αλλά φορτισμένη με υποσχέσεις. Τέσσερίς τους. Στην έπαυλη. Χωρίς εξηγήσεις.
Το σπίτι μύριζε θυμίαμα και κόκκινο κρασί. Η τραπεζαρία ήταν στολισμένη σαν για οικογενειακό εορτασμό — κηροπήγια, μαύρες πετσέτες διπλωμένες σαν επιτάφιοι, ποτήρια σαν στήθη: φουσκωμένα και διαφανή. Η Μαρίνα φορούσε ένα διάφανο μακρύ πουκάμισο, ανοιχτό στο πλάι, με τις ρώγες της ορατές, όπως και την ένδειξη ότι δεν φορούσε τίποτα από κάτω. Η Ειρήνη, στο άλλο άκρο του τραπεζιού, σε μαύρο μακρύ φόρεμα με σκισίματα που φανέρωναν κάθε της βήμα, κάθε απειλή. Ο Στέφανος, επιβλητικός όπως πάντα, αλλά πιο ήρεμος — σαν άντρας που είχε ήδη καρπωθεί το σώμα και τη συναίνεση της γυναίκας του Ανδρέα, και δεν ένιωθε την ανάγκη να αποδείξει τίποτα.
Ο Ανδρέας μπήκε τελευταίος. Φορούσε λινό πουκάμισο και παντελόνι, καθαρός, ήσυχος, σχεδόν ευλαβικός. Δεν του είχαν πει πού να καθίσει. Αλλά όταν είδε τα τρία στρωμένα καθίσματα και το μαξιλάρι ανάμεσα στη Μαρίνα και τον Στέφανο, δεν χρειαζόταν οδηγίες. Πήγε εκεί μόνος του. Και γονάτισε.
Η Μαρίνα έσκυψε και του χάιδεψε τα μαλλιά. Το άγγιγμά της δεν ήταν πλέον παιχνιδιάρικο. Ήταν… ιδιοκτησιακό.
Η Ειρήνη σήκωσε το ποτήρι της. «Σήμερα δεν τρώμε απλώς φαγητό. Σήμερα χωνεύουμε ρόλους.»
Τα ποτήρια ήχησαν. Ο Ανδρέας ένιωσε το στόμα του να γεμίζει σάλιο — και δεν ήξερε αν ήταν από πείνα ή από την προσμονή της ταπείνωσης.
Το φαγητό τελείωσε χωρίς βιασύνη, με μικρές κουβέντες που έμοιαζαν αθώες, αλλά υπέκρυπταν καρφιά και υπονοούμενα. Ο Στέφανος μιλούσε για κάποιο επενδυτικό project· η Ειρήνη σχολίαζε την ποιότητα του κρασιού· η Μαρίνα γελούσε με μικρά, κοφτά τινάγματα των ώμων. Κανείς δεν αναφέρθηκε άμεσα στο τι θα ακολουθούσε — αλλά όλοι το ήξεραν. Το τραπέζι δεν ήταν το κύριο πιάτο.
«Ήρθε η ώρα για επιδόρπιο,» είπε τελικά η Ειρήνη, σκουπίζοντας τα χείλη της με μια μαύρη πετσέτα. Το βλέμμα της καρφώθηκε στον Ανδρέα. «Πεινάς ακόμα, μικρέ ;»
Ο Ανδρέας δεν απάντησε. Το κεφάλι του έγνεψε ελαφρά, όπως του είχαν μάθει. Ούτε ναι, ούτε όχι. Υποταγή.
Η Ειρήνη σηκώθηκε πρώτη. Οι υπόλοιποι την ακολούθησαν.
Το σαλόνι είχε αλλάξει. Δεν ήταν πια αυτό που ήξερε. Ο μεγάλος καναπές είχε μετακινηθεί. Στη θέση του υπήρχε ένα χαμηλό, μακρύ δερμάτινο έπιπλο — ούτε παγκάκι, ούτε κρεβάτι. Κάτι ενδιάμεσο. Σαν θυσιαστήριο. Σαν πάγκος χειρουργείου. Σαν βάση.
Το φως ήταν χαμηλό, πιο θερμό, σαν παλιά λάμπα πετρελαίου. Ένας ελαφρύς, σχεδόν ανεπαίσθητος ήχος από μουσική κυλούσε από τα ηχεία
Η Μαρίνα στάθηκε όρθια στην άκρη του χώρου, πίσω από τον Στέφανο. Δεν μιλούσε. Τα μάτια της γυάλιζαν από αυτό το γνωστό, ύπουλο μείγμα ηδονής και χιούμορ — σαν να επρόκειτο να παίξει με ένα κουτάβι που αγαπούσε… αλλά και ήθελε να δει να λερώνει το πάτωμα.
Η Ειρήνη πλησίασε τον Ανδρέα. Δεν του ζήτησε τίποτα. Μόνο στάθηκε μπροστά του και άπλωσε τα χέρια της.
«Έλα.»
Εκείνος σηκώθηκε. Τα δάχτυλά της πήγαν στο κουμπί του πουκαμίσου του. Ήταν απαλή. Αλλά και απόλυτη.
Ένα-ένα, τα κουμπιά άνοιξαν. Το ύφασμα έπεσε στους ώμους του, γλίστρησε στα μπράτσα, στο πάτωμα. Το παντελόνι ακολούθησε. Κανείς δεν μιλούσε. Η Ειρήνη έσκυψε, τράβηξε και το εσώρουχο με μία κίνηση. Ο Ανδρέας έμεινε γυμνός, όπως πάντα, χωρίς φωνή, χωρίς σκέψη.
«Ξάπλωσε,» του είπε. Δεν το φώναξε. Το ψιθύρισε — και εκείνος υπάκουσε.
Σαν μαθημένος. Σαν εθισμένος.
Ανέβηκε αργά στο έπιπλο, και ξάπλωσε ανάσκελα. Το δέρμα του ένιωσε το ψυχρό, σκληρό υλικό κάτω του. Ήταν μακρύ, ακριβώς όσο χρειαζόταν: από την κορυφή του κεφαλιού του μέχρι και κάτω από τον κόκαλο του κόκκυγα — σαν να είχε κατασκευαστεί για να τον δεχτεί. Ή σαν να τον είχαν κατασκευάσει για να χωρέσει εκεί.
Η Ειρήνη απομακρύνθηκε για λίγο. Άνοιξε ένα μικρό ξύλινο κουτί στο βάθος του χώρου, σχεδόν αθόρυβα. Από μέσα, έβγαλε κάτι μαύρο, στιλπνό, με λουριά και κουμπώματα. Δεν χρειάστηκε να το δείξει — η παρουσία του και μόνο γέμισε τον χώρο με άλλο φως. Ένα φως που δεν υπήρχε.
Ο Ανδρέας ένιωσε κάτι να συστέλλεται μέσα του. Όχι τρόμος. Όχι καν φόβος. Μια παράξενη, καθαρή αίσθηση πως τώρα αρχίζει το αληθινό. Δεν φώναξε. Δεν ζήτησε εξήγηση. Μόνο γύρισε ελαφρά το κεφάλι του και την κοίταξε — όπως κοιτάς τον γιατρό λίγο πριν το νυστέρι, ή τον πατέρα λίγο πριν η πόρτα κλείσει.
Η Ειρήνη έδεσε το strap-on με μηχανικό ρυθμό. Ένας ιμάντας στο δεξί της ισχίο, ένας στο αριστερό, και ένας ανάμεσα στα πόδια. Το ψεύτικο πέος δεν ήταν τεράστιο — ήταν λειτουργικό, με επιβλητικό ρεαλισμό, αλλά χωρίς πρόκληση. Το είδε σαν εργαλείο. Ή καλύτερα, σαν κλειδί.
Πλησίασε τον Ανδρέα και έσκυψε από πάνω του. Τα δάχτυλά της ζέσταιναν την περιοχή γύρω από την τρύπα του, με κινήσεις πιο τρυφερές απ’ όσο περίμενε. Δεν του ζήτησε να ανοίξει. Τον έπλασε.
«Ησύχασε,» του ψιθύρισε. «Δεν πρόκειται να σε πονέσω. Εκτός αν το ζητήσεις.»
Ο Ανδρέας ένιωσε τους μυς του να αντιδρούν. Κάποιο μέρος του έσφιγγε. Κάποιο άλλο… άνοιγε. Δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί — αλλά δεν την φοβόταν. Ένιωθε πως ήξερε καλύτερα απ’ όλους τι κάνει.
Η είσοδός της ήταν αργή. Μια σταγόνα λιπαντικού έσταξε πρώτα — ζεστή, ανατριχιαστική. Μετά, η πίεση. Ήπια. Συνεχής. Σχεδόν ανεπαίσθητη. Ο Ανδρέας ένιωσε το σώμα του να του ξεφεύγει. Έκλεισε τα μάτια — μόνο για να τα ανοίξει με το πρώτο τσούξιμο.
Η Ειρήνη μπήκε μέσα του. Σιγά, τελετουργικά, χωρίς αγώνα. Κάθε χιλιοστό και μια κατάθεση. Και όταν πια το σώμα του την δέχτηκε, εκείνη σταμάτησε. Δεν κουνήθηκε. Τον κοίταξε στα μάτια, και για ένα λεπτό, ήταν απλώς εκεί. Μέσα του. Ήρεμη. Κυρίαρχη.
Στο ίδιο δευτερόλεπτο, η Μαρίνα έβγαλε το πουκάμισό της και το άφησε να πέσει στον καναπέ. Γυμνή. Ανέγγιχτη. Λαμπερή σαν μύηση. Πλησίασε τον Ανδρέα και με γόνατα ελαφρά λυγισμένα, ξάπλωσε μπρούμυτα πάνω του. Τα στήθη της πέρασαν πανω απο το στήθος του. Η κοιλιά της βρήκε το στέρνο του. Και το μουνί της… ήταν πια πάνω στο στόμα του, σχεδόν στην ευθεία.
Ο Ανδρέας γύρισε ελαφρά το κεφάλι του.
Ο Στέφανος είχε πάρει θέση. Στεκόταν όρθιος, με τη ψωλή του στητή, αγέρωχη, βαριά. Την κρατούσε με το ένα χέρι και με το άλλο άνοιγε απαλά τα χείλη της Μαρίνας.
Ο Ανδρέας είδε — σε απόσταση αναπνοής — το μουνακί της να ανοίγει σαν πέταλο. Είδε τον κόλπο της να σκιρτά, να ανασαίνει. Και μετά, τον Στέφανο… να μπαίνει μέσα της.
Αργά. Πολυτελώς. Με σιγουριά.
Και με το πρόσωπό του, ο Ανδρέας… το ένιωθε.
Το μουνί της, υγρό και αναμμένο, πανω απο το στόμα του άντρα της. Οσμή σιδήρου και οργής. Και μπροστά στο πρόσωπό της — η ψωλή του. Σκληρή, έτοιμη, ασφυκτικά κοντά. Τα πρόσωπά τους μοιράζονταν τις εκκρίσεις του άλλου.
Πίσω της, ο Στέφανος βύθιζε το καυλί του μέσα της. Ο Ανδρέας το ένιωθε. Κυριολεκτικά. Η πίεση του κορμιού της Μαρίνας άλλαξε. Τα χείλη της μουνάρας της άνοιξαν πάνω του, τον έκλεισαν σαν στόμα, τον κατάπιαν. Η σπονδυλική της στήλη λύγισε επάνω του, κι εκείνη άφησε έναν ήχο — μισό βογκητό, μισό ψίθυρο.
Πίσω του, η Ειρήνη κινήθηκε ξανά. Η ψεύτικη ψωλή της είχε πια χαθεί μέσα του. Κάθε ώθηση ήταν αργή, βαθιά, αποστασιοποιημένη — σαν να τον διόρθωνε. Σαν να ξεβίδωνε κάτι που είχε μπει στραβά στον πυρήνα του.
Κι ύστερα ήρθε η φωνή της, από πίσω, γλυκιά και επικίνδυνη:
«Άπλωσε τα χέρια σου. Βάλε τα στην κοιλίτσα της. Εκεί. Πιο κάτω. Ναι. Μέσα απο της κοκκάλινες λαβές της.»
Ο Ανδρέας το έκανε.
«Τρίψε την. πιο βαθιά. Μασάζ, Ανδρέα. Στις σάλπιγγες της. Σαν να ετοιμάζεις έδαφος. Σαν να καλείς τα αυγά της.»
Η Μαρίνα αναστέναξε. Σφίχτηκε πάνω του. Η ψωλή του Στέφανου μπαινόβγαινε μέσα της με ρυθμό βαρύ, μονότονο — αλλά εκείνη τώρα αντιδρούσε αλλιώς. Ανατρίχιαζε, έτρεμε, κυλούσε.
Η Μαρίνα σήκωσε για μια στιγμή το βλέμμα της και είδε την ψωλή του Ανδρέα. Ήταν σκληρή, γυαλιστερή, σχεδόν γελοία στην απόγνωσή της. Ένα όργανο που δεν του ανήκε πια, κι όμως αντιστεκόταν, φώναζε με το σώμα του όσα το στόμα του δεν τολμούσε. Ένιωσε την παρόρμηση να τη βάλει αμέσως στο στόμα της. Έπειτα δεύτερες σκέψεις: έπρεπε; Μια σκιά λύπησης πέρασε από το μυαλό της — σαν να χάιδευε για λίγο έναν σκύλο που είχε μείνει δεμένος πολύ καιρό. Αλλά ακόμα κι αυτή η σκέψη… την καύλωσε περισσότερο. Το μείγμα της τρυφερότητας με την ταπείνωση έγινε κάψα στη μήτρα της. Δεν άντεξε. Έσκυψε και την πήρε.
Με μια κίνηση παιχνιδιάρικη αλλά τελετουργική, τράβηξε τ αρχιδάκια του προς τα κάτω. Αργά. Όπως ακριβώς το είχε κάνει η Ειρήνη παλαιότερα. Σαν να προσπαθουσε να τα δωσει αποσταση απο τη πουτσα του. Να τα χωρισει.
«Τσίμπα τα λίγο με τα νύχια σου… έτσι…» είπε η Ειρήνη, χωρίς να σταματήσει να τον γαμάει.
Η Μαρίνα υπάκουσε αμέσως. Τον τσίμπησε — απαλά, διαπεραστικά — στα αρχίδια, στα όρια του πόνου.
«Μην κάνεις ποτέ καμιά μαλακία και αφήσεις αυτά τα αρχιδακια να αδειάσουν μέσα σου…» είπε η Ειρήνη, πάντα χαμηλόφωνα.
Η Μαρίνα γέλασε — λαχανιασμένη, ιδρωμένη, με το στόμα στο στέρνο του.
«Όχι βέβαια…» μουρμούρισε πάνω του, με υγρά στα χείλη.
Η Ειρήνη χαμογέλασε, ικανοποιημένη.
«Έτσι μπράβο… Άμα κάνουμε να του τα χαλάσουμε…»
Η Ειρήνη, χωρίς να σταματήσει τον ρυθμό της στο σώμα του Ανδρέα, έβγαλε από το πλάι του φορέματός της μια μικρή, ασημένια καρφίτσα. Την κράτησε ανάμεσα στα δάχτυλά της, έτσι που να γυαλίσει στο ημίφως του σαλονιού σαν να ήταν ιερό εργαλείο. Ο Ανδρέας ένιωσε την καρδιά του να βυθίζεται. Ήξερε — πριν καν μιλήσει — ότι αυτό δεν ήταν για διακόσμηση.
«Μαρίνα…» είπε η Ειρήνη χαμηλόφωνα, με εκείνη την απαλή αλλά απόλυτη φωνή της. «Ξύσε τα αρχιδάκια του με αυτό. Σαν να χαράζεις την υπογραφή σου.»
Η Μαρίνα γύρισε το κεφάλι της προς τα πίσω, κοίταξε τον Ανδρέα, ενώ ο Στέφανος τη σφυροκοπούσε αλύπητα. Το χαμόγελό της ήταν παιδικό, σχεδόν αθώο, μα τα μάτια της έλαμπαν από καύλα. Φαινόταν να το διασκεδάζει όσο τίποτε άλλο.
«Πάμε να του το περάσουμε μέσα απ’ το δέρμα τώρα…» πρόσθεσε η Ειρήνη.
Ο Ανδρέας πάγωσε. Τα βλέφαρά του έκλεισαν, σαν να ήθελε να εξαφανιστεί. Μια σταγόνα ιδρώτα έτρεξε από τον κρόταφό του. Ένιωσε την αναπνοή του να κόβεται. Ήθελε να κουνηθεί, να ξεφύγει, να αρνηθεί. Και όμως… έμεινε εκεί. Δεμένος όχι με σχοινιά, αλλά με το ίδιο του το βάρος.
Ο Στέφανος βύθισε την ψωλή του με δύναμη μέσα στη Μαρίνα και σταμάτησε. Έμεινε ακίνητος, ένα σιδερένιο καρφί μέσα της, για να της επιτρέψει να συγκεντρωθεί. Ο αέρας γύρω τους βάρυνε.
Η Μαρίνα έσκυψε ξανά. Πήρε την ψωλή του Ανδρέα στο στόμα της, βίαια, με όλο της το στόμα, σαν να ήθελε να ρουφήξει το μυαλό του μέσα απ’ το καυλί του. Η Ειρήνη, με προσοχή χειρουργού, τέντωσε τη σακούλα των αρχιδιών του προς τα πίσω. «Ώστε να μη τρυπήσουμε τίποτα που δεν πρέπει…» ψιθύρισε, σχεδόν τρυφερά.
Η Μαρίνα, με προσοχή αλλά και ενθουσιασμό, έφερε την καρφίτσα στο λεπτό δέρμα. Ένα τσίμπημα. Ένα μικρό τράνταγμα στον κορμό του Ανδρέα. Η βελόνα πέρασε… ίσσα-ίσα. Μια γραμμή φωτιάς, και μετά το αίσθημα του δέρματος που σκίζεται και ξαναενώνεται. Η καρφίτσα στάθηκε από μόνη της. Σαν κόσμημα, σαν στίγμα, σαν σφραγίδα.
Ο Ανδρέας άνοιξε τα μάτια του. Δεν ήταν πια άνθρωπος. Ήταν πεδίο. Αντικείμενο. Ένα σώμα παραδομένο σε ξένα χέρια, με ξένο σίδερο καρφωμένο πάνω του. Μίσος και λατρεία μπερδεύτηκαν μέσα του. Ήθελε να ουρλιάξει, αλλά η ψωλή του στο στόμα της Μαρίνας του έκοβε τον αέρα. Ήθελε να λιποθυμήσει, αλλά το σώμα του αρνιόταν να σβήσει.
Και τότε… το “κλικ”. Η Ειρήνη έβγαλε το κινητό της και τράβηξε φωτογραφίες. Χωρίς ντροπή, χωρίς να κρύψει τη χαρά της. Ένα στιγμιότυπο για την αιωνιότητα — εκείνος ξαπλωμένος, η Μαρίνα να τον καταπίνει, η καρφίτσα να στολίζει τα αρχίδια του.
Η ανάσα του ήταν βαριά. Μια μισή προσευχή, μισή βλασφημία, γέμιζε το κεφάλι του: «Γιατί δεν σταματάω; Γιατί δεν θέλω να σταματήσει;»
Με την καρφίτσα στη θέση της, κανείς δεν έδωσε σημασία αν πονούσε, αν μάτωνε, αν έσκιζε το δέρμα του. Ήταν πλέον διακόσμηση, σύμβολο, κάτι που έπρεπε να υπάρχει εκεί. Οι υπόλοιποι γύρισαν αβίαστα στον ρυθμό τους.
Ο Στέφανος συνέχισε να σφυροκοπά αλύπητα τη Μαρίνα, το κορμί της να τραντάζεται επάνω στον Ανδρέα σε κάθε ώθηση, και η Ειρήνη να χώνει βαθύτερα, να τεντώνει τα σωθικά του με το ψεύτικο όργανο, σαν να ήθελε να τον σπάσει στα δύο. Ο ιδρώτας έτρεχε από όλα τα κορμιά, και το σαλόνι μύριζε πια από μουνί, από κωλότρυπα, από δέρμα και σίδερο.
«Θα χύσω…» γρύλισε ο Στέφανος μέσα από τα δόντια του, ο λαιμός του πρησμένος, φλέβες στο μέτωπό του.
Η Ειρήνη γύρισε το κεφάλι της προς τον Ανδρέα και πρόσταξε:
«Γρήγορα! Δούλεψε τις ωοθήκες της, Ανδρέα. Τώρα! Βάλε τα δάχτυλά σου πιο βαθιά!»
Εκείνος υπάκουσε χωρίς σκέψη, σχεδόν με τρόμο. Έσφιξε, μασάζαρε, άνοιξε τους ιστούς της λεκάνης της Μαρίνας όπως μπορούσε, τα δάχτυλά του να πιέζουν σημεία που ούτε ήξερε πως υπήρχαν.
Η Μαρίνα άφησε έναν ήχο πνιχτό, μισό γέλιο μισό κραυγή, κι ύστερα ο Στέφανος βύθισε όλο του το καυλί μέσα της και έμεινε εκεί. Ένα σπαρακτικό βογκητό έσκισε τον χώρο, και ο Ανδρέας ένιωσε την κοιλιά της Μαρίνας να τρέμει πάνω του, καθώς ο Στέφανος άδειαζε βαθιά μέσα της.
«Με προσοχή τώρα…» είπε η Ειρήνη, ενώ ακόμα τον έσκιζε από πίσω. Ο Στέφανος βγήκε αργά από μέσα της, με τη χοντρή ψωλή του γυαλιστερή από τα υγρά.
Η Ειρήνη γύρισε το βλέμμα της στη Μαρίνα.
«Ξέρεις πια κι από μόνη σου τι πρέπει να κάνεις.»
Η Μαρίνα ανασήκωσε το κεφάλι, ιδρωμένη, τα μαλλιά κολλημένα στο πρόσωπό της. Ένα πονηρό «αχά…» βγήκε από τα χείλη της, παιχνιδιάρικο, σαν υπόσχεση.
Μόλις ο Στέφανος απομακρύνθηκε, εκείνη δεν έχασε χρόνο. Κάθισε αμέσως πάνω στο στόμα του Ανδρέα, άνοιξε τα μουνόχειλά της με τα δάχτυλα και του έδωσε να πιει τα περισεύματα. Ολόκληρη η δόση του Στεφάνου, ζεστή, βαριά, έσταζε μέσα στο στόμα του.
Η Ειρήνη ήταν ακόμα μέσα του, πιέζοντας τα σωθικά του, όταν εκείνος ρουφούσε τα χύσια. Η γεύση του ήταν μεταλλική, πηχτή, με οξύτητα που του έκαιγε τον λαιμό. Μύριζε σπέρμα, ιδρώτα, λίπος, την ίδια την αρσενική μυρωδιά του Στεφάνου. Ένιωθε σαν να καταπίνει την εξουσία του άλλου.
«Πω πω… ρε πούστη μου…» λαχάνιασε η Μαρίνα, κουνώντας τη λεκάνη της πάνω στο στόμα του. «Πόσο πράγμα βγαίνει από μέσα μου… Σαν να κατουράω είναι…»
Ο Στέφανος γέλασε βαριά, σκουπίζοντας τον ιδρώτα απ’ το στήθος του.
«Λογικό είναι… τόσες μέρες κρατιόμουν γι’ αυτό.»
Ύστερα γύρισε και την κοίταξε. Το χαμόγελο του ήταν ήρεμο, αλλά επικίνδυνο.
«Τώρα που το λες… θα χρειαστεί σίγουρα κι αυτό.»
Και βγάζει από το τσαντάκι της Ειρήνης ένα μικρό κουτί. Ένα τεστ εγκυμοσύνης. Το ακούμπησε πάνω στο τραπεζάκι, δίπλα στο κερί που έτρεχε ακόμη.
Το πρόσωπο της Μαρίνας φωτίστηκε.
«Τι εννοείς…;» είπε με μάτια που γυάλιζαν.
«Να… να τσεκάρουμε πώς τα πάμε.»
Η Μαρίνα άνοιξε διάπλατα το χαμόγελό της, μόνιμο, σαν χαρακιά στο πρόσωπο.
«Μισό λεπτό να σηκωθώ, να πάω τουαλέτα…»
«Όχι.» Η φωνή της Ειρήνης ήρθε κοφτή, απόλυτη. Σταμάτησε τον αέρα στο δωμάτιο. «Δεν κατάλαβες, αγάπη μου. Είσαι στην τουαλέτα.»
Οι κόρες των ματιών της Μαρίνας διαστάλθηκαν. Ένα σπινθηροβόλο ρίγος την διέσχισε. Και το χαμόγελό της έγινε ακόμη μεγαλύτερο.
Η Ειρήνη τράβηξε αργά το strap-on από μέσα του. Ένα υγρό, σιγανό ήχο άφησε η έξοδος, σαν κάτι που ξεκλειδώθηκε. Στάθηκε δίπλα στη Μαρίνα, σχεδόν προστατευτικά, και την αγκάλιασε από τους ώμους.
«Ξέρω… δεν θα είναι εύκολο,» της ψιθύρισε στο αυτί. «Κανενός η πρώτη φορά δεν είναι. Το σώμα αντιστέκεται. Ο νους μπερδεύεται. Δεν χρειάζεται να το σκέφτεσαι…»
Τα δάχτυλά της χάιδευαν τα πλευρά της, κατέβαιναν αργά στη λεκάνη της. Η φωνή της έρεε απαλά, σαν να νανούριζε μωρό.
«Άσε το άγχος. Μην κρατάς τίποτα μέσα σου. Όπως έκανες πριν, με τις συσπάσεις… Άσε τα όλα να κατέβουν, κορίτσι μου. Χωρίς σκέψη.»
Η Μαρίνα έκλεισε τα μάτια, το χαμόγελό της παρέμενε, αλλά έτρεμε ελαφρά. Έγειρε το κεφάλι της προς την Ειρήνη, σαν να στηριζόταν πάνω της.
Η Ειρήνη έσκυψε και της ψιθύρισε:
«Σ’ αγαπάει πολύ ο Ανδρέας. Δεν θα σε αφήσει ποτέ. Θα είναι δίπλα σου πάντα. Λατρεύει τα πάντα σου. Ό,τι του δώσεις να πιει — αν είναι από σένα — θα το πάρει σαν δώρο.»
Η Μαρίνα δάγκωσε το χείλος της. Το κορμί της συσπάστηκε ελαφρά, μια ανατριχίλα πέρασε από τη σπονδυλική της στήλη.
«Το νιώθω… να έρχεται…» ψιθύρισε.
Η Ειρήνη έφερε το χέρι της στον καβάλο του Ανδρέα. Δεν τον άγγιξε στα αρχίδια — άγγιξε την ίδια την καρφίτσα. Την έσπρωξε απαλά, σα να χάιδευε το σίδερο που τρύπωνε το δέρμα του. Μια σιωπηλή απειλή, να του θυμίσει πως δεν υπήρχε επιλογή.
Ο Ανδρέας κοίταξε την Μαρίνα, ανοιχτός, διαλυμένος, με μάτια που έτρεμαν.
«Αγάπη μου… έρχονται…» φώναξε εκείνη με μισό λυγμό, μισό γέλιο, κοιτάζοντάς τον από πάνω.
Και τότε… κύλησαν μέσα στο στόμα του. Ζεστά, υγρά, πηχτά. Η πρώτη γουλιά ήταν σαν κύμα αλμύρας και σιδήρου, με μυρωδιά από σπέρμα, ιδρώτα και γυναικεία οξύτητα. Το υγρό κατέβηκε στον λαιμό του σαν θυσία που δεν μπορούσε να αρνηθεί. Κάθε κατάποση ήταν και μια σφραγίδα.
Η γλώσσα του πάλευε να ακολουθήσει τον ρυθμό, τα ρουθούνια του γέμιζαν με το άρωμα της μήτρας της Μαρίνας. Το στομάχι του έκαιγε, αλλά πιο πολύ έκαιγε το μυαλό του.
Η Ειρήνη έβγαλε το μικρό πλαστικό stick από το κουτί. Το κράτησε ανάμεσα στα δάχτυλά της σαν σκήπτρο, κι ύστερα το έχωσε απαλά ανάμεσα στη Μαρίνα και στο στόμα του Ανδρέα, που ακόμη έσταζε από τα υγρά της.
«Κράτα μερικά μέσα σου, μην τα καταπιείς ακόμη,» του είπε, με τον τόνο που δεν σήκωνε ερώτηση.
Ο Ανδρέας υπάκουσε. Έσφιξε τα χείλη, το στόμα του έγινε κάλυκας, γεμάτος από τη Μαρίνα. Ένιωσε το πλαστικό να βυθίζεται στα χείλη του, να τραβάει από πάνω του το ζεστό φορτίο.
Μετά από λίγα δευτερόλεπτα η Ειρήνη το τράβηξε πίσω.
«Τώρα μπορείς να καταπιείς.»
Το έκανε. Ο λαιμός του σύρθηκε ξανά σε εκείνη τη γνώριμη, ταπεινωτική κίνηση. Η γεύση του κόλλησε στα δόντια, στη γλώσσα, στο στομάχι του. Ήξερε πως τίποτα δεν θα έβγαινε ποτέ από μέσα του πια.
Πήγε να σηκωθεί, σαν να ήθελε να ανασάνει, να ξεφύγει έστω για μια στιγμή. Αλλά η Ειρήνη τον πρόλαβε. Τον έσπρωξε ξανά πίσω, τον ξάπλωσε πάλι στο δερμάτινο έπιπλο, κι εκείνη τη στιγμή, χωρίς φωνές, χωρίς θεατρικότητες, έσκυψε πάνω του.
Με τα λεπτά της δάχτυλα έπιασε την καρφίτσα που στεκόταν ακόμη περασμένη στο δέρμα των αρχιδιών του. Ένα μικρό τράβηγμα — και βγήκε.
Το τελετουργικό είχε ολοκληρωθεί.
Κεφάλαιο 9 – Το Πρωινό
Η Ειρήνη ξύπνησε πριν από όλους. Δεν είχε χορτάσει ύπνο — αλλά αυτό δεν είχε σημασία. Το σώμα της ήξερε από πότε να υπακούει στο ρυθμό του Στέφανου. Κι εκείνος, πρωί πρωί, της είχε ψιθυρίσει με βαριά ανάσα πως δεν άντεχε άλλο. Χρειάζονταν την παρουσία της Μαρίνας.
Γλίστρησε σιωπηλά μέσα στη σιωπή του σπιτιού και μπήκε στο δωμάτιο των φιλοξενούμενων. Ο Ανδρέας κοιμόταν βαριά, κουλουριασμένος σαν παιδί μετά από ξέσπασμα. Η Μαρίνα άνοιξε τα μάτια της με το άγγιγμα στον ώμο, πρώτα ανήσυχη — ύστερα, με το βλέμμα της Ειρήνης μπροστά της, χαμογέλασε. Σηκώθηκε σιωπηλά, γυμνή κάτω από το λεπτό σεντόνι, και ακολούθησε.
Ο Στέφανος ήταν ήδη ξαπλωμένος, σκεπασμένος ως τη μέση. Η στύση του σηκωνόταν κάτω από το σεντόνι σαν να επρόκειτο για τελετουργικό σημάδι. Δεν μίλησε. Μονάχα ανασήκωσε το βλέμμα του και άνοιξε τα πόδια ελαφρά, αφήνοντας τις γυναίκες του να πλησιάσουν.
Η Μαρίνα πήρε θέση πρώτη. Σαν μαθητευόμενη. Σαν ιέρεια που είχε εκπαιδευτεί πλέον στις ανάγκες του κυρίου της. Η Ειρήνη δίπλα της, με τον ίδιο ακριβώς ρυθμό. Τα στόματά τους δουλεύαν αρμονικά, η γλώσσα της μίας να γλείφει τη βάση, της άλλης την κορυφή. Ο Στέφανος βόγκηξε. Το σεντόνι απομακρύνθηκε. Και η ηδονή ξεχύθηκε.
Δεν είχε περάσει πολύ ώρα όταν η Ειρήνη έκανε ένα νεύμα. «Όχι εδώ,» είπε, με την ήρεμη αυστηρότητα που πάντα έκανε την καρδιά της Μαρίνας να σφίγγεται. «Θα τον ξυπνήσουμε.»
Μετακινήθηκαν στην τουαλέτα. Ένα δωμάτιο ψυχρό, με πλάκες λευκές και καθαρό φως. Όχι ρομαντικό — αλλά προστατευμένο. Εκεί, ο Στέφανος την πήρε. Με όλη του τη δύναμη. Η Μαρίνα γαντζώθηκε από το νιπτήρα και άνοιξε τα πόδια της, η Ειρήνη από πίσω κρατούσε τα μαλλιά της, τη φίλαγε στο αυτί, της ψιθύριζε εντολές, έλεγχε την αναπνοή της.
Όταν εκείνος τελείωσε μέσα της, η Μαρίνα έκανε να τραβηχτεί — μα η Ειρήνη την έπιασε από τη λεκάνη. «Μείνε έτσι,» της είπε.
Η Μαρίνα υπάκουσε, ακόμα και μέσα στην ένταση, ακόμα και με την ανάσα της κομμένη.
Ο Στέφανος δεν είχε τελειώσει.
«Έτοιμος;» ακούστηκε η φωνή του, ήρεμη, σκοτεινή, πίσω της.
Η Ειρήνη χαμογέλασε, με βλέμμα που έμοιαζε σχεδόν τρυφερό. «Λοιπόν, αγαπημένη μου… τώρα θα κρατηθείς. Αυτό δεν το έχεις ξαναζήσει.»
Η ζέστη άλλαξε υφή. Η πίεση στο σώμα της έγινε παράξενη. Κάτι ρέον, ακανόνιστο. Η κοιλιά της φούσκωσε απότομα — σαν κύμα που δεν προήλθε από σπασμό, αλλά από μέσα της.
«Κατουράει μέσα μου…;» ψιθύρισε η Μαρίνα, τρομαγμένη.
Η Ειρήνη έσκυψε και τη φίλησε απαλά στον λαιμό. «Σσσσ… Μη φοβάσαι. Μη κουνηθείς. Πάρε τα όλα. Σαν να είναι δικά σου.»
Η Μαρίνα έμεινε ακίνητη. Ένιωσε το υγρό να γεμίζει τη μήτρα της, να διαστέλλει το σώμα της — και με κάθε δευτερόλεπτο, έσφιγγε περισσότερο τους μυς της για να μην χαθεί ούτε σταγόνα.
Ο Στέφανος στέναξε βαριά. «Τελείωσα.»
Η Ειρήνη έγνεψε, σοβαρή πια. «Ωραία. Τώρα… βάλε το χέρι σου. Κράτησέ τα όλα μέσα. Και κάτσε στη λεκάνη.»
Η Μαρίνα λύγισε. Το σώμα της, βαρύ και ευάλωτο, κάθισε προσεκτικά. Τα δάχτυλά της πίεζαν τον εαυτό της σαν τάμα.
Η Ειρήνη γονάτισε μπροστά της, έβγαλε από το ντουλάπι ένα μικρό φιαλίδιο — καθαρό, αποστειρωμένο, σαν ιατρικό εργαλείο ή μαγικό αντικείμενο. Το γέμισε προσεκτικά με τα πρώτα που έσταζαν από τα μπουτάκια της Μαρίνας. Κράτησε το μπουκαλάκι στο φως και το κοίταξε σαν να διάβαζε οιωνούς.
Κι έπειτα… παύση.
Ο χρόνος κόπηκε εκεί. Ανάμεσά τους, ένα μπουκαλάκι γεμάτο ζωή, χυμένο μέσα από πράξεις που δεν χωρούσαν σε καμία κανονικότητα. Η Μαρίνα, καθιστή, με το κορμί της ακόμα ανοιχτό. Η Ειρήνη, ήρεμη, σαν μαία σε τελετή. Ο Στέφανος, όρθιος, με τη δύναμή του πιασμένη πάνω τους.
Και ο Ανδρέας… κοιμόταν ακόμα. Για την ώρα.
Η ατμόσφαιρα του μπάνιου είχε γεμίσει ατμό — όχι μόνο από το ζεστό νερό, αλλά από την πράξη που είχε προηγηθεί. Η Μαρίνα, με τα πόδια ακόμα ελαφρώς ανοιχτά, στάθηκε μπροστά στην μπανιέρα, ακίνητη, καθώς η Ειρήνη της έπλενε το σώμα με αργές, τελετουργικές κινήσεις. Δεν ήταν μπάνιο — ήταν κάθαρση.
Η Ειρήνη άπλωσε το αφρόλουτρο με το γνώριμο άρωμα από γιασεμί και ξύλο, τρίβοντας το ανάμεσα στους μηρούς της Μαρίνας σαν να ευλογούσε τη σάρκα της. Έπειτα, ξέπλυνε τις παλάμες της με φροντίδα, σαν να ήξερε πως πολύ σύντομα θα κρατούσαν κάτι ιερό. Η Μαρίνα δεν μίλησε. Μόνο κοίταξε την αντανάκλαση της στο μεταλλικό σκεύος. Το βλέμμα της δεν ήταν πια το ίδιο.
Όταν βγήκαν από το μπάνιο, σκεπάστηκαν με μπουρνούζια. Η Ειρήνη πήρε διακριτικά μαζί της το φιαλίδιο. Η Μαρίνα το παρατήρησε, αλλά δεν ρώτησε — όχι ακόμη. Πήγαν μαζί στην κουζίνα, όπου το πρωινό φως πέρασε μέσα από τις κουρτίνες και ζωγράφισε χρυσαφένιες γραμμές πάνω στον πάγκο.
Η Ειρήνη έβγαλε από το ντουλάπι ένα πλαστικό μπουκαλάκι με σιρόπι — βανίλια, γλυκό και αθώο. Το άνοιξε, το κοίταξε για λίγο, κι έπειτα, χωρίς να διστάσει, άδειασε το μισό στον νεροχύτη.
Η Μαρίνα συνοφρυώθηκε. «Τι κάνεις;» ρώτησε με ήσυχη φωνή.
Η Ειρήνη δεν γύρισε καν να την κοιτάξει. «Θα δεις,» απάντησε. Και το είπε με εκείνο το χαμόγελο που δεν επιδέχεται ερωτήσεις.
Με την απόλυτη ψυχραιμία κάποιας που κάνει ό,τι ακριβώς είχε σχεδιάσει, άνοιξε το φιαλίδιο και έριξε μέσα στο υπόλοιπο σιρόπι τα περιεχόμενά του: ένα μείγμα από σπέρμα και κίτρινα υγρά, αραιωμένα από το ζεστό νερό του μπάνιου, αλλά ακόμα ζωντανά — φρέσκα, γήινα, σχεδόν ιερά. Ανακίνησε καλά το μπουκάλι, μέχρι το υγρό να γίνει ομοιογενές, λείο, υπερβολικά φυσικό για να υποψιαστεί κανείς την προέλευση.
«Ξύπνα τον Ανδρέα. Πες του να έρθει για καφέ,» της είπε, με τη φωνή γλυκιά, σαν να της ζητούσε να στρώσει το τραπέζι.
Όταν συγκεντρώθηκαν όλοι στην κουζίνα, ο ήλιος είχε ανέβει λίγο ακόμη. Το τραπέζι είχε τέσσερις κούπες. Ο ατμός ανέβαινε νωχελικά, και τα πρόσωπα των τεσσάρων αντικατοπτρίζονταν μέσα στις μαύρες επιφάνειες.
Η Ειρήνη χαμογέλασε σαν οικοδέσποινα. «Δεν έχει κανένας ζάχαρη στον καφέ του… Οπότε…» Σήκωσε το σιρόπι και το τίναξε ελαφρά. «Θα βάλουμε λίγο απ’ αυτό. Το έφτιαξα εγώ.»
Γύρισε πρώτα στον Ανδρέα. Έριξε ένα μέτριο ποσοστό στο φλιτζάνι του, έπειτα στη Μαρίνα, στον Στέφανο και τέλος στο δικό της.
Η Μαρίνα είχε παγώσει. Τα μάτια της καρφώθηκαν στη συσκευασία, ύστερα στο φλιτζάνι της. Η ανάσα της έγινε κοφτή.
Η Ειρήνη όμως ήδη έπινε. Έκλεισε τα μάτια με μια υπερβολική θεατρικότητα, αναστέναξε, και δήλωσε με πλήρη αυτοπεποίθηση:
«ΤΕΛΕΙΟ. Πρέπει να το δοκιμάσετε. Αυτό το σιρόπι… τα σπάει.»
Ο Στέφανος, χωρίς να χάσει ρυθμό, έγνεψε επιδοκιμαστικά. «Είναι όντως εξαιρετικό.»
Ο Ανδρέας δοκίμασε αμέσως, χωρίς σκέψη. Γεύτηκε το μείγμα και χαμογέλασε. «Πολύ καλό. Ίσως και καλύτερο απ’ το κλασικό.»
Η Μαρίνα έμεινε τελευταία. Όλοι την κοιτούσαν — αλλά η πίεση δεν ήταν βάρος. Ήταν πρόκληση. Ήταν θέατρο. Ήταν λατρεία.
Η Ειρήνη έγειρε προς το μέρος της. «Λοιπόν;»
Η Μαρίνα χαμογέλασε. Όχι γιατί δεν ήξερε τι πίνει — αλλά γιατί θυμήθηκε. Θυμήθηκε εκείνη τη νύχτα, τότε που με μια βρωμόκουβέντα ξεκίνησαν όλα. Τότε που ο Ανδρέας την προκάλεσε, κι εκείνη όχι μόνο απάντησε — τον ξεπέρασε. Ήταν αυτό που τους ένωνε πάντα: ο ανταγωνισμός, η πρόκληση, η ανάγκη να δουν ποιος αντέχει πιο πολύ. Και τώρα… δεν υπήρχε πιο βρώμικη πρόκληση απ’ αυτή.
Πήρε την κούπα στα χέρια της, ήπιε μια πρώτη γεμάτη γουλιά.
Κι έπειτα άλλη μία.
Σκούπισε τα χείλη της. Έγειρε πίσω στην καρέκλα, και με βλέμμα καρφωμένο στον Ανδρέα, ψιθύρισε:
«Τέλειο.»
Κεφάλαιο 10 – Το Σημάδι
Η πόλη έμοιαζε να ξυπνάει αργά εκείνο το απόγευμα. Ο αέρας είχε μια βαρύτητα παράξενη — κάτι ανάμεσα σε καλοκαιρινή ραστώνη και υπόγειο ηλεκτρισμό. Οι τέσσερις τους περπατούσαν σε κεντρικό δρόμο, χωρίς προορισμό, ή έτσι φαινόταν. Η Μαρίνα και ο Ανδρέας κρατιούνταν διακριτικά, τα βλέμματα εναλλάσσονταν, τα γέλια ήταν ήσυχα, χαμηλόφωνα, σαν πρόλογος σε κάτι μεγαλύτερο.
Η Ειρήνη μπροστά, με βήμα σίγουρο, και δίπλα της ο Στέφανος, σιωπηλός αλλά παρών με τρόπο σχεδόν μυστηριακό. Σταμάτησαν έξω από ένα στενό μαγαζί, φωτισμένο με μωβ και μπλε LED, δίπλα σε μια βιτρίνα με σκισμένες αφίσες και ψεύτικα κρανία.
Η ταμπέλα έγραφε μόνο ένα όνομα, σχεδόν σαν υπογραφή.
“Infernum Ink.”
Η Ειρήνη άνοιξε την πόρτα χωρίς δισταγμό και μπήκε πρώτη. Ο ήχος από το καμπανάκι ήταν σχεδόν ειρωνικός στη σιωπή τους. Ο χώρος μύριζε μελάνι, αντισηπτικό και κάτι πιο μεταλλικό. Ίσως ιδρώτα. Ίσως φόβο.
Πίσω από τον πάγκο, ένας άνδρας με μούσια και μπράτσα στολισμένα με τατουάζ σήκωσε το βλέμμα του.
«Ορίστε;»
Η Ειρήνη χαμογέλασε με τον τρόπο που μόνο εκείνη ήξερε — γλυκά, μα και με εξουσία. «Έχουμε ραντεβού για τατουάζ. Στο όνομά μου.»
Ο καλλιτέχνης έριξε μια ματιά στο τετράδιό του. Έγνεψε.
Η Ειρήνη πλησίασε τον πάγκο. «Είναι λίγο… ιδιαίτερη περίπτωση. Ο νεαρός μας δεν έχει ξανακάνει τατουάζ. Και θα ήθελα να είμαστε όλοι παρόντες. Δεν θα πάρει πολύ. Σας υπόσχομαι, αν χρειαστεί… αποζημίωση επιπλέον για την ανοχή σας.»
Ο tattoo artist σήκωσε το φρύδι, κοίταξε για λίγο τον Ανδρέα, ύστερα τη Μαρίνα, και στο τέλος ξαναγύρισε το βλέμμα του στην Ειρήνη. Το βλέμμα του είχε κάτι πιο παιχνιδιάρικο τώρα — σαν να διαισθανόταν ότι υπήρχε κάποιο παράξενο σενάριο στο φόντο.
«Όσο δεν έχουμε παράπονα από τον πελάτη… κανένα πρόβλημα.»
Η Ειρήνη γύρισε και του χαμογέλασε. «Ο πελάτης… θα είναι υποδειγματικός.»
Ο Ανδρέας ένιωσε το βλέμμα όλων να πέφτει πάνω του. Ξανά. Όπως κάθε φορά.
«Τι συμβαίνει;» ρώτησε τελικά, με φωνή πιο ήσυχη απ’ όσο ήθελε να ακουστεί. «Τι είναι όλο αυτό;»
Η Ειρήνη δεν του απάντησε αμέσως. Αντίθετα, τον πλησίασε και τον πέρασε αγκαζέ, αργά, σχεδόν θεατρικά. Το πρόσωπό της ήρθε δίπλα στο δικό του. Η φωνή της δεν ήταν επιβλητική — ήταν συνομωτική. Όπως όταν δύο άνθρωποι μοιράζονται μυστικό που δεν πρέπει να ακουστεί από κανέναν άλλο.
«Ανδρέα μου… Στο πλαίσιο της εκπαίδευσής μας, πρέπει να υπάρχει και κάτι σταθερό. Κάτι που να σε συνοδεύει, όχι μόνο τη νύχτα, αλλά και τη μέρα. Κάθε ώρα. Κάθε στιγμή. Σαν υπενθύμιση. Σαν σημείο αναφοράς. Μια μικρή δέσμευση απέναντι σε… όλο αυτό.»
Έκανε έναν κύκλο με το χέρι της, περιγράφοντας τον χώρο, τη Μαρίνα, τον Στέφανο, τον ίδιο. «Μην ανησυχείς,» πρόσθεσε, αγγίζοντας το μπράτσο του. «Είναι απλώς χένα. Θα ξεθωριάσει. Θα φύγει μόνο του… σε λίγο καιρό.»
Ο Ανδρέας την κοίταξε, διστακτικός. Το βλέμμα του γέμιζε από μικρές εκρήξεις αμφιβολίας — αλλά και από μια γνώριμη καύλα. Αυτή που ερχόταν πάντα όταν του έπαιρναν κάτι. Ή του έδιναν κάτι, χωρίς να ρωτήσουν.
«Τι θα κάνεις;» ρώτησε τελικά. «Και… πού;»
Η Ειρήνη έγειρε το κεφάλι της στο πλάι, σαν να τον χάζευε.
Και του απάντησε, αργά, χωρίς χαμόγελο:
«Κάτσε… και θα δεις.»
Ο Ανδρέας κάθισε, αλλά η καρέκλα δεν ήταν απλώς κάθισμα — ήταν προσγείωση. Η Ειρήνη του άγγιξε ελαφρά τον ώμο και του ζήτησε, χωρίς να τον κοιτάζει κατάματα, αλλά με απόλυτη φυσικότητα:
«Ανέβασε λίγο το μπλουζάκι. Και… βγάλε το παντελόνι. Και το εσώρουχο.»
Το αίμα του πάγωσε, αλλά υπάκουσε. Με αργές κινήσεις, σαν να έγδυνε τη δική του αντίσταση. Το παντελόνι έπεσε ως τους αστραγάλους, το εσώρουχο ακολούθησε, και μια ανατριχίλα διαπέρασε τη σπονδυλική του στήλη.
Ο tattoo artist, χωρίς να σχολιάσει τίποτα, πρόσθεσε δυο μεταλλικά στηρίγματα στην καρέκλα, σαν πετάλια για γυναικολογική εξέταση. Ο ήχος του μηχανισμού ήταν ψυχρός, τεχνικός. Σαν να άνοιγε κάτι ιατρικό. Κάτι αμετάκλητο.
«Ανέβασε τα πόδια σου εδώ,» του είπε, με επαγγελματισμό.
Ο Ανδρέας τον κοίταξε, ύστερα τη Μαρίνα, ύστερα την Ειρήνη. Τα μάτια του ικέτευαν για εξήγηση — ή για σωτηρία.
Η Ειρήνη γονάτισε μπροστά του, του σήκωσε ελαφρά τη λεκάνη, και με το δάχτυλο έδειξε στο δερματογράφο το σημείο. «Εδώ. Στο περίνεο. Ανάμεσα στην τρυπούλα του… και τα αρχίδια του.»
Ο tattoo artist πλησίασε με προσοχή, και έγειρε το κεφάλι του. «Αν ήταν τατουάζ… εδώ θα πονούσε πολύ. Είσαι τυχερός.»
Και τότε, με ένα ειρωνικό χαμόγελο, πρόσθεσε: «Ή μήπως να το κάνουμε και κανονικό; Κάτι πιο… μόνιμο;»
Ο Ανδρέας τινάχτηκε σχεδόν ενστικτωδώς. «Όχι βέβαια!»
Η Ειρήνη γέλασε απαλά. «Αγάπη μου… στο συγκεκριμένο σημείο δεν πρόκειται να το δει κανείς. Ούτε στην παραλία. Και, άλλωστε, αν κάποιος φτάσει να κοιτάξει εκεί… τότε, προφανώς, θα έχεις ήδη εκτεθεί. Δεν νομίζεις;»
Ο Ανδρέας έμεινε σιωπηλός. Δεν μπορούσε να αντικρούσει. Δεν είχε επιχειρήματα — μόνο δισταγμό, που είχε ντυθεί με ντροπή και υποψία καύλας.
Η Μαρίνα πετάχτηκε με τον ενθουσιασμό που πάντα είχε όταν κάτι την εξίταρε ψυχολογικά. «Έλα ρε μωρό μου… Θα είναι τέλειο! Μια γλυκιά αναμνησούλα ζωής! Και… πραγματικά… ποιος θα το κοιτάξει εκεί πέρα;»
Η φωνή της είχε μια παιδικότητα που φλέρταρε με το σαδισμό.
Η Ειρήνη συνέχισε: «Θα το κάνουμε και όμορφο. Μπορούμε να βάλουμε και χρώμα εδώ;»
Ο tattoo artist έγνεψε. «Μπορούμε.»
Η Ειρήνη χαμογέλασε σαν να ολοκλήρωσε ένα παζλ. «Ωραία. Σκέφτομαι ένα μικρό, κόκκινο Χ. Σαν σημάδι. Θα μπορούσαμε να το κάνουμε και σαν ράμμα… σαν να έχει κάνει επέμβαση στείρωσης. Αλλά το Χ… είναι πιο καθαρό. Πιο συμβολικό.»
Ο Ανδρέας δεν μιλούσε. Τον ένιωθαν να τρέμει ελαφρώς κάτω από το φως. Το βλέμμα του άλλαζε κάθε δευτερόλεπτο: ντροπή, φόβος, μια σπίθα καύλας, αμφιβολία, και πάλι ντροπή.
Η Μαρίνα έγειρε προς το μέρος του. «Σκέψου το λίγο. Εγώ κάθε φορά που θα σε βλέπω, θα σκέφτομαι… εσύ το έκανες αυτό για μένα.»
Και τότε χαμογέλασε — αυτό το χαμόγελο που πάντα τον παρέσερνε.
Ο Ανδρέας κατέβασε το βλέμμα.
Δεν είπε λέξη.
Και δεν χρειάστηκε.
Ο ήχος από το μηχάνημα γέμισε τον χώρο με έναν ηλεκτρικό παλμό, σχεδόν υπνωτικό. Ο Ανδρέας τινάχτηκε την πρώτη στιγμή που ένιωσε τη βελόνα να ακουμπάει το δέρμα του.
Η Ειρήνη στεκόταν πίσω του και, με σταθερό χέρι, του κρατούσε απαλά τα αρχίδια προς τα πάνω, για να έχει καθαρή πρόσβαση ο tattoo artist στο σημείο ανάμεσα στην τρύπα και τη βάση τους. Η ψυχραιμία της ήταν σχεδόν καθησυχαστική. Σαν να το είχε κάνει πολλές φορές.
Η Μαρίνα, γονατιστή δίπλα του, έσκυψε στο αυτί του. Η ανάσα της ζεστή, σχεδόν παρακλητική.
«Αγάπη μου… είσαι ό,τι πιο καυλωτικό έχω δει στη ζωή μου έτσι. Σταζω για σένα, το καταλαβαίνεις; Το βρακί μου έχει γίνει νερό.»
Ο Ανδρέας έσφιξε τα χέρια του στα στηρίγματα της καρέκλας. Η ένταση τον έπνιγε — όχι μόνο από τον πόνο, αλλά κι από το αίσθημα έκθεσης, την απόλυτη ακινησία.
«Σε θέλω…» του ψιθύρισε η Μαρίνα. «Θα σε θέλω για πάντα. Θα κάνουμε πιο πολύ σεξ από ποτέ. Σου το υπόσχομαι.»
Κάθε λέξη της λειτουργούσε σαν αντίδοτο στον πόνο, σαν ένεση δύναμης. Ήταν το μόνο που μπορούσε να τον κρατήσει εκεί, ακίνητο, γυμνό, ντροπιασμένο και περήφανο μαζί.
Η Ειρήνη, εν τω μεταξύ, πηγαινοερχόταν πίσω από την καρέκλα. Μαζί με τη Μαρίνα, κάθε λίγα δευτερόλεπτα, έσκυβε πίσω από τον tattoo artist για να βλέπει την πρόοδο. Το βλέμμα τους έλαμπε με λαχτάρα, σαν να παρακολουθούσαν γέννα.
«Πάει υπέροχα,» είπε ήσυχα η Ειρήνη. «Είναι πιο όμορφο απ’ όσο περίμενα.»
Όταν τελείωσε, το μηχάνημα έσβησε με έναν τελευταίο βόμβο. Ο tattoo artist έκανε στην άκρη.
Η Ειρήνη έσκυψε, πήρε το κινητό της, και τράβηξε φωτογραφία. Έπειτα πλησίασε τον Ανδρέα και του την έδειξε στην οθόνη.
Ένα μικρό, κόκκινο Χ. Καθαρό. Τέλειο. Εκεί ακριβώς.
Η Ειρήνη πλησίασε τον tattoo artist. Στάθηκε πολύ κοντά του. Η φωνή της χαμηλή, όπως πάντα, αλλά με μια σιγουριά που έκανε κάθε άντρα να ακούει.
«Θα σε πληρώσω διπλάσια από το κανονικό,» του είπε. «Και σου έχω κι ένα μικρό δώρο.»
Γύρισε και έδειξε τη Μαρίνα, που εκείνη τη στιγμή σκούπιζε το μέτωπο του Ανδρέα. «Αυτή είναι η Μαρίνα. Όπως φαντάζεσαι… ο Ανδρέας δεν την ικανοποιεί όπως της αξίζει. Οπότε η καύλα έχει μαζευτεί μέσα της. Καιρός να την αφήσουμε να ξεσπάσει κάπως… διαφορετικά.»
Ο tattoo artist την κοίταξε χωρίς να μιλήσει. Δεν χρειαζόταν.
Η Μαρίνα στράφηκε απότομα, ξαφνιασμένη. «Τι;» πρόλαβε μόνο να πει, πριν ο Στέφανος της ρίξει ένα βλέμμα κοφτερό.
«Τελείωνε,» της είπε. «Άντε. Μην τον κρατάς τον άνθρωπο να περιμένει.»
Πριν προλάβει να πει κάτι άλλο, η Ειρήνη την έπιασε από το μπράτσο και την καθοδήγησε στα γόνατα. Η πουτσά του tattoo artist ήταν ήδη έξω. Ζεστή, σκληρή, χωρίς αναμονή. Σαν να ήταν κι αυτός… μέρος του σχεδίου.
Τα χείλη της Μαρίνας άνοιξαν διστακτικά — αλλά μόλις ένιωσε το βάρος του να γεμίζει το στόμα της, όλα άλλαξαν. Ένας βόμβος καύλας άρχισε να χτυπά στο κρανίο της. Η ανάσα της κόπηκε. Η καρδιά της χτυπούσε γρήγορα, αλλά όχι από φόβο.
Ο Στέφανος πλησίασε. «Γάμα της το κεφάλι,» του είπε ψυχρά. «Χωρίς έλεος.»
Κι εκείνος το έκανε. Ο tattoo artist άρχισε να μπαινοβγαίνει άγρια, χωρίς να τη λυπάται. Το στόμα της γέμιζε, τα μάγουλά της τραβιόντουσαν πίσω κάθε φορά, τα μάτια της δάκρυζαν.
Ο Ανδρέας καθόταν ακόμη στην καρέκλα, γυμνός, με το κόκκινο Χ στο περίνεό του. Τα μάτια του καρφωμένα πάνω της — σαν να έβλεπε μια ταινία που δεν μπορούσε να σταματήσει.
Η Ειρήνη, ήσυχα, ακούμπησε το πόδι της στο πίσω μέρος του κεφαλιού της Μαρίνας. Το πίεσε απαλά… έπειτα πιο δυνατά… μέχρι που η πουτσά του χώθηκε ολόκληρη στον λαιμό της, και δεν μπορούσε να κάνει πίσω.
«Θες να χύσεις;» τον ρώτησε.
«Ναι…» απάντησε, με κομμένη ανάσα.
«Μέσα της. Μην το σκεφτείς. Απλώς… άδειασέ την.»
Κι εκείνος το έκανε. Τα χέρια του έσφιξαν το κεφάλι της. Το σώμα του τινάχτηκε. Η πούτσα του παλλόταν βαθιά στο στόμα της — και η Μαρίνα… δεν τραβήχτηκε. Δεν έπνιξε. Δεν αρνήθηκε.
Τα μάτια της έμειναν κλειστά.
Η καρδιά της, ανοιχτή.
Μια παράξενη ζεστασιά την πλημμύρισε.
Όχι μόνο στον λαιμό.
Αλλά και μέσα της.
Ύστερα ντύθηκαν. Κανείς δεν μίλησε στον δρόμο — η σιωπή ήταν βαρύτερη από λέξεις. Ήταν ένα είδος συνωμοσίας, ένα άγραφο συμβόλαιο που κρατούσαν όλοι μέσα τους.
Πήγαν για φαγητό. Ένα μικρό, διακριτικό εστιατόριο. Ήταν σχεδόν άδειο. Η Μαρίνα κάθισε δίπλα στον Ανδρέα, αλλά πιο κοντά στην Ειρήνη. Ο Στέφανος απέναντι, με βλέμμα που δεν έψαχνε επιβεβαιώσεις.
Το φαγητό ήρθε. Μερικές μπουκιές. Λίγη κρασί. Και τότε άνοιξε η κουβέντα.
«Μαρίνα,» είπε ο Στέφανος, κόβοντας το ψωμί του χωρίς να την κοιτάζει, «ένιωσες άβολα; Ή σ’ άρεσε;»
Η Μαρίνα δεν απάντησε αμέσως. Κοίταξε κάτω, μετά τον Ανδρέα, κι ύστερα ψηλά — σαν να έψαχνε την αλήθεια στον αέρα.
«Στην αρχή… ένιωσα πολύ άβολα. Πολύ. Αλλά… μετά… μπήκα στον ρόλο.»
Ο Στέφανος σήκωσε το φρύδι. «Στον ρόλο της πουτάνας, δηλαδή;»
Η Μαρίνα τον κοίταξε. Δεν δίστασε. «Ναι.»
«Τέλεια,» απάντησε. Και ήταν αληθινά ενθουσιασμένος.
Ύστερα γύρισε προς τον Ανδρέα. «Εσένα… σου αρέσει που η γυναίκα σου παίζει τον ρόλο της πουτάνας;»
Ο Ανδρέας αναστέναξε. «Δεν ξέρω…»
Ο Στέφανος γέλασε ελαφρά, χωρίς σαρκασμό. «Για πόσο ακόμα θα υποκρίνεσαι;» είπε. «Πάντα παρουσιάζεσαι διστακτικός. Κι όμως… κάθε φορά είχες το δικαίωμα να υπαναχωρήσεις. Και δεν το έκανες ποτέ. Τίποτα δεν σου επιβλήθηκε. Κι όμως… είσαι ακόμη εδώ.»
Ο Ανδρέας έσκυψε το κεφάλι.
«Η Μαρίνα έχει αγκαλιάσει τον ρόλο της. Εσύ ακόμα προσπαθείς να μας πείσεις ότι έχεις αναστολές. Αλλά δεν τις βλέπουμε. Δεν τις νιώθουμε. Μόνο λέξεις… και καθυστέρηση.»
Ο Ανδρέας δεν είχε τι να πει. Κι εκείνη η σιωπή… ήταν σαν αποδοχή.
Η Ειρήνη πήρε τον λόγο. «Κοίτα… όλα αυτά είναι μια όμορφη, γλυκιά περιπέτεια. Αν το σκεφτείς λίγο, πολύ λίγοι άνθρωποι έχουν ζήσει έστω τα μισά από όσα έχουμε ζήσει όλοι μαζί αυτό το διάστημα.»
Έγειρε ελαφρά μπροστά. Η φωνή της έγινε πιο ζεστή. «Το κρεβάτι… δεν μας χαρακτηρίζει. Ούτε εσένα, ούτε τη Μαρίνα. Ούτε εμένα, ούτε τον Στέφανο. Είναι απλώς… μια άλλη γλώσσα που μιλάμε. Μια γλώσσα που δεν έχει ντροπή — μόνο αλήθεια.»
Ο Ανδρέας την κοιτούσε. Τα λόγια της τον τύλιγαν σαν κάλυμμα.
«Η Μαρίνα είναι η γυναίκα σου. Εσύ θα την φροντίζεις. Εσύ θα την αγαπάς. Εσύ θα την κρατάς το βράδυ. Είναι δικιά σου … οτι και να γίνει. Το σεξ — όσο έντονο κι αν είναι — είναι σεξ. Ένα παίγνιο. Μια προτίμηση προσωπική.»
Άφησε αργά το ποτήρι του στο κέντρο του τραπεζιού.
«Είμαστε σύμφωνοι;»
Ο Ανδρέας, για πρώτη φορά, δεν δίστασε. Σήκωσε το ποτήρι του και το τσούγκρισε με του Στέφανου. Ύστερα ήρθαν τα ποτήρια των κοριτσιών. Ήταν σαν να σφράγισαν συμφωνία. Όχι με λόγια.
Με κρασί.
Κεφάλαιο 11 – Η Νύχτα των Ξένων
Δεν είχε κάτι διαφορετικό αυτή η βραδιά.
Ή τουλάχιστον έτσι νόμιζαν.
Η πρόσκληση από τον Στέφανο και την Ειρήνη ήρθε απλά: «Περάστε για κρασί και κάτι ιδιαίτερο που ετοιμάζουμε. Θα σας αρέσει.» Ούτε λεπτομέρειες, ούτε υπονοούμενα. Η φωνή της Ειρήνης στο τηλέφωνο ήταν ήρεμη, σχεδόν καθησυχαστική.
Όταν έφτασαν στο σπίτι, όλα φάνηκαν κανονικά. Η Ειρήνη, ντυμένη απλά, τους υποδέχτηκε με το γνωστό της χαμόγελο. Ο Στέφανος τους φίλησε εγκάρδια. Υπήρχε κάτι στον αέρα, αλλά δεν μπορούσαν να το ονομάσουν.
Στρώθηκαν σε έναν καναπέ με βαθιά μαξιλάρια. Η μουσική απαλή, ο φωτισμός χαμηλός. Το σπίτι είχε μια ελαφριά μυρωδιά δέρματος και κρασιού. Ήταν σαν να είχε προετοιμαστεί για κάτι.
Ο Ανδρέας και η Μαρίνα αντάλλαξαν ένα βλέμμα — ήξεραν πως κάτι πλησίαζε.
Η Ειρήνη πήρε τον λόγο.
«Λοιπόν, απόψε… θέλουμε να σας προτείνουμε κάτι διαφορετικό. Κάτι πιο τολμηρό. Δεν είναι υποχρεωτικό, φυσικά, αλλά… αν είστε πρόθυμοι… νομίζω θα ζήσετε κάτι μοναδικό.»
Ο Ανδρέας σάλεψε ελαφρά στο κάθισμά του.
«Θα πρέπει να παίξετε έναν ρόλο. Και πρέπει να τον πιστέψετε. Χωρίς απορίες. Χωρίς δεύτερες σκέψεις.»
Η Μαρίνα άνοιξε τα χείλη της να ρωτήσει, αλλά η Ειρήνη σήκωσε το χέρι. «Θα σας εξηγήσει όλα ο Στέφανος όταν φύγω. Εγώ θα είμαι απούσα από αυτό. Για λόγους αληθοφάνειας.»
Χαμογέλασε γλυκά, τους φίλησε και τους δύο στα μάγουλα και… απλώς έφυγε. Όπως είχε πει. Σαν σκιά. Σαν ιέρεια που παραδίδει το τελετουργικό στους υπόλοιπους.
Η πόρτα έκλεισε πίσω της με έναν ήχο σχεδόν τελεσίδικο.
Ο Στέφανος γύρισε προς το ζευγάρι. Πήρε μια ανάσα. Έγειρε μπροστά.
«Απόψε, θα γίνουμε οικοδεσπότες μιας ιδιαίτερης εμπειρίας. Θα έρθουν μερικοί φίλοι μου. Δεν ξέρουν ποιοι είστε. Ούτε τη σχέση σας. Δεν ξέρουν τίποτα.»
Έκανε παύση. Τα μάτια του καρφωμένα στον Ανδρέα.
«Μαρίνα… απόψε, θα είσαι η γυναίκα της διασκέδασής τους. Κι εσύ, Ανδρέα… θα είσαι εκείνος που τους την παρουσιάζει. Ο άντρας που τους λέει την τιμή. Ο “νταβατζής” της.»
Σιωπή.
Η Μαρίνα πάγωσε.
Ο Ανδρέας έμεινε ακίνητος.
«Θα είστε παρόντες, αλλά σε ρόλους. Κανείς τους δεν θα μάθει την αλήθεια. Αν παίξετε καλά… ίσως δείτε τον εαυτό σας όπως ποτέ ξανά.»
Και πριν προλάβουν να απαντήσουν, ακούστηκε το πρώτο κουδούνι.
Ο Στέφανος, με το χέρι ήδη στο πόμολο, γύρισε και τους κοίταξε.
«Ακόμα προλαβαίνετε,» είπε. Η φωνή του ήταν ήρεμη, αλλά φορτισμένη. «Μπορώ να σας συστήσω ως κάτι άλλο. Κανείς δεν ξέρει.»
Και οι δύο σίγησαν.
Ο Στέφανος χαμογέλασε αργά. Εκείνο το χαμόγελο που έλεγε: Ξέρω ήδη την απάντηση.
«Οπότε… προχωράμε.»
Η πόρτα άνοιξε.
Οι άνδρες μπήκαν ένας-ένας. Καλοντυμένοι. Κομψοί. Άνθρωποι με κύρος, λόγο και γούστο. Κάθε τους βλέμμα ήταν μετρημένο — κάθε κοπλιμέντο προς τη “νεαρή” που θα τους συντρόφευε, ευγενικό και ενίοτε ποιητικό. Δεν υπήρχε τίποτα χυδαίο. Μόνο ένας υπόγειος ηλεκτρισμός.
Ο κύκλος του Στεφάνου δεν ήταν τυχαίος. Ήταν κορυφαίοι. Και το ήξεραν.
Λίγο αργότερα, οι άνδρες μαζεύτηκαν στο lounge. Ο αέρας γέμισε με άρωμα από φίνα πούρα και παλαιωμένο ουίσκι. Ο Στέφανος, με την άνεση ενός τελετάρχη, παρουσίασε τον Ανδρέα:
«Ο εκπρόσωπος της κοπέλας.»
Τα βλέμματα γύρισαν πάνω του. Ήταν σαν να φορούσε νέα στολή.
Ένας απ’ τους φίλους χαμογέλασε. «Πες μας, λοιπόν… τι μπορούμε να πάρουμε από τη Μαρίνα;»
Ο Ανδρέας, με τόνο φυσικό, αλλά σταθερό: «Τι σας ενδιαφέρει;»
«Είναι πανέμορφο κορίτσι, χωρίς αμφιβολία… αλλά όπως ξέρεις, δεν είναι μόνο η εμφάνιση. Αν αγαπάει αυτό που κάνει… θα μας κερδίσει.»
Ο Ανδρέας έγνεψε. «Νομίζω ότι δεν θα υστερήσει εκεί. Παίρνουμε τις απαραίτητες προφυλάξεις και προχωράμε.»
«Για το θέμα της τιμής θα μιλήσουμε μετά,» παρενέβη ο Στέφανος. «Ανδρέα, πήγαινε να ετοιμάσεις το κορίτσι. Εμείς θα περιμένουμε εδώ.»
Ο Ανδρέας σηκώθηκε. «Έγινε,» είπε ήρεμα και βγήκε.
Ανέβηκε τις σκάλες. Η καρδιά του χτυπούσε. Όχι από φόβο. Από κάτι πιο σύνθετο — σαν να άνοιγε μια νέα πύλη μέσα του.
Άνοιξε την πόρτα της κρεβατοκάμαρας.
Η Μαρίνα στεκόταν εκεί, ήδη βαμμένη, ντυμένη, έτοιμη. Φορούσε ένα φόρεμα τόσο διακριτικά προκλητικό, που φώναζε «πορνεία» μόνο σε όποιον ήξερε να ακούει.
Όταν τον είδε, έλαμψε. Το πρόσωπό της φωτίστηκε σαν κορίτσι πριν το πρώτο της ραντεβού.
«Πώς σου φαίνομαι;»
Ο Ανδρέας χαμογέλασε. Την κοίταξε με μάτια γεμάτα.
«Εκθαμβωτική. Σε λατρεύω.»
Η Μαρίνα πλησίασε και φίλησε τα χείλη του.
«Κι εγώ μωρό μου…» ψιθύρισε. «Πώς νιώθεις;»
Ο Ανδρέας δίστασε μισό δευτερόλεπτο.
«Για να είμαι ειλικρινής… κατακαυλωμένη!» είπε εκείνη πριν καν απαντήσει. Σαν να ήξερε την ερώτηση καιρό.
Ο Ανδρέας γέλασε. Πρώτη φορά δεν ένιωθε έρμαιο. Πρώτη φορά… οδηγός.
«Τέλεια,» είπε με αυτοπεποίθηση. «Πάμε.»
Η πόρτα του lounge άνοιξε αργά. Ο Ανδρέας μπήκε πρώτος — με εκείνη την ψεύτικη ηρεμία που φορούν οι άνδρες όταν έχουν ήδη συμφωνήσει να εκθέσουν το πιο ιερό τους κομμάτι. Πίσω του, η Μαρίνα.
Δεν υπήρχε τίποτα το κραυγαλέο στην εμφάνισή της. Το φόρεμά της απλώς τόνιζε χωρίς να αποκαλύπτει, το βάδισμά της ήσυχο αλλά γεμάτο πρόθεση. Και παρ’ όλα αυτά, τη στιγμή που μπήκε στο δωμάτιο, ο χώρος βάρυνε. Όλοι γύρισαν και την κοίταξαν. Κι όλοι σταμάτησαν να μιλάνε.
Τα βλέμματα των τριών φίλων του Στέφανου ήταν απογυμνωμένα από ευγένεια. Δεν υπήρχε καμία κοινωνική προσποίηση. Μόνο επιθυμία. Ωμή, χωρίς ντροπή. Κι εκείνη το ήξερε.
Η Μαρίνα πλησίασε το κέντρο του χώρου. Δεν κοιτούσε κανέναν στα μάτια — μόνο τον Ανδρέα, σαν να αντλούσε δύναμη απ’ αυτόν.
Ο Ανδρέας έκανε ένα νεύμα με το κεφάλι, σαν να την παρουσίαζε.
«Η Μαρίνα.»
Ένας απ’ τους άνδρες έγειρε πίσω στο δερμάτινο κάθισμά του. «Πολύ διαφορετική απ’ ό,τι περίμενα…» μουρμούρισε. Ο δεύτερος άναψε το πούρο του χωρίς να πάρει το βλέμμα του από τα γόνατά της. Ο τρίτος σήκωσε το ποτήρι του ελαφρά — σαν πρόποση — και είπε με φωνή βραχνή: «Αξίζει.»
Εκείνη στάθηκε στη μέση του δωματίου, άψογα σταθερή. Δεν υπήρχε ντροπή στο βλέμμα της, μόνο προσμονή. Μια σταγόνα ιδρώτα γυάλισε στον αυχένα της. Ήταν το μόνο σημάδι ότι η καρδιά της χτυπούσε.
Ένας από τους φίλους πλησίασε πιο κοντά, με πρόθεση να μιλήσει. Σταμάτησε στα δύο βήματα απόσταση.
«Σε έχουν προετοιμάσει καλά;» ρώτησε.
Η Μαρίνα δεν απάντησε αμέσως. Τον κοίταξε, έγειρε ελαφρά το κεφάλι. Μετά χαμογέλασε — ήσυχα. «Όσο χρειάζεται.»
Ο άνδρας χαμογέλασε κι αυτός, και γύρισε προς τους άλλους. «Αυτή… θα είναι καλή.»
Ο Ανδρέας στάθηκε στο πλάι, χωρίς να μιλά. Έμοιαζε με σκιά, αλλά κανείς δεν αμφέβαλε για τη θέση του. Ήταν εκείνος που “είχε” το κορίτσι. Ή, τουλάχιστον, εκείνος που το παρουσίαζε. Η εικόνα του ήταν παράδοξη: ταπεινή αλλά απαραίτητη. Χωρίς αυτόν, η σκηνή δεν θα είχε αρχίσει καν.
Ένας απ’ τους άντρες, καθισμένος ήδη στον δερμάτινο καναπέ, χαλάρωσε το φερμουάρ του και άφησε τη στύση του να φανεί χωρίς ντροπή.
«Έλα, κορίτσι μου… έλα εδώ.»
Η φωνή του ήταν χαμηλή, γεμάτη σιγουριά — σαν προσκλητήριο σε μυστήριο που είχε ήδη αποφασιστεί.
Η Μαρίνα δεν δίστασε. Το χαμόγελό της, εκείνο το χαρακτηριστικό, καρφωμένο χαμόγελο που φορούσε πια σαν δεύτερο δέρμα, δεν έσβησε ούτε για μια στιγμή. Πλησίασε, γονάτισε αργά μπροστά του, σαν να καταλάβαινε απόλυτα τη σημασία της κίνησης, και πήρε την πούτσα του στο στόμα της με τελετουργική στοργή.
Πίσω της, ένας δεύτερος άντρας την πλησίασε αθόρυβα. Τα χέρια του γλίστρησαν στους γλουτούς της, ζύγισαν τη σάρκα της με μια οικειότητα που δεν είχε αποκτηθεί, μόνο διεκδικήθηκε. Ένα δάχτυλο μπήκε μέσα της με ευκολία. Η Μαρίνα γύρισε το κεφάλι όσο μπορούσε, αναζητώντας τον Ανδρέα. Μόνο για να του κλείσει το μάτι — σαν να του έλεγε: δες με, είμαι καλά. Καυλώνω.
Η επιθυμία ξέφυγε από το χαρτί και πήρε μορφή: ένας τρίτος άντρας, καυλωμένος πια εμφανώς, φόρεσε προφυλακτικό και μπήκε μέσα της με δύναμη. Εκείνη δεν αντέδρασε με έκπληξη. Τον δέχτηκε όπως δέχεται κανείς τη μοίρα.
Κι άρχισαν.
Ο ένας μετά τον άλλον. Με εναλλαγές σχεδόν χορογραφημένες. Τη γάμησαν για πολλή ώρα. Πότε ένας στο στόμα, πότε στο μουνί, πότε στον κώλο. Τα σώματα άλλαζαν, οι ρόλοι γύριζαν, μα το χαμόγελο έμενε.
Ένας απ’ αυτούς ξάπλωσε στο πάτωμα και την τράβηξε απάνω του, τον κάρφωσε στον κώλο της. Ένας δεύτερος μπήκε στο μουνί της, τρίτος της έδωσε τον πούτσο του στο στόμα. Τα μάτια της ήταν υγρά και πρησμένα, αλλά δεν δάκρυζε. Δεν υπήρχε χώρος για λύπη. Μόνο για ένταση.
Άπλωσε τα χέρια της με εκείνο το θεατρικό στυλ που μόνο οι αληθινές πόρνες έχουν, και αγκάλιασε αυτόν που τη γαμούσε στο μουνί. Γύρισε ξανά στον Ανδρέα και του έκλεισε το μάτι — όχι για να τον πειράξει, αλλά για να τον κρατήσει παρόν.
«Την χύνουμε μαζί;» ρώτησε κάποιος.
«Ναι,» ήρθε η απάντηση από όλους.
Και στο ίδιο σεξουαλικό crescendo, δύο άντρες αδειάζουν μέσα στα προφυλακτικά τους. Ο τρίτος, άδειος από αναστολές, χύνει κατευθείαν στο στόμα της. Η Μαρίνα τα παίρνει όλα. Δεν γουρλώνει τα μάτια. Δεν σοκάρεται. Τα δέχεται σαν καθαγιασμένα.
Ο Στέφανος, σιωπηλός μέχρι εκείνη τη στιγμή, γέρνει προς τον Ανδρέα.
«Πήγαινέ την στο μπάνιο. Πλύνε την. Φρόντισέ την.»
Ο Ανδρέας σηκώθηκε και πήγε κοντά της. Η Μαρίνα μόλις είχε σκουπίσει το στόμα της με την ανάστροφη του χεριού, αλλά ακόμα έτρεχαν υπολείμματα.
Τον κοίταξε. Κατευθείαν στα μάτια. Το χαμόγελο εκεί — ακλόνητο.
«Σ’ αγαπάω πολύ,» του είπε με γλώσσα παχιά από την ηδονή και το σπέρμα.
Εκείνος δεν της απάντησε με λόγια. Την τράβηξε κοντά του και τη φίλησε — βαθιά, με γλώσσα, με όλο του το στόμα. Πήρε κι εκείνος το μερίδιό του από την προσφορά της.
Την πήγε στο μπάνιο. Της έβγαλε το φόρεμα. Άνοιξε το νερό, το άφησε να τρέχει. Της έπλυνε το σώμα με απαλές κινήσεις. Όχι για να τη καθαρίσει. Για να την νιώσει ξανά. Για να επιστρέψει λίγο απ’ αυτό που είχε χαρίσει.
Κεφάλαιο 12 – Το Αρχοντικό των Ενώσεων
Νύχτα 1η
Το αυτοκίνητο ανηφόριζε με αργό, σχεδόν ευλαβικό ρυθμό την παλιά, στριφτή διαδρομή. Η φύση γύρω τους άγρια και σιωπηλή, λες και ολόκληρο το βουνό περίμενε να καταπιεί τη σιωπή τους. Ο Στέφανος δεν μιλούσε — οδηγούσε με τα μάτια ελαφρώς μισόκλειστα, σαν να ένιωθε τον δρόμο περισσότερο παρά τον έβλεπε. Η Μαρίνα δίπλα του κοιτούσε έξω με ανοιχτό στόμα. Ο Ανδρέας στο πίσω κάθισμα δεν έβλεπε. Ένιωθε.
Το αρχοντικό φάνηκε ξαφνικά, σαν αποκάλυψη. Πέτρα, ξύλο και σίδερο σε συμμετρική σιωπή. Ψηλές καμάρες, παλιά σκαλιστά παραθυρόφυλλα, και μια βαριά ξύλινη πόρτα που έμοιαζε να ανοίγει μόνο με λόγια που κανείς δεν τολμά πια να προφέρει. Ήταν μεσαιωνικό, απομονωμένο, σαν εγκαταλελειμμένο κάστρο σε βραχυκύκλωμα με το παρόν.
Μέσα, τρεις κρεβατοκάμαρες — όλες διαφορετικές, μα όλες βαριές, βυθισμένες σε υφές και σκιές. Στο τζάκι κάποιος είχε ήδη ανάψει φωτιά. Κανείς δεν τους περίμενε. Το σπίτι ήταν κλεισμένο αποκλειστικά για εκείνους.
Χωρίς φωνές, χωρίς υποδοχή, χωρίς καν ήχους πέρα απ’ τους δικούς τους ανάσες. Το πάτωμα έτριζε ελαφρά καθώς ανέβαιναν τις σκάλες. Η κατανομή των δωματίων έγινε χωρίς συζήτηση — σαν να ήταν προσυμφωνημένο απ’ τη σιωπή: Ανδρέας και Μαρίνα στο δωμάτιο με το ξύλινο προσκέφαλο και τα σκούρα πέπλα. Στέφανος και Ειρήνη στη σοφίτα με την κυκλική οροφή και το μισάνοιχτο παράθυρο.
Η Ειρήνη εξαφανίστηκε για λίγα λεπτά. Όταν ξαναφάνηκε, κρατούσε ένα μαύρο κουτί στολισμένο με κορδέλες σαν θηλιές. Το άφησε πάνω στο χαμηλό τραπέζι μπροστά στο τζάκι και δεν είπε τίποτα. Το κρασί είχε ήδη ανοίξει, οι φλόγες γλείφανε τα ξύλα, κι η βραδινή υγρασία τους είχε φέρει όλους πιο κοντά.
«Αν ήσασταν παιδιά, θα σας έλεγα να περιμένετε μέχρι τα μεσάνυχτα», είπε η Ειρήνη χαμογελώντας, καθώς έσπρωχνε το κουτί προς το μέρος της Μαρίνας. «Αλλά τώρα… τώρα ξέρουμε όλοι πως ό,τι αξίζει, δεν περιμένει.»
Η Μαρίνα άνοιξε την κορδέλα. Μέσα, προσεκτικά διπλωμένα, ένα σετ λευκά εσώρουχα. Δαντέλα — αλλά όχι φθηνή. Δουλεμένη. Εργόχειρο σχεδόν. Κάτι μεταξύ νύφης και πόρνης. Ένα σώρουχο που δεν άνηκε σε καμία εποχή, παρά μόνο στη στιγμή που θα φορεθεί.
«Τι είναι αυτό;» ψέλλισε η Μαρίνα, αλλά όχι με απορία. Ήξερε. Η ερώτηση ήταν τελετουργική.
«Δώρο», είπε η Ειρήνη. «Από εμένα. Ή από εμάς.»
Ο Ανδρέας κατέβασε μια γουλιά κρασί. Δεν τόλμησε να κοιτάξει ούτε τη Μαρίνα, ούτε τη Στέφανο. Σαν να ένιωθε πως αυτό που θα ακολουθούσε ήταν για μάτια που δεν του ανήκαν πια.
«Θες να τα δοκιμάσεις;» ρώτησε η Ειρήνη, και το ύφος της έσταζε πρόκληση, αφέλεια, γνώση. «Εδώ. Μπροστά μας, εννοείται.»
Η Μαρίνα κοίταξε τον Ανδρέα. Για μισό δευτερόλεπτο — όσο χρειαζόταν για να του πάρει την άδεια. Μετά σήκωσε το φουστάνι της.
Η σιωπή στο δωμάτιο πάγωσε, κι η φωτιά άρχισε να ακούγεται πιο δυνατά.
Η Μαρίνα, με το δαντελένιο λευκό σώρουχο να σφίγγει το δέρμα της, στεκόταν στο κέντρο του δωματίου. Γυμνή, μα πιο ντυμένη από ποτέ. Η Ειρήνη γύρισε προς τον Ανδρέα με ύφος καθηγήτριας που πρόκειται να αναθέσει εργασία.
«Πάρε το κινητό σου. Θέλω να την απαθανατίσεις.»
Ο Ανδρέας δεν μίλησε. Σηκώθηκε αργά, τα δάχτυλά του έτρεμαν ελαφρά καθώς έβγαζε το κινητό απ’ την τσέπη του. Η Μαρίνα πρώτα ντράπηκε. Έπειτα χαμογέλασε.
Άρχισε να ποζάρει.
Αρχικά με γλύκα — το ένα χέρι στον μηρό, το άλλο στον λαιμό. Ύστερα με τολμηρότητα. Γύρισε πλάτη, έσκυψε. Ανασήκωσε το στήθος της προς το φακό. Έβγαζε τον εαυτό της απ’ το κάδρο του ελέγχου της και τον πρόσφερε.
Η Ειρήνη έσκυψε και της έδωσε μια μικρή ανθοδέσμη. Λευκά άνθη.
«Κράτα τα όπως σου ταιριάζει. Όπως το νιώθεις.»
Κανείς δεν μίλησε για γάμο. Μα το βλέμμα του Στεφάνου προς τη Μαρίνα είχε εκείνη τη σιωπηλή βαρύτητα που προορίζεται για πράξεις που δεν παίρνουν πίσω. Κι η Μαρίνα, καθισμένη στα πόδια του, με την ανθοδέσμη στο ένα χέρι και το άλλο χωμένο στη σάρκα του μηρού του, χαμογελούσε — νύφη και πουτάνα μαζί.
Ο Ανδρέας συνέχιζε να τραβάει φωτογραφίες. Μια, δύο, πέντε. Η Ειρήνη στεκόταν πίσω του και τον παρατηρούσε.
Χωρίς προειδοποίηση, έβαλε το χέρι της στον καβάλο του. Τον ένιωσε σκληρό.
«Είναι καυλωμένος», είπε, λες και ανακοίνωνε την ώρα ή τον καιρό.
Η Μαρίνα έγειρε πίσω στο στήθος του Στεφάνου και έβαλε τη μύτη της στον λαιμό του. Έμεινε εκεί, κλειστή σαν μυστικό. Τα μάτια της δεν κοίταζαν καν τον Ανδρέα. Ήξερε πως κοιτάζει εκείνος.
Η Ειρήνη πλησίασε πιο πολύ.
«Καυλώνεις που τη βλέπεις έτσι; Ντυμένη σαν νυφούλα. Στην αγκαλιά του.»
Ο Ανδρέας δεν μίλησε. Χαμογέλασε απλώς. Μικρά. Με ενοχή και λατρεία. Και έγνεψε.
Η Ειρήνη γονάτισε μπροστά του. Του κατέβασε το παντελόνι. Άρχισε να τον γλείφει με αργή επιμονή — σαν να ρουφούσε την αμαρτία μέσα απ’ την πούτσα του. Ταυτόχρονα, το άλλο της χέρι τρύπωσε πίσω, στον κώλο του. Έβαλε ένα δάχτυλο. Μετά δύο.
Ο Ανδρέας έτρεμε, μα δεν σταματούσε.
«Μη σταματήσεις να τραβάς», του ψιθύρισε. «Ό,τι και να νιώσεις. Ό,τι και να γίνει.»
Εκείνος υπάκουσε. Με δάχτυλο στον κώλο και στόμα στην πούτσα του, κρατούσε τη συσκευή και φωτογράφιζε τη Μαρίνα — αυτή που κάποτε ήταν δική του, τώρα καθισμένη σαν προσφορά στα γόνατα του Στεφάνου, με μια ανθοδέσμη σαν ειρωνεία και ένα βλέμμα που δεν ζητούσε πια τίποτα. Γιατί είχε ήδη όλα.
Η κάμερα απαθανάτιζε.
Μα κανένας δεν ήταν απλός θεατής.
Η Ειρήνη άφησε τον Ανδρέα πίσω της, ξεγυμνωμένο και μισολυγισμένο, το κινητό ακόμα στο χέρι του, να τρέμει. Πλησίασε τη Μαρίνα με αργά, χορευτικά βήματα. Δεν μιλούσε. Κρατούσε στα δάχτυλα ένα μικρό πινέλο και ένα βαζάκι με μπογιά. Μαύρο. Πηχτό σαν αίμα ξηραμένο.
«Μείνε ακίνητη», της είπε. Και γονάτισε μπροστά της.
Η Μαρίνα άνοιξε τα πόδια της. Όχι πολύ. Όσο έπρεπε για να ξεγυμνωθεί η κοιλιά της — αυτός ο εύφορος, επίπεδος ναός. Η Ειρήνη βούτηξε το πινέλο και με σταθερότητα άρχισε να ζωγραφίζει το θηλυκό σύμβολο πάνω από το εφηβαίο της. Κύκλος. Και σταυρός. Αργά. Κάθε χάραγμα ήταν σαν όρκος.
«Σήκωσε λίγο τα χέρια σου… ναι… έτσι», ψιθύρισε. Η κάμερα τραβούσε. Η ανάσα της Μαρίνας είχε αλλάξει.
Όταν τελείωσε, η Ειρήνη φύσηξε απαλά πάνω στο δέρμα, σαν να σφράγιζε το έργο της.
Η Μαρίνα κοίταξε κάτω, μετά τους υπόλοιπους. Ένα χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της — ελαφρώς ειρωνικό, ελαφρώς φτιαγμένο από θυμό και ερεθισμό.
«Και τώρα τι;» είπε. «Να αρχίσουμε να τον φωνάζουμε όλοι Daddy;»
Σιωπή. Μετά ένα γέλιο — πρώτο της Ειρήνης, έπειτα του Στεφάνου. Βραχύ, σχεδόν καπνισμένο.
«Είναι… εξαιρετική ιδέα», είπε η Ειρήνη, σηκώνοντας το βλέμμα της. «Μα φυσικά, αγάπη μου. Απόψε, και για όσες νύχτες χρειαστεί… ο Στέφανος είναι ο Daddy σου. Κι ο δικός μας.»
Η Μαρίνα δάγκωσε τα χείλη της.
Η Ειρήνη γύρισε προς τον Ανδρέα, που κρατούσε ακόμα το κινητό, με τον πούτσο του να πάλλεται στο φως της φωτιάς.
«Θες να πεις κάτι στην… μελλοντική σου κόρη;» τον ρώτησε, με βλέμμα που δεν σήκωνε άρνηση. «Λέμε τώρα … σε περίπτωση που δει ποτέ αυτό το βίντεο;»
Ο Ανδρέας κατάπιε. Η κάμερα στράφηκε σε εκείνον. Πήρε μια ανάσα. Κοίταξε την κοιλιά της Μαρίνας, το κόκκινο-μαύρο σύμβολο να στεγνώνει αργά πάνω στο δέρμα της.
Η Ειρήνη στάθηκε δίπλα του, έσκυψε ελαφρώς προς τον φακό, κι είπε με φωνή καθαρή, σχεδόν δασκαλική:
«Αν το βλέπεις αυτό, μικρή, να ξέρεις κάτι απ’ την αρχή: Δεν υπάρχει τίποτα για να ντραπείς. Ο μπαμπάς σου…» γύρισε την κάμερα προς τον Ανδρέα, «…έπαιζε την πούτσα του, βλέποντας τη μαμά σου να γαμιέται απ’ έναν άντρα ανώτερο. Και το έκανε με περηφάνια.»
Η κάμερα ζούμαρε. Η παλάμη του Ανδρέα δούλευε γρήγορα, σταθερά. Η πούτσα του γυάλιζε.
Μετά γύρισε απότομα πίσω, στο σημείο της ένωσης: η Μαρίνα καθόταν ήδη στον Στέφανο, βαθιά, σταθερά, αφοσιωμένη. Η πλάτη της ίσια, οι γοφοί της ακίνητοι.
«Δες τη διαφορά», συνέχισε η Ειρήνη. «Όχι μόνο στο μέγεθος — στην επιβολή, στο βάθος. Έτσι καλύπτονται οι ανάγκες μιας γυναίκας. Όχι με ψέματα.»
Η Μαρίνα γύρισε αργά το πρόσωπό της προς την κάμερα. Τα μαλλιά της κολλημένα στους κροτάφους. Το βλέμμα της καθαρό.
«Έχει δίκιο», είπε. «Κι όσο περισσότερο κάθομαι πάνω του… τόσο πιο πολύ το νιώθω. Πόσο διαφορετικό είναι να γεμίζεις. Πόσο ανάγκη το ‘χα… χωρίς να το ξέρω καν. Θα μεγαλώσεις και θα καταλάβεις.»
Η φωνή της είχε κάτι σχεδόν μεθυσμένο. Μια διαύγεια που μόνο οι υποταγμένοι αποκτούν.
Έκανε μια μικρή κίνηση με τη λεκάνη της, κι έπειτα γύρισε ελαφρώς πλάγια για να δείξει προς την κάμερα.
«Κοίτα…» είπε, «…μέχρι τη μήτρα φτάνει. Όλη μέσα. Νιώθω τον τράχηλο μου να αλλάζει μορφή. Και γι’ αυτό…» σταμάτησε και γέλασε απαλά, «…γι’ αυτό μάλλον δεν έμενα ποτέ έγκυος από τον Ανδρέα. Δεν έφτανε. Έλειπε πάντα κάτι. Λίγα εκατοστά… ίσως και μια διαφορά στην ουσία του πράγματος.»
Σήκωσε τα φρύδια, με ένα χαμόγελο σχεδόν τρυφερό.
«Μα δεν πειράζει. Τώρα… έχουμε Daddy.»
Η κάμερα κατέγραφε. Το φως της φωτιάς τρεμόπαιζε στο φακό σαν να τον ευλογούσε.
Η Ειρήνη πλησίασε με το κινητό στο χέρι, η κάμερα ήδη ανοιχτή. Έστρεψε το πλάνο προς τη Μαρίνα και τον Στέφανο, μετά γύρισε στον Ανδρέα.
«Ώρα για … συζηγική υποστήριξη», ψιθύρισε. «Ευλόγησε το σημείο της ένωσης. Με τη γλώσσα σου. Έλα…»
Ο Ανδρέας πλησίασε στα γόνατα. Η Μαρίνα καθόταν ανάποδα πάνω στον Στέφανο, πλάτη στον κορμό του, τα πόδια της ανοιχτά στα πλάγια της πολυθρόνας. Η μπρεζέρα βογκούσε ελαφρά με κάθε μικρή τους κίνηση. Η πούτσα του Στεφάνου χωμένη ολόκληρη μέσα της, και το σώμα του άκαμπτο, υπομονετικό, αρχαϊκό.
Ο Ανδρέας σκύβει ανάμεσα στα πόδια της και αρχίζει να γλείφει. Η γλώσσα του ακουμπά το σημείο της ένωσης — όχι απλώς το μουνί της Μαρίνας, αλλά και τον άξονα του Στεφάνου. Τα χείλη της κλειτορίδας χαϊδεύουν τη βάση του πούτσου του Daddy, κι ανάμεσά τους, ο Ανδρέας γλείφει, μουλιάζει, χάνει τον εαυτό του.
Η Μαρίνα γυρνά το κεφάλι της προς την κάμερα και χαμογελά.
«Είναι καλός, δεν είναι;» λέει, ενώ τα δάχτυλά της σφίγγουν το κεφάλι του Ανδρέα. Αρχίζει να λυγίζει τη μέση της πιο βαθιά, να ανοίγει τον κόλπο της ακόμα πιο πολύ, για να του τον δώσει ολόκληρο.
«Κοίτα πόσο πολύ αρέσει στον μπαμπάκα…», ψιθυρίζει σκπτόμενη οτι αφιερώνει ενα μέρος της διαστροφής της σε καποια ερχόμενη κληρονόμο.
«Daddy… μια αφιέρωση;» του λέει γλυκά.
Εκείνος δεν μιλά. Κλείνει το μάτι στην κάμερα, αργά, σαν να υπόσχεται κάτι βαθύτερο. Μετά στέλνει δυο φιλάκια με τα δάχτυλά του — προς την κάμερα, προς εκείνη, προς όποια βλέπει.
Η Μαρίνα στρέφει ελαφρώς το κορμί της ώστε το πρόσωπό της να φανεί καθαρά στο πλάνο. Η κάμερα τώρα εστιάζει και στους δύο. Στέφανος και Μαρίνα — ο Daddy και η Νύφη του.
«Ελπίζω να σου αρέσει αυτό το βίντεο», λέει εκείνη, με βλέμμα ήρεμο, φωτεινό. «Δεν εχουν όλοι τη πολυτέλεια να δούνε, την στιγμή της δημιουργίας τους…»
Ο Στέφανος χαμογελά δίπλα της. Ακουμπά απαλά το στήθος της με το χέρι του, χαϊδεύει το κόκκινο-μαύρο σύμβολο στην κοιλιά της.
Ο Στέφανος αναστέναξε βραχνά και την κράτησε από τη μέση. Ένα τελευταίο σπρώξιμο, βαθύ, γεμάτο, και άδειασε μέσα της. Την κάρφωσε πάνω του, σαν να τη σφράγιζε. Το σπέρμα του την πλημμύρισε σε δευτερόλεπτα.
Ο Ανδρέας γούρλωσε τα μάτια, μα δεν σταμάτησε. Η γλώσσα του έγινε πιο έντονη, πιο αδηφάγα. Έγλειφε και ρουφούσε — το σημείο που ενώθηκαν, τη διαδρομή που πήρε το σπέρμα. Έψαχνε, σχεδόν εμμονικά, να ανοίξει με τη γλώσσα του τις πύλες της μήτρας.
Η Μαρίνα δεν αντιστεκόταν. Δεν κουνούσε καν. Μόνο βύθισε το κεφάλι της πίσω και άφηνε κραυγές αργές, σχεδόν ρυθμικές. Κι ύστερα… γύρισε σε κάθετη στάση πάνω στον Daddy της. Έφερε το σώμα της σε γωνία 90 μοιρών. Βύθισε τη λεκάνη της ακόμα πιο χαμηλά, με δύναμη — κι εκεί κλείδωσε. Ένιωσε όλο το σπέρμα να γλιστρά μέσα της, να ακουμπά το εσωτερικό τοίχωμα. Να στρογγυλεύει η μήτρα της.
Η Ειρήνη πλησίασε τον Ανδρέα και του έπιασε το πιγούνι. Σαν ιέρεια που καθοδηγεί έναν δόκιμο.
«Εδώ», του είπε γλυκά, ακουμπώντας τον πάνω χαμηλά, στο ύψος της μήτρας. «Εδώ δώσε τα φιλάκια σου. Να την κρατήσεις ανοιχτή… »
Η κάμερα έγραφε. Κάθε παλμός, κάθε γλείψιμο, κάθε ανάσα.
Η Μαρίνα τού χάιδευε το κεφάλι. Τα δάχτυλά της απλώνονταν στα μαλλιά του απαλά, τρυφερά.
Και τότε… κοίταξε την κάμερα, με βλέμμα μισάνοιχτο και υγρό, κι αναστέναξε.
«Το νιώθω…» είπε, «…γίνεσαι.»
Η φράση δεν απευθυνόταν σε κανέναν παρόντα. Μιλούσε σε εκείνη — τη μικρή, την πιθανή, την ερχόμενη. Ήταν εξομολόγηση.
Ο Στέφανος σηκώθηκε αθόρυβα, ντύθηκε, και απομακρύνθηκε.
Ο Ανδρέας κράτησε τα πόδια της ψηλά, με λατρεία, και συνέχισε. Η γλώσσα του την ξαναβρήκε — με επιμονή, με ζήλο. Σαν δευτρεύων εραστής. Σαν εργαλείο της γονιμοποίησης. Με το γλύψιμο του η μήτρα της συνεχισε τις συσπάσεις και οι ωοθήκες της παρέμεναν ανοιχτές για ώρα.
Η Ειρήνη πλησίασε ξανά τη Μαρίνα, έσκυψε, και ψιθύρισε σχεδόν μητρικά:
«Κατέβασε τα πόδια σου τώρα, αγάπη μου. Και εσύ…» γύρισε προς τον Ανδρέα, «…μπες μέσα της. Έτσι όπως είναι. Γεμάτη.»
Η Μαρίνα υπάκουσε. Τα πόδια της λύγισαν αργά και άνοιξαν, αφήνοντας τον δρόμο ελεύθερο. Ο Ανδρέας, χωρίς να πει λέξη, ανέβηκε επάνω της, έπιασε το πούτσο του και τον οδήγησε αργά μέσα της. Ζεστή, γεμάτη, υγρή από τον Στέφανο — σαν να βυθιζόταν στο κατακάθι μιας τελετής.
Η Ειρήνη κρατούσε το κινητό, η κάμερα έγραφε.
«Έτσι…» είπε. «Μπράβο. Με αυτόν τον τρόπο, σπρώχνεις το υλικό του Daddy πιο βαθιά στη μήτρα της. Όσο πιο μέσα πας… όσο πιο κοντά χύνεις… τόσο πιο μέσα του σπρώχνεις. Καταλαβαίνεις;»
Ο Ανδρέας βογκούσε, το κορμί του έτρεμε. Η Μαρίνα είχε αγκαλιάσει το κεφάλι του και του χάιδευε την πλάτη.
Η Ειρήνη πέρασε ένα δάχτυλο πίσω του, μέσα στον κώλο του, σπρώχνοντάς το σταθερά. Τον ήξερε. Ήξερε πώς να του προκαλέσει την πλημμύρα.
«Τι θα κάνεις;» τον ρώτησε με φωνή μισό τραγούδι, μισό κόλαση. «Ε, τι θα κάνεις;»
Ο Ανδρέας έτρεμε. Πλησίαζε.
Και τότε η Μαρίνα άνοιξε τα μάτια της. Τον κοίταξε. Με ηδονή. Με έλεος. Με κάτι μεταξύ απόλυτης καύλας και τελικής καταστροφής.
«Έχω μια ιδέα…» ψιθύρισε, για να τον σπρώξει ακόμη περισσότερο. «Να την πούμε… Στεφανία, μωρό μου; Την κόρη μας. Την κόρη σου.»
Πήρε ανάσα. Έσκυψε ελαφρώς προς το αυτί του.
«Δεν χρειάζεται ν’ απαντήσεις αν συμφωνείς… Χύσε.»
Και ο Ανδρέας λύγισε. Ολόκληρος. Τα ισχία του σπρώχτηκαν βίαια μέσα της. Ο λαιμός του τίναξε. Τα χέρια του έσφιξαν το στήθος της. Και χύνοντας μέσα της, αναστέναξε σαν άντρας που υπογράφει την ίδια του την εκμηδένιση.
Η Μαρίνα χαμογέλασε. Με μάτια σχεδόν δακρυσμένα από καύλα. Έγειρε πίσω το κεφάλι της, κι άφησε ένα «μμμ» να βγει από τα χείλη της. Δεν το συγκράτησε. Ήταν το πιο αυθεντικό πράγμα που είχε νιώσει ποτέ.
Η κάμερα έγραφε ακόμα.
Η στιγμή είχε ολοκληρωθεί.
Νύχτα 2η
Η δεύτερη μέρα πέρασε με ησυχία — σχεδόν απροσδόκητα ήρεμη. Οι τέσσερίς τους βγήκαν για μια βόλτα στο χωριό, περπάτησαν ανάμεσα σε παλιά καλντερίμια, δοκίμασαν ντόπιο κρασί σε ένα μικρό μαγαζί δίπλα στο ρυάκι, αγόρασαν βότανα και ξερό θυμάρι.
Η Μαρίνα γελούσε πολύ. Η Ειρήνη δεν έπαιρνε ποτέ το βλέμμα της απ’ τον Στέφανο. Ο Ανδρέας φαινόταν πιο σιωπηλός απ’ το συνηθισμένο — σαν να μάζευε λέξεις που δεν ήξερε πού να τις ακουμπήσει.
Η νύχτα τους βρήκε ξανά μπροστά στο τζάκι. Η ίδια μπρεζέρα, το ίδιο ποτήρι κρασί, μόνο που τώρα η διάταξη ήταν διαφορετική: η Μαρίνα καθόταν στην αγκαλιά του Ανδρέα, ενώ η Ειρήνη είχε χωθεί στα γόνατα του Στεφάνου, με τα πόδια της κουλουριασμένα πάνω του σαν να ήταν το κέντρο του κόσμου.
Το κρασί είχε γλυκάνει τις άκρες των λέξεων, και μια αμήχανη ζεστασιά πλανιόταν στον αέρα.
Η Ειρήνη σήκωσε το ποτήρι της και κοίταξε τη Μαρίνα.
«Καμία ανακατοσούρα; Καμία ζαλάδα;»
Η Μαρίνα γέλασε, λίγο αιφνιδιασμένη.
«Αν εννοείς απ’ το κρασί, όχι ακόμα.»
Η Ειρήνη χαμογέλασε, αλλά δεν απάντησε αμέσως. Ξανάστρεψε το βλέμμα της στον Ανδρέα.
«Όχι, μωρό μου. Εννοούσα… από κάτι πιο βαθύ. Από μέσα.»
Η Μαρίνα έγειρε πίσω, στο στήθος του Ανδρέα. Τον χάιδεψε απαλά στον λαιμό. Ο Ανδρέας δεν μίλησε.
Η Ειρήνη συνέχισε, ήρεμα, σχεδόν με ενδιαφέρον ιατρικό.
«Ξέρεις… κάποιες γυναίκες το νιώθουν από την πρώτη μέρα. Μια ανεξήγητη αίσθηση. Ότι κάτι άλλαξε. Ότι… κάτι τις επιλέγει.»
Η φωνή της ήταν ήρεμη. Δεν υπήρχε καμία ένταση. Καμία πρόκληση. Κι όμως, η ατμόσφαιρα είχε σφίξει ελαφρά.
Ο Ανδρέας κατάπιε. Το χέρι του είχε σφίξει ελαφρά το γόνατο της Μαρίνας. Η σιωπή του ήταν πιο δυνατή απ’ οποιαδήποτε ατάκα.
Η Μαρίνα τον κοίταξε, μετά γύρισε προς την Ειρήνη.
«Δεν νιώθω ζάλη», είπε. «Αλλά… νιώθω περίεργα. Νιώθω σαν… να μην είμαι μόνη.»
Η φράση αυτή κρεμάστηκε στον αέρα.
Ο Στέφανος δεν μιλούσε. Έπαιζε με τα δάχτυλα της Ειρήνης πάνω στο μηρό της. Το βλέμμα του όμως είχε καρφωθεί στον Ανδρέα.
Η Ειρήνη έγειρε λίγο προς τα μπρος, σαν να αποκάλυπτε κάποιο μικρό μυστικό. Τα χείλη της υγρά απ’ το κρασί, τα μάτια της ήσυχα.
«Ξέρετε… οι παλιές γυναίκες, αυτές που ήθελαν στ’ αλήθεια να μείνουν έγκυες, είχαν ένα ρητό. Έλεγαν πως πρέπει να κοιμούνται κάθε βράδυ με τον άντρα που τις έχει σπείρει. Να μείνει επάνω τους η παρουσία. Η ζέστη του. Η οσμή του. Να ριζώσει μέσα τους, κατάλαβες;»
Η Μαρίνα χαμογέλασε και κούνησε αργά το κεφάλι της. Δεν είπε τίποτα.
Ο Ανδρέας έσφιξε ελαφρά το σαγόνι του. Δεν αντέδρασε φανερά, αλλά το βλέμμα του σκοτείνιασε.
Η Ειρήνη το πρόσεξε.
«Μη με κοιτάς έτσι, γλυκέ μου. Δεν λέω πως δεν είσαι παρών. Αλλά…» έκανε μια μικρή παύση, «…δεν είσαι εσύ που έσπειρες απόψε. Κι αν θέλουμε πραγματικά να τιμήσουμε αυτό που ίσως συμβαίνει στη μήτρα της Μαρίνας… ίσως πρέπει να είμαστε και λίγο πιο… παραδοσιακοί.»
Ο Ανδρέας δεν απάντησε. Κοίταξε τη Μαρίνα. Εκείνη χαμήλωσε το βλέμμα της.
Ο Στέφανος, αμίλητος ως τότε, άπλωσε απλώς το χέρι του και χάιδεψε την πλάτη της Ειρήνης.
«Δεν είναι θέμα εκδίκησης ή υποβιβασμού», συνέχισε εκείνη. «Αν θέλουμε να ριζώσει κάτι… πρέπει να φροντίσουμε το έδαφος. Να το θερμάνουμε. Να το κρατήσουμε ζωντανό με τη σωστή ενέργεια.»
Στράφηκε προς τον Ανδρέα. Πιο μαλακά τώρα.
«Ανδρέα μου… σκέψου το αλλιώς», είπε, με τη φωνή της να χαμηλώνει, να αποκτά σχεδόν χρώμα από παραμύθι.
«Αυτο… το κάνουμε για όλους μας. Γιατί είναι η καύλα μας. Γιατί μάς ανάβει όλους – τον καθένα απο μια δοαφρετική οπτική. Το ότι θα ξέρεις πως η γυναίκα που αγαπάς κοιμάται αποψιλωμένη από εσένα και γεμάτη από άλλον… κι εσύ την ακούς να βογκάει, να στριφογυρνάει, να κουβαλάει μέσα της τον Στέφανο…»
Έκανε μια μικρή παύση, χαμογελώντας απαλά.
Η Ειρήνη έγειρε προς τον Ανδρέα, το ποτήρι με το κρασί στο ένα χέρι, τα μάτια της καρφωμένα πάνω του. Η φωνή της κατέβηκε σε ψίθυρο που έγδαρε τον αέρα.
«Κι εγώ μαζί σου, στο διπλανό δωμάτιο…» είπε, αφήνοντας τη λέξη να τεντωθεί. «Να τους ακούμε. Να σε βοηθάω να παίζεις με το πουλάκι σου. Να σου δίνω εικόνες από τις κινήσεις τους, με τις περιγραφές μου. Να σου γεμίζω το μυαλό με τη Μαρίνα που βογκάει για τον Daddy της… και τον κώλο σου με το strap-on μου.»
Στάθηκε για λίγο, αφήνοντας το βάρος των λέξεων να κυλήσει μέσα του. Έσκυψε ελαφρά, τόσο που η ανάσα της χάιδεψε τον λαιμό του.
«Ξέρεις… ίσως χωρίς να σε βλέπει η Μαρίνα, να ενεργήσεις πιο υποτακτικά. Να μη χρειαστεί να υποδυθείς τον άντρα. Απλώς να υπηρετήσεις. Δεν θα με γαμήσεις, αυτό το ξέρεις… Μα νομίζω πως στα χέρια μου χύνεις καλύτερα από οπουδήποτε αλλού. Έτσι δεν είναι;»
Ο Ανδρέας δεν κατάφερε να αρθρώσει λέξη. Μόνο το στόμα του άνοιξε ελαφρά, άναρθρα, σαν να πνιγόταν από τις ίδιες του τις ανάσες.
Η Μαρίνα, που παρακολουθούσε, δεν έκρυψε την αντίδρασή της. Έγειρε το κεφάλι της στο πλάι και χαμογέλασε με μια γλύκα που πονούσε.
«Μ’ αρέσει η ιδέα», είπε, τα μάτια της κολλημένα στον Ανδρέα. «Πολύ. Να σε έχω στο άλλο δωμάτιο, να ξέρω πως παίζεις με την Ειρήνη … και δεν σε αφήνει να τη γαμήσεις, καθώς εγώ γεμίζω με τον Daddy μου. Να ξέρω πως σε κάνει να χύνεις, όχι σαν άντρα, αλλά σαν… αγόρι… περίπου.»
Το πρόσωπο του Ανδρέα κοκκίνισε. Η ανάσα του βάρυνε. Η Ειρήνη γέλασε σιγανά, σήκωσε το ποτήρι της και ήπιε μια μικρή γουλιά.
«Λοιπόν, Ανδρέα;» είπε ήρεμα, με το ίδιο παιχνιδιάρικο μειδίαμα. «Θα το αφήσεις να συμβεί; Θα το ζήσουμε όλοι μαζί; Γιατί αν πεις το ναι… αυτή η δεύτερη νύχτα θα είναι η πιο όμορφη απ’ όλες.»
Η Μαρίνα έσκυψε πάνω στον Ανδρέα, το χέρι της τυλιγμένο γύρω από τον λαιμό του. Τα μάτια της έλαμπαν.
«Έλα μωρόμου… σ’ αγαπάω πολύ», του είπε. «Μην το φοβάσαι. Είναι για να ζήσουμε όλοι… πιο βαθιά.»
Ο Ανδρέας την κοίταξε — και τα μάτια του έσπασαν. Δεν υπήρχε πια χώρος για αντίσταση. Μόνο για συγκατάθεση. Έγνεψε.
Η Μαρίνα χαμογέλασε σαν κορίτσι που περίμενε καιρό αυτήν τη στιγμή. Σηκώθηκε γρήγορα, πήρε το χέρι του Στέφανου και σχεδόν τον τράβηξε προς το δωμάτιο. Ήταν σαν να περίμενε ακριβώς αυτήν την απάντηση, σαν να είχε έτοιμο το χαμόγελο ευτυχίας.
Πριν κλείσει η πόρτα, γύρισε το κεφάλι της στον Ανδρέα. Στην αγκαλιά του Στέφανου τώρα, του χαμογέλασε με μάτια υγρά, αλλά φωτεινά, και είπε με παιχνιδιάρικη τρυφερότητα:
«Καληνύχτα, αγάπη μου…»
Και ο Daddy την τράβηξε μέσα, απότομα, σαν να την άρπαζε. Η Μαρίνα έβγαλε μια παιχνιδιάρικη κραυγή, μισό γέλιο, μισό αναστεναγμό, πριν χαθεί πίσω από την πόρτα.
Η άλλη πόρτα έκλεισε επίσης.
Η Ειρήνη στάθηκε μπροστά στον Ανδρέα. «Στήσου.» Η φωνή της δεν είχε ούτε βία ούτε γλύκα — μόνο βεβαιότητα. Τον έσπρωξε στον τοίχο, έβγαλε τα ρούχα του βιαστικά, σχεδόν με μανία. Γονάτισε πίσω του και άνοιξε τα κωλομέρια του με τα χέρια της.
Η γλώσσα της βυθίστηκε μέσα του. Ζεστή, γλιστερή, ακάθεκτη. Ο Ανδρέας τραντάχτηκε. Εκείνη έπιασε το χέρι του και το έσπρωξε στη δική του πούτσα.
«Παίξε… και μίλα μου. Τι ακούς;» είπε, με τη φωνή της σβησμένη ανάμεσα στα γλείψιμα.
Ο Ανδρέας βογκούσε, γελούσε κοφτά. Την έπιασε απ’ τα μαλλιά, την έφερε κοντά του, τη φίλησε με στόμα γεμάτο από την ανάσα της.
Γέλια και φιλιά. Κορμιά που έσπαγαν τη σιωπή με τον ίδιο ρυθμό που έξυναν οι φλόγες το τζάκι.
Κι από την άλλη πλευρά του τοίχου, σαν αντήχηση, ακούστηκαν οι ίδιοι ήχοι. Ο Στέφανος έστηνε τη Μαρίνα με τον ίδιο τρόπο στον απέναντι τοίχο. Το ξύλο τρανταζόταν ελαφρά, σαν να ήταν το ίδιο σκηνικό για δύο παραστάσεις.
«Ακούει;» ρώτησε ο Στέφανος την Μαρίνα.
«Δεν ξέρω…» εκείνη γέλασε, λαχανιασμένη. «Μισό λεπτό…»
Σήκωσε το χέρι της και χτύπησε με το νύχι της τρεις φορές τον τοίχο.
Ο Ανδρέας τινάχτηκε όταν άκουσε τα χτυπήματα. Με βλέμμα θολό, χαμογέλασε. Σήκωσε κι εκείνος το χέρι του και χτύπησε τρεις φορές τον δικό του τοίχο.
Η Μαρίνα άκουσε τον αντίλαλο. Γύρισε στον Daddy της με χαμόγελο.
«Οκ… ακούει.»
Ο Στέφανος ήξερε. Ήξερε πως στην άλλη πλευρά ο Ανδρέας άκουγε κάθε λέξη, κάθε αναστεναγμό, κάθε γέλιο. Γι’ αυτό χαμήλωσε τη φωνή του, την έκανε πιο βαριά, πιο κοφτή, πιο θεατρική.
«Μην τον ξαναφήσεις να μπει μέσα σου», είπε, καρφώνοντάς την στον τοίχο, τόσο κοντά που η ανάσα του έβραζε στον αυχένα της. «Δεν θέλω να μολύνει το μουνάκι σου με το σπέρμα του. Δεν θέλω να ανακατεύεται το υλικό μου με κάτι… πιο αδύναμο. Το καταλαβαίνεις; Είναι βεβήλωση.»
Η Μαρίνα δάγκωσε το χείλος της. Έγειρε το κεφάλι πίσω στον ώμο του, η ανάσα της έτρεμε.
«Ναι…» ψιθύρισε. «Ναι, Daddy. Το ένιωσα κι εγώ. Χθες… όταν έχυσε μέσα μου… ένιωσα κάτι… ακατάλληλο. Αλλά ταυτόχρονα, με καύλωσε τρελά η ιδέα ότι εκείνη τη στιγμή έσπρωχνε πιο βαθιά το σπέρμα σου. Σαν να το έστελνε εκεί που έπρεπε να πάει.»
Ο Στέφανος γέλασε χαμηλά. Της έσφιξε τον λαιμό με το ένα χέρι.
«Και κάθε φορά που θα το σκέφτεσαι ξανά… κάθε φορά που θα περάσει απ’ το μυαλό σου να κάτσεις πάνω στον Ανδρέα… θέλω να βλέπεις εκείνο το κόκκινο Χ. Αυτό να σε σταματάει. Καμία γυναίκα που αγαπιέται στ’ αλήθεια δεν περνάει το βράδυ της με άλλον άντρα. Κι εκείνος… σε άφησε να γκαστρωθείς από μένα.»
Η Μαρίνα γέλασε με σπασμένη φωνή, πιο υγρή κι από το κορμί της. Την καύλωνε να ακούει λόγια που ήξερε ότι ήταν υπερβολή, θεατρική πρόκληση για τ’ αυτιά του Ανδρέα. Μα δεν είχε σημασία. Ήταν αρκετά για να την κάνουν να λιώνει επάνω του.
«Βρίσ’ τον», είπε ο Στέφανος μέσα απ’ τα δόντια.
Η Μαρίνα γύρισε το κεφάλι της προς τον τοίχο, με μάτια μισόκλειστα, και με φωνή παιχνιδιάρα, βρώμικη, είπε δυνατά:
«Είναι πούστης…»
Τα λόγια κρεμάστηκαν στον αέρα σαν κατάρα. Και σαν ευλογία.
Από την άλλη πλευρά, η Ειρήνη έβγαλε τη γλώσσα της απ’ τον κώλο του Ανδρέα και τον φίλησε στο στόμα, γελώντας.
«Τι λένε;» ρώτησε, σχεδόν ψιθυριστά, με μάτια που έκαιγαν από περιέργεια και καύλα.
Ο Ανδρέας είχε κολλήσει στον τοίχο, τα μάτια του να γυαλίζουν στο φως της φωτιάς που έσπαγε μέσα απ’ τη χαραμάδα. Η φωνή του βγήκε σπασμένη:
«Με… με βρίζουν.»
Η Ειρήνη έγλειψε τα χείλη της, ακόμη σκυμμένη πίσω του, με τη γλώσσα να γεύεται τον ιδρώτα και την αλμύρα του.
«Τέλεια», του απάντησε σαν να του χάιδευε το αυτί. «Τι λένε ακριβώς;»
«Ότι… ότι είμαι… πούστης.»
Ένα χαμόγελο φώτισε το πρόσωπό της.
«Φανταστικά. Το αρνείσαι;»
«Μα τι λες… δεν είμαι…» τραύλισε, σπασμένος ανάμεσα σε φόβο και καύλα.
Η Ειρήνη σηκώθηκε αργά, τον γύρισε απαλά από τον ώμο και τον έστησε ξανά στον τοίχο. Με αργές, ευλαβικές κινήσεις φόρεσε το strap. Το έσφιξε στη μέση της σαν ιέρεια που δένει ιερό σύμβολο. Ύστερα, χωρίς βιασύνη, πίεσε τη λεκάνη της πάνω του. Η τεχνητή, μα ολοζώντανη σάρκα βρήκε το άνοιγμά του και μπήκε μέσα του με μια σταθερή, βασανιστική γωνία.
Ο Ανδρέας αναστέναξε, το κεφάλι του έπεσε μπροστά. Η πούτσα του χτυπούσε σκληρή στην κοιλιά του.
Η φωνή της Ειρήνης, βραχνή τώρα, τον τύλιξε:
«Πες μου, λοιπόν… πώς λέγεται ένας άντρας που έχει ολόκληρη πούτσα στον κώλο του… και το πουλί του είναι καυλωμένο;»
«Δεν… δεν…» ψέλλισε εκείνος.
«Κόψε τις μαλακίες», είπε κοφτά. «Και πες το δυνατά. Να σ’ ακούσουν απ’ την άλλη πλευρά.»
Ο Ανδρέας έσφιξε τα μάτια του, και σχεδόν φώναξε:
«Πούστης!»
Από το άλλο δωμάτιο, η Μαρίνα ξέσπασε σε γέλια. Η φωνή της πέρασε μέσα απ’ τον λεπτό τοίχο σαν μαχαιριά:
«Αγάπη μου, πουστρεύεις δίπλα; Έκανα καλά που βρήκα έναν σοβαρό άντρα αντι για σένα, λοιπόν;»
«Ναι…» βγήκε σιγανή η απάντηση του Ανδρέα.
Η Μαρίνα γελούσε ακόμη, ανάμεσα σε βογκητά. «Θα γίνεις η καλύτερή μου φίλη από εδώ και πέρα… μετά την Ειρήνη εννοείται.»
Ο Ανδρέας δεν μίλησε.
Η φωνή της Μαρίνας ακούστηκε ξανά, αυτή τη φορά γλυκιά, σχεδόν ναζιάρικη:
«Θα κρατάς τη μικρή όταν γεννηθεί… να πηγαίνουμε οι τρεις μας εκδρομές σαν κι αυτή;»
Η Ειρήνη έσπρωξε πιο βαθιά μέσα του και γρύλισε:
«Μίλα, μωρή πουτάνα, σε ρωτάει η γυναίκα σου!»
«Ναι…» απάντησε πνιχτά.
Η Μαρίνα αναστέναξε μ’ ένα γελάκι. «Θα πάμε να κάνουμε κι εκείνη τη στείρωση, καλού κακού;»
Η Ειρήνη δάγκωσε τον λαιμό του Ανδρέα, τα δάχτυλά της τον έσφιξαν στον ώμο. «Θα πάμε. Ή θα στα σπάσω εδώ και τώρα, επιτόπου.»
«Θα… θα πάμε!» φώναξε με κομμένη φωνή.
Ο ιδρώτας έσταζε απ’ τα μέτωπά τους, ο τοίχος ανάμεσα στα δύο δωμάτια μούσκευε απ’ τους χτύπους και τα λόγια. Σαν να μην υπήρχε πια διαχωρισμός· μόνο μια τελετή που τους είχε όλους δέσει, με αίμα, με σπέρμα, με εξευτελισμό.
Η ατμόσφαιρα ήταν ηλεκτρική. Ο τοίχος ανάμεσά τους έμοιαζε λεπτότερος από ποτέ, σαν να διαπερνούσε τη σιωπή ένα αόρατο ρεύμα.
Η Ειρήνη ψιθύρισε στο αυτί του Ανδρέα, η φωνή της σαν χάδι και σαν εντολή μαζί:
«Θα συγχρονίσεις το χύσιμο σου με εκείνον. Ο Daddy μέσα στη γυναίκα σου… κι εσύ στον αέρα. Εκεί που πρέπει.»
Ο Ανδρέας ανέπνεε κοφτά. Τα χέρια του έτρεμαν καθώς έπαιζε γρήγορα το πουλί του. Κάθε κίνηση γινόταν όλο και πιο ασθματική. Σταματούσε απότομα, έκοβε τον ρυθμό, γύριζε το κεφάλι του λες και άκουγε με όλο του το κορμί το απέναντι δωμάτιο. Περίμενε. Περίμενε εκείνον.
Από την άλλη πλευρά, ο Στέφανος έσφιγγε τη Μαρίνα στα γόνατά του. Το σώμα της ήταν καμπυλωμένο πάνω στον τοίχο, τα δάχτυλά της άσπριζαν καθώς τον κρατούσε. Οι ανάσες τους είχαν γίνει μία. Ένα βούισμα.
Και τότε — με μια βουβή βαρύτητα — ο Στέφανος χτύπησε τελευταία φορά, βαθιά, γεμίζοντάς τη. Το σώμα του τινάχτηκε μέσα της.
Η Ειρήνη ένιωσε τη στιγμή. Έσφιξε τον Ανδρέα από τον σάκο, τα δάχτυλά της τράβηξαν τις φλέβες του σε κόμπο.
«Τώρα. Χύσε.»
Ο Ανδρέας έβγαλε έναν βόγγο που ακούστηκε σχεδόν πλάι στον αναστεναγμό του Daddy. Το σπέρμα του τινάχτηκε στον αέρα, έπεσε πάνω του, στη κοιλιά του, στο στήθος του, ακόμα και στο πάτωμα. Ο ίδιος κλονίστηκε, τα γόνατά του λύγισαν. Η εμπειρία ήταν ηλεκτροπληξία· το κορμί του ανατινάχτηκε σε δύο δωμάτια ταυτόχρονα.
Η Ειρήνη τον κράτησε εκεί, δεν τον άφησε να πέσει. Δεν έβγαλε το strap από μέσα του. Αντίθετα, τον γύρισε αργά, τον πήρε αγκαλιά, σαν να τον έφερνε στην αγκαλιά της μητέρας που παρηγορεί παιδί.
«Κλείσε τα μάτια σου και χαλάρωσε…» του είπε ήρεμα, βάζοντας το χέρι της στον ιδρωμένο του αυχένα. «Θα κοιμηθείς έτσι. Με τα χύσια σου.»
Με το άλλο της χέρι μάζεψε τα υγρά του από την κοιλιά του και τα άπλωσε ευλαβικά. Κατέβασε τις παλάμες της χαμηλότερα, γύρω απ’ την είσοδο όπου την ένιωθε ακόμα βαθιά μέσα του, σαν να του θύμιζε με κάθε άγγιγμα ποιος ήταν ο ρόλος του.
Του χάιδευε την πλάτη σε ρυθμό νανουρίσματος. Οι ανάσες του άρχισαν να βαραίνουν. Τα μάτια του μισόκλεισαν. Το σώμα του παραδόθηκε.
Κι έτσι τον πήρε ο ύπνος — γεμάτος, σφραγισμένος, μες στο ίδιο του το χυμένο.
Νύχτα 3η
Η τρίτη και τελευταία νύχτα τους είχε ήδη σημαδέψει την αρχή της μέρας. Ο Ανδρέας κοιμόταν ακόμα, το πρόσωπό του ήρεμο, αλλά το σώμα του καρφωμένο στη θέση που τον είχε αφήσει η Ειρήνη: μπρούμυτα, με το strap να τον γεμίζει βαθιά. Όλη τη νύχτα δεν τον είχε βγάλει από μέσα του· τον κρατούσε έτσι, σαν σφραγισμένο αγόρι.
Το πρώτο φως του πρωινού τρύπωσε μέσα απ’ το παράθυρο. Η Ειρήνη, μισοξαπλωμένη πάνω του, έπιασε το κινητό της και με μερικές γρήγορες λέξεις έστειλε μήνυμα στον Στέφανο:
«Ελάτε στο δωμάτιο. Ήσυχα.»
Η πόρτα άνοιξε δειλά. Ο Στέφανος με τη Μαρίνα μπήκαν μέσα και στάθηκαν στην άκρη του κρεβατιού. Είδαν τον Ανδρέα να κοιμάται, ακόμη γεμισμένος, κι εκείνη ακίνητη, συνδεδεμένη μαζί του σαν να είχαν ριζώσει στο ίδιο σώμα.
Η Ειρήνη γύρισε και τους έκανε νόημα να πλησιάσουν σιωπηλά. Έπειτα, έσκυψε στ’ αυτί του Ανδρέα.
«Ξύπνα, αγόρι μου…» του ψιθύρισε με φωνή σαν νανούρισμα, χαϊδεύοντάς του την πλάτη όπως τον είχε βάλει να κοιμηθεί.
Ο Ανδρέας αναστέναξε μέσα στον ύπνο του, άνοιξε αργά τα μάτια. Και μόλις κατάλαβε, κοκκίνισε. Ένιωσε την παρουσία του Στεφάνου και της Μαρίνας δίπλα στο κρεβάτι, κι η ντροπή τον σκέπασε σαν παγωμένο νερό.
Η Μαρίνα έγειρε το κεφάλι στο πλάι, χαμογέλασε πονηρά.
«Μυρίζει… σπέρμα εδώ μέσα», σχολίασε, αφήνοντας τις λέξεις να κρεμαστούν στον αέρα.
Η Ειρήνη γέλασε χαμηλά, ειρωνικά. «Ε, ναι… φυσικό είναι. Έτσι όπως χύθηκε και κοιμήθηκε μες στα ίδια του τα υγρά. Δε γινόταν αλλιώς.»
Ο Ανδρέας γύρισε το κεφάλι, τα μάγουλά του κατακόκκινα. Μα πριν μιλήσει, η Μαρίνα έσκυψε και του χάιδεψε απαλά τα μαλλιά.
«Μην ντρέπεσαι…» του είπε με φωνή γλυκιά. «Δεν υπάρχει λόγος.»
Η Ειρήνη τότε τον έσφιξε από τη μέση και είπε παιχνιδιάρικα:
«Έλα, Μαρίνα, έλα να δεις κάτι. Να δεις πώς φαίνεται ο κώλος του την ώρα που θα βγαίνω από μέσα του.»
Η Μαρίνα πλησίασε περίεργη. Η Ειρήνη τράβηξε αργά το strap έξω. Το σώμα του Ανδρέα τινάχτηκε, και το άνοιγμα πίσω του έμεινε εκτεθειμένο, εντυπωσιακά χαλαρό, σχεδόν σοκαριστικό στο μέγεθός του.
Η Μαρίνα έβαλε το χέρι μπροστά στο στόμα της κι έβγαλε ένα γέλιο μισό ειρωνικό, μισό καυλωμένο.
«Μωρό μου… ούτε ο δικός μου κώλος δεν έχει ανοίξει ποτέ έτσι. Μπράβο σου. Συγχαρητήρια.»
Το γέλιο της έσπασε σαν σπινθήρας μέσα στο δωμάτιο.
Η Ειρήνη σηκώθηκε, έβγαλε το strap και το άφησε στο κομοδίνο. Σκούπισε τα χέρια της με ένα μαντίλι και κοίταξε τους άλλους τρεις.
«Λοιπόν… σήμερα είναι η τελευταία μας μέρα. Θα την κάνουμε να μετρήσει.»
Γύρισε στη Μαρίνα.
«Φέρε μου, καρδιά μου, το butt plug και το cage.»
Η Μαρίνα έτρεξε σχεδόν με λαχτάρα στο συρτάρι, τα έπιασε και τα έφερε με χαμόγελο. Σαν να περίμενε την εντολή.
«Έλα τώρα…» είπε η Ειρήνη, κοιτάζοντας τον Ανδρέα με μάτια που έκαιγαν. «Έλα να του τα φορέσουμε.»
Το δωμάτιο μύριζε ξύλο καμένο και σπέρμα. Το φώς τρεμόπαιζε στον τοίχο, ρίχνοντας σκιές που μεγάλωναν κι έσπαγαν πάνω στο σώμα του Ανδρέα. Ήταν μισοξαπλωμένος, ακόμη μπερδεμένος απ’ τον ύπνο και τον εξευτελισμό του πρωινού.
Η Μαρίνα γύρισε με το κουτί στο χέρι. Το άνοιξε μπροστά του σαν να αποκάλυπτε ιερά σκεύη. Το μέταλλο του cage γυάλιζε στο φως, ψυχρό και βαρύ· δίπλα, το butt plug, μαύρο, στιλπνό, με μια βάση σαν κόσμημα.
Η Ειρήνη έπιασε πρώτα το plug. Το σήκωσε στο ύψος των ματιών του Ανδρέα, χαμογέλασε με τα φρύδια της σηκωμένα.
«Κοίτα το καλά… Δεν φαντάζεσαι πόσο κόστισε αυτο… αλλά ο κώλος σου το αξίζει.»
Έπειτα, με μια ευλάβεια σχεδόν θρησκευτική, άλειψε το μέταλλο με λιπαντικό. Η κίνηση ήταν αργή, χυμώδης, σαν κάποιος να αγιάζει αντικείμενο πριν το χρησιμοποιήσει.
Ο Ανδρέας ένιωθε την ανάσα του να κοφτεύει. Η Μαρίνα γονάτισε δίπλα του, κράτησε τα πόδια του ανοιχτά με τα μικρά της χέρια. Του χαμογελούσε.
«Σαν μωρό, ε;» ψιθύρισε.
Η Ειρήνη έσκυψε πίσω του, το άλλο της χέρι στον ώμο του για να τον κρατάει στη θέση του. Έφερε το plug στην είσοδο, το έτριψε απαλά πάνω στο ήδη χαλαρωμένο του άνοιγμα. Το σώμα του τινάχτηκε.
«Σσσς… ήρεμα…» του ψιθύρισε εκείνη.
Με μια σταθερή, αργή πίεση, το plug γλίστρησε μέσα του. Ο Ανδρέας έβγαλε έναν βόγγο — μισό πόνο, μισό παράδοση. Τα μάτια της Μαρίνας γυάλισαν· έσκυψε να τον φιλήσει στο μέτωπο.
«Μπράβο…» είπε με φωνή που έσταζε καύλα. «Ο κώλος σου το ρούφηξε σχεδόν απο μόνος του.»
Η Ειρήνη σήκωσε τότε το cage. Το μέταλλο έλαμψε στο φως, ψυχρό και αδυσώπητο. Το άνοιξε με κινήσεις αργές, τελετουργικές.
«Τώρα… να φυλάξουμε και το πουλάκι σου.»
Τα δάχτυλά της τύλιξαν το πέος του, ακόμα μισοσκληρό από τον εξευτελισμό. Το έσπρωξε απαλά μέσα στο cage, το κλείδωσε με ένα “κλικ” που ακούστηκε πιο ηχηρό κι από κραυγή.
Η Μαρίνα χειροκρότησε παιχνιδιάρικα, έπειτα κάλυψε το στόμα της με το χέρι, γελώντας με καύλα.
Ο Ανδρέας κατέβασε τα μάτια. Το πρόσωπό του καιγόταν από ντροπή, μα το σώμα του δεν μπορούσε να κρύψει την αλήθεια — ολόκληρο έτρεμε.
Η Ειρήνη χάιδεψε τον λαιμό του, το βλέμμα της γεμάτο τρυφερή ειρωνεία.
«Τέλειος. Σφραγισμένος και φυλαγμένος. Ο τέλειος φίλος! Έτοιμος για την τελευταία μας μέρα.»
Η λέξη χτύπησε τον Ανδρέα πιο δυνατά κι από το κλικ του κλειδιού που είχε σφραγίσει το cage. Φίλος. Όχι άντρας, όχι εραστής, όχι πατέρας. Φίλος. Ένα πλάσμα δίπλα, ποτέ πάνω. Το στήθος του βάρυνε, η ανάσα του κόπηκε για μια στιγμή.
Κι εκεί, ακριβώς τη στιγμή που το τραύμα τον άγγιζε βαθιά, η Ειρήνη έβγαλε παιχνιδιάρικα τη γλώσσα της. Μια μικρή κίνηση — κοροϊδευτική, σχεδόν παιδική. Σαν να του έλεγε: Μην το παίρνεις και στα σοβαρά. Το είπα έτσι. Χαζολογάμε.
Μα εκείνος ήξερε. Το ήξερε πως το «φίλος» είχε καρφωθεί σαν στίγμα μέσα του. Κι όσο περισσότερο εκείνη το κάλυπτε με αθώο παιχνίδι, τόσο πιο βαρύ γινόταν.
Η Μαρίνα, που παρακολουθούσε, δεν είπε τίποτα. Μα το χαμόγελό της έδειχνε πως το ένιωσε κι εκείνη.
Η μέρα ξεκίνησε με φως δυνατό, ήλιο που γυάλιζε πάνω στις πέτρες του μονοπατιού. Ο Στέφανος προχωρούσε μπροστά, η Μαρίνα στο πλευρό του, το χέρι της μπλεγμένο στο δικό του. Η Ειρήνη περπατούσε λίγο πιο πίσω, κι ο Ανδρέας δίπλα της, με βήματα κάπως βαρύτερα. Κανείς δεν μιλούσε για το cage και το plug, μα όλοι ήξεραν.
Η πλατεία ήταν μικρή, σκιερή, με δυο τρία τραπεζάκια έξω απ’ το καφενείο. Κάθισαν όλοι μαζί, κι ο ήλιος έπεφτε λοξά στις πλάκες του δαπέδου. Η Μαρίνα σηκώθηκε να παραγγείλει· η φούστα της σηκώθηκε ελαφρά, άφησε μια ματιά στον γυμνό της μηρό.
Ο Ανδρέας έσφιξε τα δόντια. Το cage πίεσε το πέος του, ο σπασμός τον πρόδωσε. Έσκυψε το κεφάλι, προσπαθώντας να πάρει ανάσα διακριτικά.
Η Μαρίνα γύρισε με τα ποτήρια στο χέρι, τον κοίταξε και χαμογέλασε λοξά. Κάθισε δίπλα του, κοντά, τόσο που η μυρωδιά της τον ζάλισε. Έσκυψε προς το αυτί του, με φωνή που μόνο εκείνος μπορούσε να ακούσει.
«Το βλέπω, μωρό μου. Σε πονάει. Φαίνεται στα μάτια σου.»
Ο Ανδρέας αναστέναξε, δεν απάντησε.
Η Μαρίνα ήπιε μια γουλιά καφέ, μετά έσκυψε πάλι. Τα χείλη της άγγιξαν το αφτί του.
«Κι αυτό με καυλώνει πολύ… περισσότερο κι απ’ όσο φαντάζεσαι.»
Τράβηκε πίσω, άφησε το βλέμμα της πάνω του για λίγο, κι έπειτα γύρισε προς τον Στέφανο, σαν να μην είχε πει τίποτα.
Ο Ανδρέας έμεινε με το στομάχι του σφιγμένο. Ένιωθε τα βλέμματα όλων, ακόμη κι αν κανείς δεν τον κοιτούσε.
Το ξωκλήσι ήταν μικρό, πέτρινο, με τοίχους που μύριζαν κερί και λιβάνι. Ο ήλιος έμπαινε από το μικρό παράθυρο στο πλάι, ρίχνοντας μια λεπτή δέσμη φωτός στο κέντρο του ναού.
Εκεί στάθηκαν ο Στέφανος και η Μαρίνα, πιασμένοι χέρι-χέρι, σαν ζευγάρι που περιμένει τον ιερέα. Η εικόνα ήταν σχεδόν αληθινή: η Μαρίνα με το λευκό της φόρεμα, ο Στέφανος δίπλα της, στιβαρός, ήσυχος.
Η Ειρήνη γλίστρησε δίπλα στον Ανδρέα, έβαλε το χέρι της στον ώμο του.
«Εσύ θα είσαι ο φωτογράφος», του είπε με χαμόγελο παιχνιδιάρικο. «Κι εσύ, Στέφανε… φίλησε την νύφη σου.»
Ο Ανδρέας σήκωσε το κινητό, μα τα δάχτυλά του έτρεμαν. Η πίεση του cage τον έκανε να μην μπορεί να σταθεί ίσια.
Η Ειρήνη τον κοίταξε πλάγια. «Ή μήπως προτιμάς να παίξεις τον ρόλο του κουμπάρου; Να πάρω εγώ την κάμερα;»
Κι έτσι έγινε. Η Ειρήνη πήρε το κινητό, κι εκείνος στάθηκε ανάμεσά τους. Στέφανος και Μαρίνα απέναντί του, η κάμερα πίσω του. Το βλέμμα του θόλωνε από τον πόνο και τη ντροπή· δεν μπορούσε να συγκεντρωθεί.
Η Μαρίνα το κατάλαβε. Έγειρε μπροστά, φίλησε τον Στέφανο μπροστά του, και με μια ανεπαίσθητη κίνηση σήκωσε τη φούστα της. Τα πόδια της φάνηκαν για μια στιγμή, αρκετή να τον τινάξει εσωτερικά.
«Τέλεια», είπε η Ειρήνη, και η φωνή της αντήχησε μέσα στον μικρό ναό. «Σταθείτε όλοι τώρα για μια φωτογραφία.»
Τους έστησε: ο Ανδρέας μπροστά, σφιγμένος, κι ακριβώς πίσω του ο Στέφανος με τη Μαρίνα, που έκαναν με τα χέρια τους κερατάκια πάνω απ’ το κεφάλι του, γελώντας σαν παιδιά.
Η φωτογραφία βγήκε. Την κοίταξαν όλοι μαζί, κι οι τρεις ξέσπασαν σε γέλια. Ο ήχος αντήχησε μέσα στους πέτρινους τοίχους, ασεβής, βλάσφημος, σαν να βεβήλωναν επίτηδες τη σιωπή του ναού.
Ο Ανδρέας προσπάθησε να χαμογελάσει. Μα το χαμόγελο του έμοιαζε περισσότερο με μορφασμό.
Βγήκαν απ’ το ξωκλήσι με το γέλιο τους να αντηχεί ακόμα στους πέτρινους τοίχους. Ο αέρας έξω ήταν πιο δροσερός, κι η διαδρομή προς το χωριό πέρασε μέσα σε μισοσιωπή και μισοχαμόγελα. Λίγο αργότερα, βρήκαν ένα μικρό ταβερνάκι στην άκρη της πλατείας και κάθισαν. Το κρασί ήρθε γρήγορα, κι η ατμόσφαιρα ξαναγέμισε ζεστασιά και πειράγματα.
Το ταβερνάκι ήταν μικρό, ξύλινα τραπέζια, τζάμια θολά από τον καπνό. Έξω ο ήλιος έπεφτε, μέσα οι τέσσερις τους μοιράζονταν κρασί και μικρά πιάτα.
Η Μαρίνα έσκυψε να γεμίσει το ποτήρι του Ανδρέα — το χέρι της έτρεμε λίγο, κι ένα κόκκινο ρυάκι έπεσε κατευθείαν πάνω στο παντελόνι του.
«Αχ!» έκανε, και πριν εκείνος προλάβει να τραβηχτεί, έσκυψε και τον άγγιξε με μια χαρτοπετσέτα. Φαινόταν πως προσπαθούσε να τον καθαρίσει· στην πραγματικότητα, τα δάχτυλά της γλίστρησαν κάτω απ’ το ύφασμα, βρήκαν το cage, το χάιδεψαν.
Ο Ανδρέας πάγωσε. Το μέταλλο κρύο, η πίεση ασφυκτική. Έσφιξε τα δόντια του.
Η Μαρίνα χαμογέλασε αθώα, μα η φωνή της βγήκε χαμηλή, σαρκαστική.
«Πονάς… καυλώνεις… ή και τα δύο μαζί;»
«Πιο πολύ… πονάω,» κατάφερε να πει εκείνος, με φωνή σφιγμένη.
Η Μαρίνα έγειρε πιο κοντά, τα μάτια της να γυαλίζουν.
«Δεν πειράζει… θα το συνηθίσεις.» Το είπε σαν αστείο, αλλά είχε το βάρος ενός στοιχήματος. Τα δάχτυλά της συνέχισαν να παίζουν με το cage, σαν να ήταν παιχνίδι κάτω απ’ το τραπέζι.
Ο Ανδρέας έκλεισε για λίγο τα μάτια. Η διπλή αίσθηση — πόνος και καύλα — τον κομμάτιαζε.
Η Μαρίνα, δυνατά αυτή τη φορά, με τόνο πιο ελαφρύ, είπε:
«Πες μας, μωρό μου… πώς νιώθεις που το πουλί σου δείχνει πια τον σωστό προσανατολισμό;» Σταμάτησε για λίγο, το χαμόγελο πλατύ. «Δηλαδή, προς τα κάτω.»
Ξέσπασαν όλοι σε γέλια. Η Ειρήνη κούνησε το κεφάλι της ευχαριστημένη, ο Στέφανος ήπιε μια γουλιά κρασί χωρίς να μιλήσει.
Ο Ανδρέας γέλασε κι εκείνος, παράξενα, με ήχο που έμοιαζε περισσότερο με λυγμό παρά με αστείο. Το σώμα του καυλώσε παρανοϊκά, το cage τον έσφιγγε, ο πόνος τον έσκιζε.
Έφυγαν έτσι όπως ήταν, το τραπέζι γεμάτο ποτήρια και μισοφαγωμένα πιάτα, κι εκείνον να περπατά βαρύς, με τον πόνο του να τον καίει σε κάθε βήμα. Ο δρόμος πίσω προς τον ξενώνα ήταν μακρύς και σιωπηλός.
Η νύχτα έπεσε βαριά πάνω στο αρχοντικό. Το φως από το τζάκι φώτιζε το σαλόνι με χρώματα κόκκινα και χρυσαφιά. Οι πόρτες άνοιξαν ταυτόχρονα και μπήκαν μέσα οι δυο γυναίκες. Δεν έμοιαζαν πια με απλές συνοδούς· ντυμένες με προκλητικά ρούχα, σχεδόν ασεβή, έμοιαζαν με ιέρειες μιας παράξενης λειτουργίας. Τα βλέμματά τους ήταν καρφωμένα πάνω στον Ανδρέα.
Εκείνος ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει δυνατότερα. Ο πόνος από το cage ήταν ήδη αφόρητος· κάθε κίνηση του θύμιζε τη φυλακή του. Κι όμως, η καύλα τον τύλιγε. Σαν να τον έσπρωχναν στο χείλος ενός γκρεμού.
Η Μαρίνα ήταν η πρώτη που ακούμπησε πάνω του. Τα δάχτυλά της πέρασαν από τον λαιμό του μέχρι το στήθος του, κι έπειτα με μια απότομη κίνηση άρχισε να του ξεκουμπώνει το πουκάμισο. Η Ειρήνη γλίστρησε πίσω του, έβαλε τα χέρια της στη μέση του και ψιθύρισε:
«Απόψε δεν θα μας ξεφύγεις.»
Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα τα ρούχα του είχαν φύγει από πάνω του. Γυμνός, σφιγμένος, στάθηκε ανάμεσά τους σαν θήραμα που το περικυκλώνουν δύο θηράματα πιο άγρια από τον ίδιο.
Η Μαρίνα γονάτισε μπροστά του. Το βλέμμα της είχε μια λάμψη παιχνιδιάρα και σκληρή ταυτόχρονα. Έσκυψε και έγλειψε το cage, το μέταλλο που έκλεινε το πουλί του. Η γλώσσα της τριβόταν πάνω στο σκληρό μέταλλο, με ήχους υγρούς, κι ο Ανδρέας έβγαλε έναν βόγγο μισό από καύλα, μισό από πόνο.
Την ίδια στιγμή η Ειρήνη έσκυψε χαμηλά πίσω του. Άνοιξε τα κωλομέρια του με τα χέρια της και βύθισε τη γλώσσα της μέσα του. Ο Ανδρέας τινάχτηκε, αλλά δεν είχε που να πάει· το σώμα του παραδόθηκε. Η ανάσα του κοβόταν σε κομμάτια.
Η Μαρίνα γύρισε το κεφάλι της προς την Ειρήνη, κι εκείνη της έκανε νόημα. Έπιασε το χέρι της και το οδήγησε προς τον κώλο του.
«Έτσι… εδώ μέσα,» της είπε σχεδόν διδακτικά. «Σιγά… βάλε ένα δάχτυλο. Να το νιώσει.»
Η Μαρίνα δίστασε μόνο για μια στιγμή. Έπειτα, με χαμόγελο που θύμιζε κορίτσι που κάνει σκανταλιά, έσπρωξε το δάχτυλό της μέσα του. Ο Ανδρέας έβγαλε μια κραυγή, κι εκείνη γέλασε.
«Καλά είναι, ε;» ψιθύρισε.
«Τέλεια είναι. Τώρα μαζί.» Η Ειρήνη έβαλε κι εκείνη το δάχτυλό της, από την άλλη πλευρά. Δύο δάχτυλα τώρα μέσα του, συγχρονισμένα, να πιέζουν, να ανοίγουν, να γράφουν το σώμα του σαν σελίδα.
Ο Ανδρέας ίδρωσε ολόκληρος. Τα μάτια του έκλεισαν σφιχτά, τα χέρια του έσφιξαν τα μαλλιά της Μαρίνας που συνέχιζε να γλείφει το cage του. Πόνος και καύλα μπλέκονταν τόσο που δεν μπορούσε να ξεχωρίσει ποιο είναι ποιο.
Η Ειρήνη γέλασε, φίλησε τη Μαρίνα στο μάγουλο και είπε:
«Είσαι καλή μαθήτρια. Απόψε θα μάθεις όλα του τα μυστικά.»
Η Ειρήνη έσκυψε στο κομοδίνο και πήρε την καρφίτσα — τη γνώριμη, εκείνη που είχε ήδη γίνει σύμβολο. Την κράτησε ανάμεσα στα δάχτυλά της, τη σήκωσε στο ύψος των ματιών της Μαρίνας.
«Σειρά σου να μάθεις,» της είπε, χαμογελώντας με βλέμμα που έκαιγε.
Πρώτα, όμως, άπλωσε το χέρι της στα αρχίδια του Ανδρέα. «Όχι ξερά. Να τα φτύσεις. Όχι μόνο για να γλιστρήσει… αλλά για να δώσουμε και νόημα στην κίνηση… Ξέρεις….»
Η Μαρίνα έγλειψε τα χείλη της, χαμογέλασε παιχνιδιάρικα κι έσκυψε. Το σάλιο της έσταξε πάνω του, λαμπύρισε στο φως της φωτιάς. Τον κοίταξε στα μάτια ενώ το έκανε. Ο Ανδρέας αναστέναξε, ολόκληρος τραντάχτηκε.
Η Ειρήνη τότε έπιασε τα δάχτυλά της Μαρίνας και της έδειξε με ακρίβεια. «Εδώ… σ’ αυτό το σημείο. Μικρό, σταθερό, αποφασιστικό τσίμπημα.»
Η καρφίτσα γλίστρησε μέσα με μία κίνηση. Ο Ανδρέας φώναξε, τα μάτια του πετάχτηκαν, ο πόνος τον τίναξε. Μα η στύση του — κλειδωμένη μέσα στο cage — δεν υποχωρούσε. Ήταν πιο σκληρή, πιο ανυπόφορη από ποτέ.
Οι δυο γυναίκες ξέσπασαν σε γέλια. Έπιασαν το κινητό, έσκυψαν δίπλα του και τράβηξαν μια selfie: τα πρόσωπά τους κοροϊδευτικά, σχεδόν αθώα, κι εκείνος στη μέση, με την καρφίτσα καρφωμένη στα αρχίδια του.
Η Μαρίνα του χάιδεψε το μάγουλο, γελώντας ακόμη. «Ο πόνος είναι μεγάλος, ε; Αλλά και η καύλα… ακόμα μεγαλύτερη.»
Ο Ανδρέας δεν μπόρεσε να απαντήσει· μόνο βογκούσε.
Η Ειρήνη έσκυψε κοντά του. «Θέλουμε να χύσεις έτσι. Με το cage φορεμένο. Να σπάσεις τα όριά σου.»
Τα χέρια τους, τα λόγια τους, τα βλέμματά τους άρχισαν να τον τυλίγουν με μια περίεργη ενέργεια. Δεν τον ειρωνεύονταν μόνο· τον ενθάρρυναν, σαν να τον ήθελαν να πετύχει.
Η Μαρίνα γύρισε τότε το κεφάλι προς τον Στέφανο. «Έλα κι εσύ, Daddy… βγάλε το πουλί σου. Να του το δείξουμε.»
Ο Στέφανος χαμογέλασε, σηκώθηκε αργά και ξεκούμπωσε το παντελόνι του. Η πούτσα του ξεχύθηκε βαριά, ζεστή, σαν απόδειξη.
Η Μαρίνα γύρισε στον Ανδρέα. «Ξέρω ότι καυλώνεις και με πουτσες πια. Δεν χρειάζεται να το παραδεχτείς. Μ’ αρέσει η ιδέα. Ταιριάζει σ’ αυτό που γινόμαστε.»
Η Ειρήνη γέλασε, την αγκάλιασε από τη μέση και συμφώνησε. Οι δυο τους γέλασαν μαζί, σαν κορίτσια που στήνουν μια σκανταλιά κι αμεσως μετά αρχισαν να φιλιούνται, ενώ ο Ανδρέας στέναζε δεμένος στον πόνο και την καύλα.
Η Μαρίνα τον κρατούσε από τον σβέρκο, τα νύχια της σχεδόν έσκαβαν το δέρμα του. Το βλέμμα της γυάλιζε.
«Αν χύσει πάνω σου ο Στέφανος… θα τρομάξεις από την αντρίλα του ή θα καυλώσεις παραπάνω;» ψιθύρισε, το χαμόγελό της κοφτερό.
Σήκωσε το κεφάλι και κοίταξε τους άλλους.
«Εγώ λέω ότι θα τον βοηθήσει.», είπε η Ειρήνη.
Ο Στέφανος σηκώθηκε, πλησίασε αργά, κι έκατσε πάνω από τον Ανδρέα. Τα χέρια του έπιασαν το δικό του πουλί, άρχισε να το παίζει με ρυθμό αργό, βασανιστικό, αλύγιστος σαν άγαλμα.
Η Μαρίνα δεν περίμενε δεύτερη εντολή. Πλησίασε, έπιασε τη βάση του, και χωρίς σκέψη το πήρε στο στόμα της. Ο ήχος από το ρούφηγμα αντήχησε στο δωμάτιο, υγρός, βαθύς.
Η Ειρήνη έσκυψε χαμηλά στον Ανδρέα, τα δάχτυλά της έπαιζαν πιο σκληρά τώρα με το cage, τραβούσαν, πίεζαν, έσπαγαν τον πόνο. Η φωνή της γδάρθηκε στο αυτί του:
«Μην γίνεις ρεζίλι. Με το που θα χύσει ο Daddy… θα χύσεις κι εσύ. Αλλιώς, η Μαρίνα θα απογοητευτεί τόσο που δεν θα ξαναπαίξει ποτέ μαζί σου. Όσο κι αν πονάς… σφίξε τον κώλο σου, σφίξε τη σφήνα που φοράς και βγάλε ό,τι υγρό έχεις. Ό,τι.»
Ο Ανδρέας έγερνε μπροστά, οι φλέβες στον λαιμό του είχαν πεταχτεί. Ο πόνος στο cage ήταν αφόρητος, αλλά η καύλα είχε γίνει τυφώνας.
Κι έπειτα ακούστηκε το πρώτο μπουκωμένο βογκητό από τον λαιμό της Μαρίνας. Ήταν το σημάδι: η πρώτη χυσιά του Στέφανου είχε κατέβει απροειδοποίητα στον λαιμό της. Εκείνη τραβήχτηκε λαχανιασμένη, κι αμέσως μετά το σπέρμα του άρχισε να εκτινάσσεται — καυτό, παχύ — πέφτοντας πάνω στο κλουβισμένο πουλί του Ανδρέα.
Η μυρωδιά, η θερμότητα, το βάρος του, όλα μαζί τον χτύπησαν σαν ηλεκτρισμός. Ο Ανδρέας άρχισε να τρέμει. Έβγαλε έναν άγριο ήχο, μισό κραυγή, μισό λυγμό, και μέσα σε δευτερόλεπτα το σώμα του λύγισε. Έχυσε μέσα στο cage, τα υγρά του στριμωγμένα, χτυπώντας τα τοιχώματα, ξεχειλίζοντας μέσα από τα κενά του μετάλλου.
Ο Στέφανος γέλασε βραχνά, σαν να το περίμενε. Η Μαρίνα τον κοίταξε από κάτω, τα χείλη της γυαλιστερά, το πρόσωπό της ανακατεμένο με σπέρμα. Η Ειρήνη φίλησε τον ιδρωμένο αυχένα του Ανδρέα, γεμάτη ικανοποίηση.
Εκείνος φώναζε ακόμη, καθώς άδειαζε στο ίδιο του το κλουβί. Ο πόνος ήταν κόλαση. Μα η καύλα — παράδεισος.
Μετά το χάος της τελετουργίας, η Μαρίνα πήρε τον Ανδρέα απ’ το χέρι και τον οδήγησε στο δωμάτιό τους. Το βλέμμα της είχε αλλάξει· δεν ήταν το ειρωνικό κορίτσι που γελούσε πίσω απ’ τον τοίχο, αλλά η γυναίκα που διάλεγε να του σταθεί.
Του έβγαλε με προσοχή το cage, σαν να λύτρωνε κάτι εύθραυστο. Έβγαλε και τη σφήνα, τα δάχτυλά της προσεκτικά, σχεδόν τρυφερά. Ύστερα, τον πήγε στο μπάνιο. Το νερό έπεφτε ζεστό πάνω στο κορμί του, κι εκείνη τον έπλενε ήσυχα, με κινήσεις απαλές. Σαν να τον επαναφέρει από την κόλαση της προηγούμενης σκηνής.
Ξάπλωσαν μαζί στο κρεβάτι. Η Μαρίνα χώθηκε δίπλα του, τον χάιδευε στην πλάτη, στο στήθος, μέχρι που τα βλέφαρά του άρχισαν να βαραίνουν. Όπως της είχε μάθει η Ειρήνη. Σαν τελετουργικό κλείσιμο.
Και τότε, εκείνη η νύχτα πήρε άλλη μορφή. Όχι με γέλια, όχι με ειρωνείες. Έκαναν έρωτα — παθιασμένο, άγριο, αλλά γεμάτο μια νέα τρυφερότητα που δεν είχαν ξανανιώσει. Το σώμα τους έλιωνε μαζί, ξανά και ξανά, μέχρι που ο χρόνος χάθηκε.
Στην κορύφωση, η Μαρίνα έσκυψε στ’ αυτί του, με φωνή σχεδόν ψιθυριστή, επικίνδυνη:
«Σε παρακαλώ πολυ… μην πεις στο Στέφανο οτι κάναμε σεξ. Θα θυμώσει και μπορει να μην με ξαναγαμήσει!»
Τα λόγια της τον τρύπησαν σαν λεπίδα. Ο Ανδρέας τινάχτηκε, τα μάτια του σκοτείνιασαν από καύλα και οργή. Κι εκείνη τη στιγμή, το κορμί του εξερράγη. Έχυσε δυνατά, σπασμωδικά, σαν να ξερίζωνε κάτι μέσα του.
Η Μαρίνα γέλασε χαμηλά, τον αγκάλιασε σφιχτά, τον φίλησε παντού στο πρόσωπο.
«Σ’ αγαπάω», του είπε, τα χείλη της ζεστά, η ανάσα της υγρή.
Τα χέρια της τον τύλιγαν ολόκληρο, τα δάχτυλά της έγραφαν πάνω στο δέρμα του πως ό,τι έκανε το έκανε για την καύλα. Επικίνδυνη, απρόβλεπτη, μα πάντα με εκείνη την απόλυτη βεβαιότητα πως μπορούσε να το κάνει — γιατί είχε τη δύναμη.
Κι έτσι έκλεισε η τρίτη και τελευταία νύχτα· με έναν όρκο μυστικό, με έρωτα σπασμωδικό, με αγάπη και παιχνίδι που μύριζε κίνδυνο.
Κεφάλαιο 13 — Ο Νέος
Το σπίτι του Στέφανου μύριζε ξανά κρασί, λινό τραπεζομάντηλο και ήχους κουβέντας που κυλούσαν ήρεμα, σαν ρυάκι. Είχαν περάσει εβδομάδες από την τελευταία τους συνεύρεση — και όχι, δεν είχαν απομακρυνθεί. Αντιθέτως. Ό,τι είχε αρχίσει σαν παιχνίδι εξερεύνησης, τώρα είχε πάρει μορφή τελετουργίας. Και τούτη η βραδιά δεν είχε σκοπό να προκαλέσει, να φτάσει κάπου· μονάχα να επιβεβαιώσει. Ότι οι τέσσερις —ο Ανδρέας, η Μαρίνα, η Ειρήνη, ο Στέφανος— ήταν πλέον ένας μικρός οργανισμός με δικό του ρυθμό, δικό του θερμοστάτη επιθυμίας και όρια που δεν χρειάζονταν πια να ειπωθούν.
Το φαγητό ήταν απλό — μαγειρεμένο από την ίδια την Ειρήνη, με εκείνη την ακριβή μέθοδο των γυναικών που δεν χρειάζονται εντυπωσιασμό για να τραβήξουν το ενδιαφέρον. Κρασί, δροσερό και λευκό, έρεε ήσυχα· σαν μέρος μιας ακολουθίας. Ο Στέφανος έκοβε το ψωμί με σταθερότητα που θύμιζε κληρικό — οι κινήσεις του είχαν πάντα κάτι ιερό, έστω και όταν μιλούσε για αμπελώνες. Η Μαρίνα γελούσε, ελαφριά, εκείνο το γέλιο που δεν ήθελε να αποδείξει τίποτα, παρά μόνο να υπάρχει. Ο Ανδρέας είχε βρει τον τόνο του. Άκουγε. Παρατηρούσε. Ανήκε.
«Το θέμα δεν είναι να παίζεις έναν ρόλο,» είπε η Ειρήνη κάποια στιγμή, κρατώντας το πιρούνι της στον αέρα, «αλλά να ξέρεις ότι τον φοράς όπως ένα ένδυμα. Όχι όπως το δέρμα σου.»
Ο Στέφανος ένευσε. «Όποιος ξεχνάει ότι παίζει… χάνεται. Όποιος θυμάται και το απολαμβάνει… αναγεννιέται.»
Η Μαρίνα τους κοίταξε, σιωπηλή για μια στιγμή. Και μετά, με αφοπλιστική αφέλεια: «Άρα δεν είναι αμαρτία να γουστάρουμε αυτό που παίζουμε;»
Ο Ανδρέας γύρισε προς το μέρος της. Δεν απάντησε με λόγια. Απλώς ακούμπησε το ποτήρι του στο τραπέζι με εκείνη τη μικρή, τελετουργική βαρύτητα — σαν να επικύρωνε κάτι που ήδη ήξεραν όλοι.
Δεν υπήρχαν εντάσεις εκείνο το βράδυ. Δεν υπήρχε πρόκληση, ζήλια, σύγκριση. Μόνο τέσσερις άνθρωποι που μοιράζονταν τη γνώση ότι είχαν βρει κάτι πολύ πιο ακριβό από ηδονή: συμφωνία. Κατανόηση. Χώρο.
Η βραδιά κύλησε με ήρεμες κουβέντες, γέλια χαμηλά, βλέμματα που δεν ήθελαν να διαπεράσουν, αλλά να αγκαλιάσουν. Κι όταν η Ειρήνη σηκώθηκε πρώτη και είπε: «Θα φτιάξω τσάι.», όλοι χαμογέλασαν με την ίδια ανακούφιση. Σαν να ήξεραν πως αυτή η ηρεμία ήταν το οξυγόνο που χρειαζόταν πριν το επόμενο βάπτισμα.
Γιατί κανείς δεν είχε πει ότι όλα τελείωσαν. Μόνο ότι, προς το παρόν, ανασαίνουν.
Η πρόσκληση ήρθε με μήνυμα από τον Στέφανο:
«Θα χαρώ να σας έχουμε μαζί μας σε μια ιδιαίτερη βραδιά. Ένα μικρό φιλοσοφικό gala στο σπίτι μας — τίτλος: Ο Έρωτας ως Ιεραρχία. Θα είναι παρόντες λίγοι παλιοί φίλοι από τον χώρο του BDSM, άνθρωποι διαυγείς και ανοιχτοί. Δεν θα υπάρξει παιχνίδι. Μόνο σκέψη, κρασί και παρόντα βλέμματα. Αν έρθετε, να το ξέρω μέχρι Τρίτη.»
Ο Ανδρέας διάβασε το μήνυμα πρώτος. Δεν το έδειξε στη Μαρίνα αμέσως. Το κράτησε για λίγο μόνος του, σαν να ήθελε να το νιώσει, όχι να το εξηγήσει. Όταν τελικά της το έδειξε, εκείνη απάντησε με ένα ήσυχο, αβίαστο «Θέλω». Κι έτσι, με εσωτερική αναμονή και λίγα λόγια, δέχτηκαν.
Το σπίτι του Στέφανου εκείνο το βράδυ είχε αλλάξει. Δεν υπήρχαν στρώματα, μαστίγια ή γάντζοι. Δεν υπήρχε καν η υπόνοια πράξης. Αντίθετα: η διακόσμηση ήταν λιτή και σκηνοθετημένη, σαν μικρό θέατρο ιδεών. Χαμηλός φωτισμός σε κεχριμπαρί και μαβί, τραπέζια κυκλικά με θέσεις για τέσσερις ή έξι, ακριβώς όσοι χρειαζόταν ώστε η κουβέντα να γίνεται βλέμμα με βλέμμα. Στους τοίχους, παλιές φωτογραφίες bondage, ασπρόμαυρες, κορνιζαρισμένες σαν έργα τέχνης. Λίγες λέξεις χαραγμένες σε κάρτες: Υποταγή ως Ελευθερία, Δύναμη χωρίς Κατοχή, Η Αφέντρα ως Καθρέφτης.
Η Μαρίνα έβαλε ένα μαύρο φόρεμα, απλό αλλά ασφυκτικό στη μέση, και κραγιόν χωρίς γυαλάδα. Ο Ανδρέας διάλεξε μαύρο πουκάμισο, χωρίς να ξέρει γιατί — ίσως επειδή ήθελε να φαίνεται λιγότερο, ή ίσως επειδή ήθελε να νιώθει μέσα.
Η σάλα είχε γεμίσει όταν έφτασαν. Δεν ήταν πάρτι. Ήταν σύναξη. Άνθρωποι διαφόρων ηλικιών, όλοι με κάτι στο βλέμμα: εκείνη την περίεργη συνύπαρξη εγρήγορσης και παραίτησης που έχουν όσοι έχουν παίξει βαθιά και έχουν γυρίσει. Κάποιοι γνωρίσιμοι, κάποιοι ξένοι — όλοι όμως με εκείνη την κομψή σιγουριά που δεν φωνάζει.
Η Ειρήνη, ακριβής και ήρεμη, τους υποδέχτηκε με ένα φιλί στο μάγουλο. Ο Στέφανος τους έγνεψε από τον κύκλο όπου μιλούσε με μια γυναίκα μεγαλύτερη, που είχε φωνή σαν καπνισμένο μέλι.
Και η κουβέντα άρχισε.
«Ποιος κρατά την εξουσία στο ερωτικό ζεύγος; Αυτός που δίνει ή αυτός που δέχεται;»
«Η ερωτική ιεραρχία είναι φυσική ή κατασκευασμένη;»
«Μπορείς να υποταχθείς πλήρως… και να μείνεις ελεύθερος;»
Ο Ανδρέας και η Μαρίνα άκουγαν. Συμμετείχαν. Όχι για να πουν — για να αισθανθούν πού βρίσκονται πια. Και τότε, χωρίς ανακοίνωση ή χειρονομία… εκείνος μπήκε.
Η πόρτα άνοιξε σχεδόν αθόρυβα. Δεν χρειάστηκε να αναγγελθεί. Ο Στέφανος γύρισε το κεφάλι του ελαφρά, σαν να είχε ήδη νιώσει την παρουσία. Κι ο νεοφερμένος στάθηκε για λίγο στο κατώφλι, όχι με αμηχανία — με τον υπολογισμό αρπακτικού που ζυγίζει το έδαφος πριν πατήσει.
Ο Ορέστης.
Ορισμένοι παλιοί γνώριμοι τον αναγνώρισαν αμέσως. Οι υπόλοιποι απλώς σώπασαν — γιατί κάτι στον αέρα άλλαξε. Δεν ήταν θέμα εμφάνισης, αν και το πρόσωπό του έμοιαζε σχεδόν σμιλεμένο. Ήταν η αύρα: αδιάκριτη, καθαρή, επικίνδυνα παρούσα. Ένα παιδί που δεν ανήκε πια στην ηλικία του.
Ο Στέφανος τον είδε πρώτος και σηκώθηκε με ήρεμη, αυτονόητη κίνηση.
«Καλωσόρισες, Ορέστη,» είπε, και η φωνή του δεν είχε ούτε ίχνος ειρωνείας, ούτε ψεύτικη θερμότητα. Μόνο βεβαιότητα. «Χαίρομαι που είσαι εδώ.»
Ο Ορέστης έγειρε ελαφρά το κεφάλι — όχι υπόκλιση, μα ένδειξη σεβασμού. Έπειτα προχώρησε με αργά βήματα προς τον κύκλο και στάθηκε ανάμεσα στους παλιούς. Δεν συστήθηκε. Δεν χρειάστηκε.
Ο Στέφανος γύρισε προς την αίθουσα και είπε ήρεμα, σχεδόν παιδαγωγικά:
«Ο Ορέστης είναι Dominant. Τον γνώρισα πριν μερικά χρόνια σε ένα κύκλο αναστοχασμού πάνω στις τελετουργίες της επιθυμίας. Από τότε… έχει περπατήσει δρόμο. Απόψε είναι εδώ όχι για να προσθέσει παρουσία, αλλά ενδεχομένως για να φέρει και προβληματισμούς.»
Κάποιοι έγνεψαν. Άλλοι απλώς τον παρατήρησαν. Μα η Μαρίνα… εκείνη γύρισε το κεφάλι της για να τον δει — και κάτι άλλαξε στη στάση της.
Η δυναμική τέτοιων στιγμών δεν είναι ορατή στους απ’ έξω. Οι Κυριαρχικοί μεταξύ τους δεν συγκρούονται σαν αρσενικά σε μάχη επιβεβαίωσης. Δεν μετρούν πούτσες. Δεν υψώνουν φωνές. Η ισχύς τους είναι δομημένη, συντεταγμένη, και πάνω απ’ όλα ενσυνείδητη. Όταν δυο Dominants βρίσκονται στον ίδιο χώρο, υπάρχει ιεραρχία, όχι επιβολή. Υπάρχει συμφωνημένη ανοχή. Κι ο μόνος που καθορίζει τα όρια είναι ο ανώτερος Κυρίαρχος του χώρου — σε αυτή την περίπτωση, ο Στέφανος.
Ο Ορέστης είχε έρθει γνωρίζοντας τη θέση του. Και παρ’ όλα αυτά, τα μάτια του είχαν ήδη γυρίσει στη Μαρίνα. Την μέτρησε απο την κορυφη ως τα νύχια.
Ο Στέφανος παρατήρησε το βλέμμα του Ορέστη και χαμογέλασε — όχι πλατιά, μα με εκείνη την υπόγεια έκλαμψη που έρχεται μόνο όταν κάποιος αναγνωρίζει κάτι που είχε προβλέψει. Ή, ίσως, κάτι που προσκαλούσε χωρίς να το ομολογεί.
Έγειρε προς το μέρος του Ορέστη και ψιθύρισε σχεδόν χωρίς να κινήσει τα χείλη:
«Εκείνη είναι η Μαρίνα. Ανήκει σε έναν δικό μου κάπως ιδιόμορφο σχηματισμό. Ξεκινήσαμε στον χώρο του swing, αλλά ενσωματώσαμε και κάποια στοιχεία BDSM και impregnation play . Σε παρακολουθώ να την κοιτάς με ενδιαφέρον…;»
Ο Ορέστης δεν γύρισε καν να κοιτάξει.
«Ναι. Μου αρέσει. Μου αρέσει πολύ. Πες μου περισσότερα…»
Ο Στέφανος σήκωσε το ποτήρι του, ήπιε μια μικρή γουλιά.
«Εκείνος είναι ο Ανδρέας. Κι έχει δέσιμο μαζί του. Είναι υποτακτικός στον σχηματισμό. Έχει αρχίσει να ενσωματώνει χωρίς αναστολές το ρόλο του… και να του αρέσει. Αν με ρωτάς … είναι κομμένος και ραμμένος γι αυτήν. Όπως κι αυτή γι αυτόν. »
Ο Ορέστης χαμογέλασε.
«Και τι ψάχνετε τώρα; Να δείτε αν θα ζηλέψει ο δικός της;»
Ο Στέφανος τον κοίταξε για πρώτη φορά απευθείας. Ήρεμος, αλλά σφιχτός πίσω από το βλέμμα.
«Όχι ακριβώς. Θέλω να τον σπάσω λίγο ακόμα. Να δω αν το ένστικτό του θα τον κάνει να δραπετεύσει ή να δαγκώσει. Σκέφτηκα οτι , εσύ θα μπορούσες να ενσωματωθείς… ως μια σοβαρή απειλή γι αυτόν. Νέος, ωραίος, καλός στο κρεβάτι… »
Ο Ορέστης δεν δίστασε.
«Δεν θα χαριστώ, με ξέρεις. Αυτή είναι μια περίπτωση που δεν έρχεται κάθε μέρα. Λαμβάνοντας υπόψιν οτι το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς έχει γίνει ήδη, θα ειναι σαν να κλέβω εκκλησία… »
Ο Στέφανος κούνησε το κεφάλι αργά.
«Δεν κατάλαβες… δεν την έχουμε για δόσιμο. Είναι δική μας. Εγω σε θέλω για να σπάσουμε κι άλλο τον Ανδρέα. Την βρίσκουμε ΚΑΙ με τους δυο. Αν δεν μπορείς … καλώς.»
«Όχι… όχι. Το έχω μην ανησυχείς», είπε ο Ορέστης.
«Καλώς. Το στήνω, σου γνωρίζω όμως το εξής… επειδή γνωρίζω την ιδιοσυγκρασία σου. Αν πας παραπέρα απ όσο σου επιτρέπω… σε τελείωσα.»
Ο Ορεστης έγνεψε καταφατικά , ανεκφραστος.
Ο Στέφανος έκανε ένα μικρό νόημα με το κεφάλι και η Ειρήνη πλησίασε.
Στάθηκε δίπλα του, δεν μίλησε αμέσως. Τον κοίταξε με νόημα.
«Έχω ένα πλάνο», της είπε.
«Ο Ορέστης θα πλησιάσει τη Μαρίνα. Να τη ζορίσει. Να δούμε τι θα κάνει εκείνη. Και κυρίως… να δούμε πώς θα αντιδράσει ο Ανδρέας.»
Η Ειρήνη σήκωσε τα φρύδια, γέλασε σιγανά.
«Πολύ ωραία. Σου ’ρθε τώρα;»
«Μου ήρθε όταν είδα πώς τον κοιτάζει», είπε.
«Και όταν είδα πώς την κοιτάζει εκείνος. Ταιριάζουν.»
Η Ειρήνη γύρισε ελαφρά το κεφάλι.
Τα μάτια της έπεσαν κατευθείαν πάνω στη Μαρίνα.
Την είδε καθισμένη στο πλάι, λίγο πιο μπροστά, με το πόδι σταυρωμένο νευρικά.
Η Μαρίνα δεν κοίταζε πίσω τους — αλλά το σώμα της είχε γίνει άγρυπνο.
Τα δάχτυλά της έπαιζαν με το ποτήρι του κρασιού. Δεν άκουγε τι έλεγαν στο τραπέζι. Έριχνε κλεφτές ματιές στον Ορέστη, και μετά πάλι πίσω, προς τους τρεις που μιλούσαν ψιθυριστά.
Κάτι ήξερε.
Όχι τι, αλλά πως.
Κάτι ετοιμαζόταν. Κάτι που την αφορούσε. Κάτι που την έκαιγε ήδη — και την ερέθιζε.
Η Ειρήνη έγειρε κοντά στον Στέφανο και του είπε ήρεμα:
«Θα σκάσει το πουτανάκι… δες την. Θέλει να ρωτήσει. Αλλά κρατιέται. Θέλει να δείξει πως δεν τρέχει τίποτα.»
Ο Στέφανος την κοίταξε. Ήξερε πότε ήταν στα όρια.
Της έκανε ένα απλό νεύμα με το κεφάλι.
Η Μαρίνα σηκώθηκε αμέσως — σχεδόν τινάχτηκε. Έπιασε τον Ανδρέα από τον καρπό και τον τράβηξε μαζί της, χωρίς να του ζητήσει άδεια. Πλησίασαν τους τρεις, με το βλέμμα της γεμάτο φωτιά.
Ο Στέφανος μίλησε πρώτος.
«Μαρίνα, Ανδρέα… ο Ορέστης. Παλαιός γνώριμος. Από εκείνους που αξίζει να ξανασυναντάς.»
Χαμογέλασε, αλλά η φωνή του ήταν κοφτή.
Γύρισε προς τον Ορέστη και, χωρίς καμία παύση, άρχισε να μιλά:
«Αυτός εδώ είναι ο Ανδρέας. Στην τετράδα μας, είναι ο πιο σταθερός υποτακτικός. Απόλυτος στην πειθαρχία του. Έχει δουλέψει σκληρά για να φτάσει εδώ. Του έχουμε απαγορέψει να γαμαει την Μαρίνα, διότι προσπαθώ να του την γκαστρώσω εγώ . Είναι σημαδεμένος — έχει tattoo στο περίνεο υπονοώντας την ενδεχομενη στειρωση του … είναι κάτι που το μελεταμε. Η Ειρήνη τον γαμάει με strap και τον ανοίγει κάθε τόσο. Γενικά, τον κρατάμε σε φόρμα.»
Ο Ανδρέας δεν αντέδρασε. Ούτε ντροπή, ούτε άρνηση. Έμεινε εκεί, ακίνητος, με το βλέμμα καρφωμένο στον Ορέστη.
Η Μαρίνα χαμογελούσε.
Αυτό το ήξερε. Την ερέθιζε κάθε φορά. Το ξεμπρόστιασμα τον δυνάμωνε — την έφτιαχνε.
Ο Ορέστης άνοιξε τα χέρια, σαν να λέει ωραία όλα αυτά, ας τα βάλουμε σε σειρά.
Κοίταξε τον Ανδρέα στα μάτια και είπε:
«Δηλαδή… καλός γαμιάς δεν είσαι. Καλό παιδί, σταθερός, με επιμονή — αλλά… ανεπαρκής ενεργητικά. Σωστά;»
Πριν προλάβει να μιλήσει κανείς, η Ειρήνη είπε με φωνή σταθερή, σχεδόν περήφανη:
«Σωστά.»
Ο Ορέστης δεν γέλασε. Μόνο έγνεψε.
«Οκέι. Ξεκάθαρο.»
Η Ειρήνη έβγαλε το κινητό της.
«Έχω αρκετό υλικό. Θες να ρίξεις μια ματιά;»
Ο Ανδρέας δεν μίλησε.
Η Ειρήνη τον κοίταξε.
«Μπορώ να του δείξω;»
Εκείνος έγνεψε απλά, σαν να υπέγραφε τη καταδίκη του.
Η Ειρήνη ξεκλείδωσε τη συσκευή της, άνοιξε το άλμπουμ και του έδειξε όλα. Βίντεο, φωτογραφίες, ηχητικά. Καταγραφές από όλη τη διαδρομή. Κάθε στιγμή εξευτελισμού, υποταγής, προσφοράς, πειθαρχίας. Ήταν ό,τι χρειαζόταν για να καταλάβει ο Ορέστης που είχε μπει — και τι του επέτρεπαν να ακουμπήσει.
Ο Ορέστης τα κοίταξε αργά, με ενδιαφέρον. Πότε το κινητό, πότε τη Μαρίνα, πότε τον Ανδρέα. Τους σκάναρε και τους δύο με ψυχραιμία, σα να τους διάβαζε από μέσα.
Ύστερα γύρισε προς τη Μαρίνα και της χαμογέλασε.
Εκείνη ανταπέδωσε το χαμόγελο — και λίγο παραπάνω. Είχε ήδη μπει.
Ο Στέφανος τον κοίταξε.
«Όπως βλέπεις, την έχω ξεπατώσει στο πούτσο. Το σχέδιο είναι να την γκαστρώσω, όπως σου είπα και πιο πριν. Το δουλεύουμε καιρό με την Ειρήνη. Αλλά… ίσως το σπέρμα ενός νεότερου να βοηθούσε. Τι λες, Ειρήνη;»
Η Ειρήνη γέλασε.
«Κι εγώ νομίζω ότι θα βοηθούσε πολύ. Όπως και να το κάνουμε ο Ορέστης είναι ένας Νέος Επιβήτορας. Και μια φορά, μπορεί να είναι αρκετή… »
Ο Στέφανος γύρισε στη Μαρίνα.
«Εσύ;»
Εκείνη έγειρε ελαφρά τον λαιμό και του πέταξε ένα νάζι.
«Θα μπορούσε να έχει ενδιαφέρον…»
Ο Στέφανος γύρισε τελικά στον Ανδρέα.
«Ανδρέα… τώρα είναι η στιγμή να δείξεις πόσο έχεις προχωρήσει. Για να είμαι ειλικρινής… δεν είχαμε σκοπό να σε ρωτήσουμε. Ήταν κάτι που το δουλέψαμε οι τρεις μας. Τώρα, είμαστε τέσσερις.»
Ο Ανδρέας έμεινε ακίνητος. Δεν μίλησε. Μόνο έσφιξε λίγο τα δόντια του. Κοίταξε τη Μαρίνα.
Εκείνη του χαμογέλασε.
«Έλα ρε μωρό μου… ξέρεις ότι θα σου αρέσει. Θα σε αναλάβει η Ειρήνη για σιγουριά… μην κάνεις καμια χαλάστρα.»
Η Ειρήνη τον έπιασε αγκαζέ χωρίς δεύτερη κουβέντα.
«Φυσικά και θα σε αναλάβω. Μην αγχώνεσαι, καμάρι μου. Ξέρω πώς να σε κρατήσω στη θέση σου.»
Ο Ορέστης κοίταξε τη Μαρίνα.
«Μάλιστα. Θέλεις λοιλοι να φουσκώσεις… αλλά όχι από εκείνον. Και μεταξύ μας… καλύτερα. Προσωπικα με έχεις καυλώσει πάρα πολύ και είμαι σίγουρος ότι αν σε γεμίσω… δεν υπάρχει περίπτωση να σε γυρισω στον αντρα σου με επίπεδη κοιλιά. Να ξέρεις όμως, εγώ θέλω να σε γαμάω και μέσα στην εγκυμοσύνη.»
Ο Στέφανος σήκωσε το ποτήρι του.
«Μην ανησυχείς. Θα την πηδάμε και οι δύο. Προσωπικά… γουστάρω πολύ τις πρησμένες κοιλιές. Ειδικά όταν ξέρω ότι έχω βάλει κι εγώ το χέρι μου.»
Πήρε μια ανάσα.
«Αύριο βράδυ. Εδώ. Και οι πέντε.»
Κανείς δεν είπε όχι.
Το ραντεβού είχε κλειστεί.
Το σπίτι τους εκείνο το βράδυ δεν είχε τίποτα το εορταστικό. Κανένα φως, κανένα ίχνος κοινωνικής προετοιμασίας. Ήταν σκοτεινό, ήσυχο — και γι’ αυτό πιο επικίνδυνο. Σαν πριν από κάποια εισβολή.
Η Μαρίνα στεκόταν στο σαλόνι, με ένα μπλουζάκι φαρδύ που έπεφτε σαν να προσπαθούσε να κρύψει το στήθος της — και απέτυχε. Το βλέμμα της ήταν αλλού. Όχι θολό. Απλώς… στραμμένο στο αύριο.
«Ξέρεις…» είπε χωρίς να τον κοιτάξει, «αν γίνει αύριο, θα είναι από τις πιο επικίνδυνες μέρες του μήνα.»
Ο Ανδρέας σάστισε για λίγο. «Τι εννοείς;»
«Εννοώ ότι… αν με γαμήσει τώρα, είναι σχεδόν σίγουρο ότι θα με αφήσει έγκυο.»
Η σιωπή ήταν απόλυτη. Ο Ανδρέας ένιωσε ένα βάρος στο στήθος του — κι όμως, παράδοξα, και μια ζέστη στο κάτω μέρος του κορμιού του. Μια καύλα που γεννήθηκε από καθαρό τρόμο.
«Ίσως… να το αποφύγουμε; Να πούμε κάτι. Να βρούμε μια δικαιολογία.»
Η Μαρίνα γύρισε το κεφάλι της και τον κοίταξε με μάτια καθαρά. Όχι μαλακά. Καθαρά.
«Όχι. Δεν θέλω να το αποφύγω. Μην ανυσηχεις. Θα πάρω το χάπι μετά, αν προλάβει… μάλλον θα δουλέψει.»
Στάθηκε πιο κοντά του.
«Αν δεν προλάβουμε… τότε θα ο Ορέστης με πέτυχε στην πρώτη. Κέρδισε κι εμένα και το χάπι!»
Τον πλησίασε κι άλλο. Το βλέμμα της είχε αλλάξει. Είχε μέσα του εκείνο το παράλογο, βλάσφημο φως που του έσκιζε κάθε άμυνα.
«Έλα. Ξέρεις ότι σ’ το είπα αυτό… για να σε καυλώσω.»
Τον έπιασε από το χέρι, χωρίς άλλη λέξη, και τον οδήγησε στο μπάνιο.
«Κάτσε.» του είπε, δείχνοντάς του το καπάκι της λεκάνης. Ο Ανδρέας υπάκουσε, ήδη μισό-άναπνος.
Η Μαρίνα γύρισε προς τη ντουζιέρα. Έβγαλε το πάνω μέρος του μηχανισμού του μπάνιου, αφήνοντας γυμνό τον σωλήνα. Ρύθμισε τη ροή σε μια σχεδόν στοργική πίεση και έσκυψε μπροστά.
Το πέρασε μέσα της — από πίσω. Και άνοιξε τη βρύση. Το νερό μπήκε αργά, σταθερά. Εκείνη έμεινε ακίνητη. Κι έπειτα… γύρισε και του έδειξε την κοιλιά της.
Φούσκωνε. Μικρά, ανεπαίσθητα… αλλά φούσκωνε.
Ο Ανδρέας την κοιτούσε παγωμένος. Σαν να είχε φύγει από το σώμα του και να παρακολουθούσε την ίδια του την ψυχή να καταρρέει και να χτίζεται ταυτόχρονα.
Η Μαρίνα χαμογέλασε.
«Η Ειρήνη μου το έμαθε αυτό…»
Έγειρε λίγο το κεφάλι, παρατηρώντας τον.
«Κι η πούτσα σου… είναι σκληρή σαν μάρμαρο.»
Ο Ανδρέας δεν άντεξε. Άρχισε να την παίζει, μανιασμένα, με τα μάτια καρφωμένα στο στομάχι της που γέμιζε, και τη φαντασία του να γεμίζει πολύ περισσότερο. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, άδειασε πάνω του. Ρουφηχτό, δυνατό, εκρηκτικό.
Η Μαρίνα τον πλησίασε. «Έλα… να σε καθαρίσω.»
Τον πήρε μαζί της στη μπανιέρα. Τον έβαλε να καθίσει στο πάτωμα, ανάσκελα. Κι έπειτα στάθηκε πάνω του, με τα πόδια ανοιχτά.
Και τότε, με ελαφριά πίεση από μέσα, έσπρωξε το νερό που είχε μαζευτεί βαθιά στο σώμα της — και το άφησε να χυθεί πάνω του. Κατευθείαν στο στήθος του, στην κοιλιά του, στην πούτσα του που ακόμη πάλλονταν.
Μια πράξη κάθαρσης — κι ένα ξέπλυμα του σπέρματός του με την προσδοκία κάποιου άλλου.
Έμειναν έτσι. Η Μαρίνα πάνω του, το νερό να στάζει από το κορμί της. Ο Ανδρέας, μούσκεμα, με τα μάτια ορθάνοιχτα και την ανάσα του βαριά.
Κι η σιωπή… ιερή.
Όταν μπήκαν στο σπίτι του Στέφανου, ο Ορέστης ήταν ήδη εκεί. Καθισμένος ήσυχα στη μεγάλη πολυθρόνα δίπλα στο παράθυρο, με το πόδι του ακουμπισμένο χαλαρά στο άλλο γόνατο και τα δάχτυλα ενωμένα μπροστά του, έμοιαζε με κάποιον που δεν περίμενε να του δώσουν ρόλο — ήξερε ήδη πως ήταν ο πρωταγωνιστής.
Φορούσε μαύρο παντελόνι, πουκάμισο ανοιχτό στον λαιμό, και παπούτσια τόσο φροντισμένα που σχεδόν φώναζαν “αυτός είναι εδώ για κάτι σοβαρό. Δεν αστειεύεται.”. Το βλέμμα του δεν κινήθηκε πολύ όταν τους είδε — απλώς χάιδεψε για λίγο τη Μαρίνα με τα μάτια, σαν να την θυμόταναστειευεται
Ο Στέφανος τους καλωσόρισε ήρεμα, με εκείνο το ανεπαίσθητο χαμόγελο του ανθρώπου που έχει στήσει κάτι μεγάλο και περιμένει να ξεκινήσει η λειτουργία.
Η Ειρήνη πλησίασε τη Μαρίνα με φυσικότητα.
«Έλα λίγο μέσα, να ετοιμάσουμε τα ποτά.»
Δεν υπήρχε ένταση, μόνο μια λεπτή υποψία προγραμματισμού — σαν κάτι που είχε αποφασιστεί πολύ πριν τους φτάσει.
Μπήκαν μαζί στην κουζίνα. Η πόρτα έκλεισε πίσω τους.
Η Ειρήνη πήγε κατευθείαν στον πάγκο, άνοιξε ένα μικρό ντουλάπι και έβγαλε δύο μπουκαλάκια. Το ένα είχε μέσα ένα σκούρο πορτοκαλί υγρό. Το άλλο, ένα σχεδόν διάφανο φίλτρο με υπόνοια μοβ.
«Πριν με ρωτήσεις τίποτα…» είπε, χωρίς να κοιτάξει τη Μαρίνα, «όχι, δεν έφερα το χάπι της επόμενης μέρας. Και όχι, δεν θα χρειαστεί.»
Η Μαρίνα πάγωσε για ένα δευτερόλεπτο. Κάτι στο στήθος της τράνταξε — κι ύστερα βούλιαξε.
«Τι εννοείς;»
Η Ειρήνη γύρισε, της έδωσε το σκούρο μπουκαλάκι.
«Αυτό είναι ένα ελιξίριο γονιμότητας. Τονώνει την ενδομητρίωση, μαλακώνει το εσωτερικό περιβάλλον και αυξάνει την πιθανότητα εμφύτευσης. Το φτιάχνουμε μόνο σε πολύ ειδικές περιστάσεις.»
Η Μαρίνα το κοίταξε σαν να κρατούσε στα χέρια της το ίδιο της το μέλλον.
«Είσαι τρελλη? Κι αν… αν τελικά… με καταφέρει;»
Η Ειρήνη γέλασε, ήσυχα. Πήρε το άλλο φιαλίδιο και το σήκωσε στο φως.
«Αν σε καταφέρει… τότε ο Ανδρέας θα περάσει ένα πολύ όμορφο δαχτυλίδι στο δάχτυλό σου, και για τους επόμενους εννιά μήνες, ο Στέφανος και ο Ορέστης θα σε γαμάνε σαν να είσαι θηλυκό εκτροφής.»
Η Μαρίνα την κοίταξε — για μια στιγμή σοβαρή, σχεδόν έτοιμη να πει κάτι. Αλλά η σκέψη την πρόλαβε. Κι έπειτα ήρθε το γέλιο. Όχι φωτεινό. Σατανικό. Βγαλμένο απ’ την κοιλιά, σαν ηδονή που έγινε συμφωνία.
Η Ειρήνη της έδωσε το ελιξίριο.
«Πιες το. Και πάμε να φτιάξουμε τα ποτά. Ο Ορέστης ήδη καίγεται. Ο Στέφανος, ακόμα πιο πολύ. Ο Ανδρέας…»
Κοίταξε το άλλο φίλτρο.
«…θα πιει κι εκείνος. Μην ανησυχείς. Όλα είναι όπως πρέπει.»
Η Μαρίνα κρατούσε ακόμη το μπουκαλάκι με το ελιξίριο. Δεν το είχε πιει ακόμη — το ένστικτο της αντίστασης την κρατούσε για λίγα ακόμη δευτερόλεπτα σε μια ψευδαίσθηση ελέγχου.
Γύρισε και κοίταξε την Ειρήνη με μισό χαμόγελο. «Και το άλλο; Το ποτό του Ανδρέα;»
Η Ειρήνη αναστέναξε, σαν να περίμενε την ερώτηση.
«Μείγμα ηρεμιστικό. Τον χαλαρώνει, ρίχνει τις άμυνες. Αν είναι σε mood να παρατηρήσει και να καυλώσει, θα το κάνει χωρίς σκέψη. Αν όμως είναι κουρασμένος, ή πιεσμένος… υπάρχει μεγάλη πιθανότητα να κοιμηθεί.»
Η Μαρίνα ανασήκωσε τα φρύδια.
«Και αν κοιμηθεί;»
Η Ειρήνη χαμογέλασε γλυκά, σχεδόν τρυφερά.
«Τότε θα έχεις περισσότερο χρόνο. Περισσότερη προσοχή. Κανείς δεν θα σ’ εμποδίσει. Κανείς δεν θα σου χαλάσει τη στιγμή.»
Γύρισε στον πάγκο και έπιασε ένα άλλο γυάλινο μπουκαλάκι — αυτό είχε μέσα κάτι πιο παχύ, σχεδόν σαν παλιό λικέρ. Το σήκωσε και της το έδειξε.
«Και για να είμαστε δίκαιες… έδωσα κι ένα αντίστοιχο στον Ορέστη. Νωρίτερα.»
Η Μαρίνα γύρισε απότομα.
«Του είπες τι είναι;»
«Βέβαια. Του είπα ακριβώς. Ότι είναι βοτανικό μείγμα που αυξάνει το εύρος εκσπερματικών εκκρίσεων, παρατείνει τη στύση και ανεβάζει την πιθανότητα σύλληψης στο διπλάσιο.»
Έγειρε το κεφάλι της. Χαμογέλασε σαρδόνια.
«Το κατέβασε μονομιάς. Ούτε στιγμή δεν το σκέφτηκε.»
Η Μαρίνα έμεινε σιωπηλή.
Μια λεπτή ρίγη πέρασε απ’ τον αυχένα της, και κατέβηκε στο στομάχι της, στη μήτρα της.
Ο Ορέστης ήθελε να τη γκαστρώσει. Όχι μεταφορικά. Κυριολεκτικά. Είχε δεχτεί, σχεδόν πρόθυμα, να ενισχύσει κάθε πιθανότητα. Όχι γιατί του το ζήτησαν — αλλά γιατί το ήθελε.
Αυτό, η Μαρίνα δεν το είχε προβλέψει.
Και τώρα, την καύλωνε περισσότερο απ’ όσο μπορούσε να αντέξει.
Η Ειρήνη την παρατήρησε για λίγο. Κι έπειτα είπε:
«Τα μείγματα είναι από την παλιά. Την Καλλιόπη — τη γιαγιά που έμενε στην Άνω Χώρα, θυμάσαι;»
Η Μαρίνα την κοίταξε με μισάνοιχτο στόμα. Κούνησε το κεφάλι, δεν μίλησε.
«Εκείνη μου τα έμαθε. Μόνο από εκεί την παίρνω την πρώτη ύλη. Σαράντα χρόνια τα φτιάχνει. Και δεν έχει αποτύχει ποτέ. Καμία γυναίκα που ήπιε δικό της ελιξίριο σε γόνιμες μέρες… δεν έμεινε άτεκνη.»
Η Μαρίνα ανατρίχιασε.
Δεν υπήρχε πια τίποτα αστείο ή διεστραμμένα ερωτικό. Σαν να είχε περάσει σε άλλο επίπεδο. Όχι απλά πουτάνα. Όχι θηλυκό. Δοχείο.
Η Ειρήνη την πλησίασε.
«Πιες το τώρα. Και πάμε να τους υποδεχτούμε. Απόψε, μωρό μου… είναι η νύχτα σου.»
Η Ειρήνη βγήκε από την κουζίνα χαμογελαστή, κρατώντας δύο ποτήρια. Δεν είχε ανάγκη να εξηγήσει τίποτα. Η παρουσία της τα εξηγούσε όλα.
«Σκέφτηκα κάτι ιδιαίτερο για απόψε…», είπε, και μοίρασε τα ποτήρια. «Ένα κοκτέιλ που ταιριάζει στην περίσταση.»
Ο Ορέστης σήκωσε ήδη το δικό του ποτήρι και κοίταξε τον Ανδρέα.
«Εγώ το ήπια νωρίτερα. Φανταστική γεύση. Μου είπε η Ειρήνη πως έχει και κάτι… πιο βαθύ μέσα.»
Η Μαρίνα πήρε το δικό της με χαμόγελο που δεν έκρυβε τίποτα. Ο Ανδρέας δίστασε για μια στιγμή — όχι από καχυποψία, αλλά από αμηχανία. Η Ειρήνη πλησίασε και του έδωσε το ποτήρι με εκείνη την απαλή αυστηρότητα της γυναίκας που δεν δέχεται “όχι”.
«Θα σου φτιάξω και δεύτερο, αν το πιεις όλο. Μην ανησυχείς, είναι τελετουργικό», είπε, και χαμογέλασε και στους δύο — Μαρίνα και Ορέστη.
Τσούγκρισαν. Ήπιαν. Και μετά… η νύχτα άρχισε να αλλάζει υφή.
Ο Ανδρέας έγινε πιο ανάλαφρος. Άρχισε να γελάει, να πετάει μικρά αστεία, σαν να είχε ξυπνήσει από έναν βαρύ ύπνο. Δεν φαινόταν πια απλώς δεκτικός — έμοιαζε χαρούμενος. Σχεδόν… ελεύθερος.
Η Μαρίνα πλησίασε την Ειρήνη και της ψιθύρισε:
«Κάνει φοβερή δουλειά το κοκτέιλ σου…»
Η Ειρήνη γύρισε και της απάντησε ήρεμα:
«Που να δεις τι δουλειά κάνει αυτό που σου έδωσα…»
Γέλασαν και οι δύο — όχι σαν φίλες, αλλά σαν ιέρειες που μοιράστηκαν ένα κοινό μυστικό.
Ο Στέφανος σηκώθηκε, άγγιξε τον Ορέστη στον ώμο.
«Λοιπόν, Ανδρέα…;» είπε, χωρίς να τον κοιτάζει. «Πάμε μέσα να γκαστρώσουμε τη γυναίκα σου;»
Ο Ανδρέας δεν σκέφτηκε. Δεν αντέδρασε. Απλώς χαμογέλασε πλατιά.
«Εννοείται. Καυλώνω τρελά στην ιδέα.»
Ο Ορέστης σηκώθηκε πρώτος. Στη στάση του υπήρχε κάτι το αποφασιστικό — σαν να ήξερε ότι η ιστορία είχε ήδη γραφτεί.
Η Μαρίνα πέρασε δίπλα του και τον ακούμπησε ελαφρά. Ο Στέφανος ακολούθησε.
Η Ειρήνη κράτησε πίσω τον Ανδρέα με ένα απλό άγγιγμα.
«Θα έρθουμε σε λίγο. Να τελειώσει το αγόρι από εδώ το ποτό του.»
Εκείνος κοίταξε το ποτήρι του, δεν είχε τελειώσει όλο το υγρό. Η Ειρήνη του πήρε το ποτήρι από τα χέρια, το σήκωσε απαλά στα χείλη του, και του το έδωσε σχεδόν με το ζόρι.
«Έλα, όμορφε. Όλο. Απόψε… χρειάζεται να είσαι ανοιχτός.»
Και το ήπιε.
Πέντε λεπτά μετά, μπήκαν στο δωμάτιο.
Η πόρτα άνοιξε αργά. Ο Ανδρέας ήταν ήρεμος, σαν σε όνειρο. Αλλά το θέαμα τον χτύπησε κατευθείαν στον πυρήνα του.
Η Μαρίνα — η Μαρίνα του — ήταν γονατισμένη στα τέσσερα πάνω στο κρεβάτι, γυμνή, τα μαλλιά της κολλημένα στον ιδρώτα του αυχένα της. Και ο Στέφανος και ο Ορέστης ήταν και οι δύο μέσα της. Μαζί.
Ο ένας την κρατούσε από τους γοφούς, ο άλλος από τη μέση. Έμπαιναν μέσα της συγχρονισμένοι.
Η Μαρίνα ούρλιαζε. Όχι από πόνο — από υπερπλήρωση. Από την αίσθηση ότι δεν της ανήκει τίποτα πια. Ούτε το σώμα, ούτε ο νους, ούτε το μέλλον της.
Η Ειρήνη τον τράβηξε απαλά στον καναπέ.
«Κάτσε, Ανδρέα μου. Θα στο εξηγήσω όλα.»
Έμειναν έτσι για λίγο, παρατηρώντας. Το θέαμα ήταν υπνωτικό.
Και τότε, με σταθερή, σχεδόν μητρική φωνή, η Ειρήνη του είπε:
«Σκέφτηκες ποτέ… αν δεν πάρει τελικά το χάπι; Αν την αφήσουμε κι οτι γίνει;»
Ο Ανδρέας δεν απάντησε. Τα μάτια του έβλεπαν, αλλά το μυαλό του ταξίδευε.
«Πόσο καύλα θα είναι να την βλεπεις να γυρναει στο σπιτι σου μεσα φουσκωμένη, κι εσυ να εχεις ολες αυτες τις εικονες να σε συνοδευουν…? .»
Έγειρε προς το μέρος του, του χαιδεψε το πουλι και του ψιθύρισε:
«Να της χαιδευεις το βραδυ τη κοιλιτσα και να σου σηκώνεται κάθε φορα! Να μας την φερνεις εδω και να στην γαμανε με προσοχη! Κι εγω να σε βοηθαω να χυνεις οπως σου αρεσει… στον αερα… »
Η Μαρίνα φώναζε το όνομα του Ορέστη. Ο Στέφανος της έκλεινε το στόμα με το χέρι και την ξαναγέμιζε.
Η Ειρήνη χάιδευε τον μηρό του Ανδρέα, απαλά.
«Δεν σου φαίνεται τόσο τρομακτικό τώρα, ε;»
Η Ειρήνη δεν χρειάστηκε να πει περισσότερα. Ο Ανδρέας σηκώθηκε — σχεδόν υπνωτισμένος. Όχι αδύναμος. Εστιασμένος. Άδειος από δισταγμό, γεμάτος από καύλα.
Πλησίασε το κρεβάτι, στάθηκε δίπλα της, σχεδόν γονάτισε. Η Μαρίνα ήταν ακόμη γεμάτη, τα μάτια της ημίκλειστα από την ένταση. Ο Στέφανος και ο Ορέστης συνέχιζαν να τη σφυροκοπούν χωρίς λύπηση. Σαν να δούλευαν πάνω της, να την μεταποιούσαν.
Εκείνη ένιωσε την παρουσία του και γύρισε το κεφάλι στο πλάι. Τον είδε. Χαμηλά, γονατιστό, με βλέμμα ικεσίας και λατρείας.
«Σε παρακαλώ…» της είπε. «Κάνε ό,τι μπορείς να μείνεις έγκυος σήμερα. Το χρειαζόμαστε. Το χρειάζομαι κι εγώ. Θέλω να σε βλέπω να φουσκώνεις, να τον παίζω και να φαντάζομαι μέσα σου την μικρή. Τη μικρή μας.»
Η Μαρίνα χαμογέλασε, ιδρωμένη, τρεμάμενη.
«Αλήθεια, μωρό μου;»
«Ναι, αγάπη μου…»
Η φωνή της Ειρήνης ακούστηκε σαν χρησμός από πίσω:
«Με το θετικό τεστ… της φοράς δαχτυλίδι.»
Ο Ανδρέας αναστέναξε βαθειά. Δεν υπήρχε πια διαπραγμάτευση.
«Υπόσχομαι. Μόλις μείνεις έγκυος, παντρευόμαστε.»
Η Μαρίνα δάγκωσε το χείλος της.
«Θα κάνουμε κουμπάρους τον Ορέστη και τον Στέφανο, και θα με γαμάνε συνέχεια;»
Ο Ανδρέας χαμογέλασε με λατρεία:
«Εννοείται, μωρό μου. Κάθε μέρα. Όσο σε κρατάει το κορμί σου…και παραπέρα»
Η Μαρίνα πήρε μια ανάσα, σαν να έπιανε κορύφωση όχι σωματική, αλλά υπαρξιακή.
«Χμμμ… τέλεια. Και κάτι τελευταίο.»
«Ό,τι θέλεις, μωρό μου.»
Γύρισε και τον κοίταξε βαθιά, ενώ ο Ορέστης άρχιζε ήδη να σφίγγεται για το τέλος του.
«Μόλις με γκαστρώσουν… θα πάμε στον γιατρό να κάνεις στείρωση;»
Ο Ανδρέας δεν δίστασε ούτε δευτερόλεπτο.
«Ναι, καύλα μου. Ναι.»
Η Μαρίνα έκλεισε τα μάτια της, και οι ήχοι του δωματίου έγιναν λειτουργία.
«Τέλεια. Τότε μωρό μου… σ’ αγαπώ πολύ. Και… δέχομαι.»
Ο Ορέστης γύρισε το πρόσωπό του προς τον Στέφανο, χωρίς να κόψει ρυθμό. Η φωνή του ήρθε κοφτή, με κομμένη ανάσα:
«Είμαι έτοιμος.»
Ο Στέφανος έγλειψε τα δόντια του, έγειρε ελαφρά πίσω, μετά ξανά μπροστά.
«Κι εγώ.»
Και τότε… συνέβη.
Τα κορμιά τους συγχρονίστηκαν. Τη βούτηξαν απ’ τους γοφούς, την άνοιξαν σαν δώρο που δεν περιμένει επιστροφή. Καρφώθηκαν μέσα της με ρυθμό ωδίνης, σχεδόν εκδικητικό. Σαν να ήθελαν να φτάσουν πιο πέρα από τη μήτρα — να χαράξουν το DNA τους στον πυρήνα της.
Η Μαρίνα άνοιξε το στόμα, χωρίς φωνή. Το μόνο που ακουγόταν ήταν το χτύπημα των σωμάτων και ο υγρός παλμός που αύξανε.
Ο Ορέστης έσκυψε, κοντά στο αυτί της:
«Σκέψου την… σκέψου την να γίνεται. Να μεγαλώνει μέσα σου.»
Η Μαρίνα ψιθύρισε, σαν προσευχή:
«Ναι… την σκέφτομαι. Την θέλω. Την βλέπω.»
Και τότε — τα σώματα των δύο αντρών σφίχτηκαν ταυτόχρονα.
Ένα διπλό κύμα, πυκνό και ανεξέλεγκτο, πλημμύρισε τα σωθικά της. Το σπέρμα τους ξεχύθηκε με τέτοια δύναμη, που η Μαρίνα ένιωσε το βάρος του να την γεμίζει μέχρι επάνω. Όχι σαν υγρό — σαν φορτίο, σαν αποστολή.
Ένιωσε το καυτό ρεύμα να κυλάει, να τη λούζει από μέσα, να την ξεπερνά. Σαν να κατουρούσαν μέσα της — και οι δύο.
Ο Στέφανος βγήκε αργά από μέσα της, το κορμί του μισολυγισμένο από την εξάντληση. Αναστέναξε βαθειά, πέρασε το χέρι του πάνω από το πρόσωπό του και στάθηκε δίπλα. Κοίταζε, τώρα, σαν ιερέας που παραδίδει τη λειτουργία στον επόμενο.
Ο Ορέστης δεν είχε τελειώσει.
Την ξάπλωσε απαλά, με σιγουριά, και έβαλε ένα μαξιλάρι κάτω από τη μέση της. Κάθισε πίσω από τους γλουτούς της, την έπιασε από τις λαβές του σώματός της και ξαναμπήκε μέσα της με ορμή. Τη γαμούσε με βάρος, με επιμονή, με τον σκοπό χαραγμένο ήδη στο βλέμμα.
«Ναι!» φώναξε η Ειρήνη, σχεδόν πανηγυρικά. «Αυτό είναι! Γι’ αυτό σε φέραμε εδώ… Ασταμάτητος… Κοίτα τον.»
Η Μαρίνα απλώθηκε, έφτασε με το δεξί της χέρι προς τον Ανδρέα και τον κάλεσε κοντά της.
«Έλα… ξάπλωσε δίπλα μου… σαν φίλος… και παίξε το πουλάκι σου,» του είπε με μαλακή, σχεδόν τρυφερή φωνή.
«Ναι,» απάντησε εκείνος, και ξάπλωσε κοντά της. Το βλέμμα του κολλημένο στο σημείο όπου ο Ορέστης χάραζε πια το μέλλον.
«Πλέον μπορούμε να θαυμάζουμε και να καμαρώνουμε τους γαμιάδες μου μαζί… χωρίς το κόμπλεξ σου να είναι στη μέση. Έτσι δεν είναι;»
«Ναι μωρό μου. Έτσι ακριβώς…» ψιθύρισε εκείνος.
«Πες μου… πώς νιώθεις μέσα σου;»
Η Μαρίνα πήρε βαθιά ανάσα, ένιωσε τις ροές των δύο αντρών να αναμιγνύονται ακόμα μέσα της.
«Δεν φαντάζεσαι… πραγματική πλημμύρα. Δεν έχω ξανανιώσει έτσι. Δεν ξέρω αν είναι αλήθεια αυτό που λένε… αλλά κάτι νιώθω στη κοιλίτσα μου. Σαν πεταλούδες…»
Η Ειρήνη έγειρε πάνω τους.
«Είναι το ελιξίριο. Μου το είπε ότι θα νιώθεις έτσι. Να σου φέρω λίγο ακόμα να το τερματίσουμε;»
Η Μαρίνα έβαλε τα γέλια, γεμάτη καύλα και παιδικότητα μαζί.
«ΑΜΕ! Φέρε κι άλλο!» είπε. Και, γυρίζοντας στον Ανδρέα: «Κι από αύριο… ψάχνουμε για βρεφικά;»
«Ναι, καύλα μου…» της απάντησε, ενώ η παλάμη του συνέχισε να δουλεύει ανάμεσα στα πόδια του.
Ο Ορέστης αγρίεψε, σφίχτηκε, και φώναξε:
«Πες bye bye στην επίπεδη κοιλίτσα σου… Χύνω ξανά!»
Η Μαρίνα σήκωσε το κεφάλι της, τον κοίταξε, μετά γύρισε και ανασήκωσε το κεφάλι του Ανδρέα με το χέρι της.
Τον κοίταξε με νόημα.
«Bye bye…» είπαν και οι δύο.
Ο Ορέστης πίεσε, βαθιά. Το χύσιμο ήταν σχεδόν βίαιο — δεν ήταν απλώς εκσπερμάτιση.
Ήταν εντολή στο κορμί της να κυοφορήσει. Και έμεινε μέσα της. Βαθιά, ακίνητος, με το πουλί του θαμμένο μέχρι τη ρίζα, για λεπτά. Σαν να ήθελε να σιγουρευτεί. Σαν να ήθελε να σφραγίσει τα σωθικά της.
Και τότε… η Ειρήνη επέστρεψε, με το σφηνοπότηρο στο χέρι.
«Το τελευταίο. Για την… μικρή!»
Η Μαρίνα το ήπιε μονορούφι, χωρίς δισταγμό.
Ο Ορέστης τραβήχτηκε αργά, προσεκτικά. Η Ειρήνη έσκυψε αμέσως, της έβαλε ένα ταμπόν εμποτισμένο με βότανα και της σταύρωσε τα πόδια με δύναμη.
«Έτσι. Δεν θα φύγει τίποτα… όλο το βράδυ.»
Η Μαρίνα έμεινε ξαπλωμένη, τα πόδια της σταυρωμένα, τα χείλη της μισάνοιχτα. Δεν υπήρχε βιασύνη πια. Μόνο η αίσθηση ότι κάτι είχε ολοκληρωθεί — ή είχε μόλις αρχίσει.
Ο Ανδρέας έγειρε κοντά της, το κεφάλι του στον ώμο της. Δεν είπε τίποτα. Δεν χρειαζόταν. Είχε περάσει απ’ όλες τις πύλες. Από το φόβο, τη ζήλια, τον εξευτελισμό… και τώρα, στη γαλήνη. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο να νικήσει.
Ο Στέφανος ξαναμπήκε στο δωμάτιο, ντυμένος. Κρατούσε δύο ποτήρια κρασί. Έδωσε το ένα στην Ειρήνη, που καθόταν ακόμα σαν ιέρεια στην άκρη του καναπέ.
«Πιστεύεις πως… θα πιάσει;» τη ρώτησε.
Εκείνη χαμογέλασε.
«Μάλλον θ αστειεύεσαι. Δεν υπάρχει περι΄πτωση να μην γκαστρώθηκε απόψε.»
Ο Ορέστης ντύθηκε αργά. Κοίταξε για λίγο τη Μαρίνα από μακριά. Δεν είπε λέξη. Δεν είχε τίποτα να αποδείξει. Είχε αφήσει το σημάδι του. Το υπόλοιπο δεν του ανήκε.
Και στο κέντρο του κρεβατιού, η Μαρίνα ένιωθε πλήρης. Όλα είχαν μπει στη θέση τους, όπως μπαίνουν τα κομμάτια σ’ έναν κύκλο που τελικά κλείνει.
Μπορεί να μη θυμόταν ποτέ με ακρίβεια τι την οδήγησε σε αυτόν τον κόσμο.
Μα ήξερε πως απόψε… είχε γραφτεί κάτι μέσα της.
Και κάποτε, θα το κρατούσε στην αγκαλιά της.


Leave a comment