H Γραμμή Αίματος│Novel (Gr)

  1. Κεφάλαιο Πρώτον – Η Σιωπή της Αλεξάνδρας 
  2. Κεφάλαιο Δεύτερον –  Η Σιωπηλή Τελετή του Τσαγιού
  3. Κεφάλαιο Τρίτον – Το Μεσημεριανό της Επανεκκίνησης
  4. Κεφάλαιον Τέταρτο — Το Επιτρεπτό Βλέμμα
  5. Κεφάλαιο Πέμπτο «Η Ενοχή ως Προσφορά»
  6. Κεφάλαιο Έκτον – «Η Προίκα της Σάρκας»
  7. Κεφάλαιο Έβδομόν – «Η Ρωγμή»
  8. Κεφάλαιο Όγδοον: Αντανάκλαση 
  9. Κεφάλαιο Ένατον – Η Στέψη του Τρίτου
  10. Κεφάλαιο Δέκατο – Το Μετέωρο Πρωινό

Κεφάλαιο Πρώτον – Η Σιωπή της Αλεξάνδρας 

Η βροχή είχε μόλις αρχίσει να μαλακώνει όταν η Αλεξάνδρα στάθμευσε μπροστά στην έπαυλη. Το φως του απογεύματος έσβηνε πίσω από βαρύσκιονα σύννεφα, τυλίγοντας το σπίτι σε μια σχεδόν τελετουργική γαλήνη. Η ίδια έμεινε για λίγο μέσα στο αυτοκίνητο, παρατηρώντας τη γωνία της πόρτας που αργούσε να ανοίξει. Όταν το έκανε, ο Λέων στάθηκε στο κατώφλι με την ευγένεια ενός οικοδεσπότη, αλλά το χαμόγελό του έδειχνε κόπωση. Ή… συγκάλυψη.

«Μητέρα,» είπε. Η φωνή του ήταν ελαφρώς κουρασμένη, πιο απαλή απ’ ό,τι θυμόταν η ίδια. «Η Ισαβέλλα είναι στην αυλή. Είπε πως ήθελε να μιλήσει με τη μητέρα της. Χωρίς κοινό.»

Η Αλεξάνδρα σήκωσε αργά το φρύδι της. «Στην αυλή. Μέσα στον υγρό αέρα του φθινοπώρου; Τηλεφώνημα ή εξομολόγηση;»

Ο Λέων χαμογέλασε αμήχανα και χαμήλωσε το βλέμμα. Η Αλεξάνδρα δεν περίμενε απάντηση. Την είχε ήδη καταλάβει. Και, βέβαια, ήξερε πως αυτό το τηλεφώνημα δεν είχε να κάνει με την πεθερά της Ισαβέλλας.

Η Ισαβέλλα επέστρεψε λίγο αργότερα, με τα μαλλιά της ελαφρώς ακατάστατα και μάγουλα ζωηρά ροδαλά. Το ύφασμα της ρόμπας της κολλούσε ανεπαίσθητα στο δέρμα της. Είχε βγει “για καθαρό αέρα”, μα το σώμα της φώναζε άλλο είδος αναστάτωσης. Κι όταν πέρασε μπροστά από την Αλεξάνδρα, το άρωμα της ανάσας της θύμιζε κρασί — όχι λευκό. Κόκκινο. Αίμα και επιθυμία.

«Αχ, Αλεξάνδρα… δεν σε άκουσα να φτάνεις,» είπε με φωνή που έκρυβε μια ταχύτατη προσπάθεια να επαναφέρει την αυτοκυριαρχία της.

Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε απαλά. «Δεν πειράζει. Είχες… απορροφηθεί.» Κι έπειτα γύρισε στον Λέοντα. «Αγάπη μου, θα μας φέρεις λίγο κόκκινο κρασί; Ένα δυνατό. Κάτι για τον λαιμό.»

Ο Λέων υπάκουσε, αφήνοντάς τες μόνες.

Η Αλεξάνδρα δεν έχασε χρόνο. Χωρίς να κοιτάξει κατευθείαν την Ισαβέλλα, άπλωσε τα δάχτυλά της στο χείλος του ποτηριού που είχε βρει πριν, και με ένα γύρισμα το έκανε να γυρίσει γύρω από τον άξονά του, παράγοντας έναν ήχο χαμηλό, σχεδόν υπνωτικό.

Η Αλεξάνδρα περίμενε να απομακρυνθεί ο Λέων, ν’ ακούσει τον ήχο των βημάτων του να ξεθωριάζει στον διάδρομο, κι ύστερα στράφηκε αργά προς την Ισαβέλλα. Δεν βιαζόταν. Τα μάτια της στάθηκαν για λίγο πάνω στο ποτήρι του κρασιού, μετά στο βλέμμα της γυναίκας απέναντί της, έπειτα ξανά στις άκρες των δακτύλων της που έπαιζαν αφηρημένα με το μεταξωτό ρέλι του μανικιού της.

«Περίεργες εποχές, δεν νομίζεις;» ξεκίνησε με φωνή απαλή, σχεδόν σαν παρατήρηση στον καιρό. «Οι άνθρωποι αλλάζουν… Επιθυμούν αλλιώς, διεκδικούν αλλιώς. Κι οι γυναίκες… ειδικά οι γυναίκες… φαίνεται πως ξυπνούν.»

Η Ισαβέλλα ανασήκωσε διακριτικά το φρύδι της. «Ξυπνούν; Από τι;»

«Από τους εαυτούς τους,» απάντησε η Αλεξάνδρα σχεδόν αμέσως. «Από όσα τους έμαθαν να καταπίνουν σιωπηλά. Από τη συνήθεια της υποταγής, της σεμνότητας. Από την ιδέα ότι η απόλαυση πρέπει να κρύβεται ή να προσφέρεται αποκλειστικά… στον σύζυγο.»

Ένα αδιόρατο τράνταγμα στο πρόσωπο της Ισαβέλλας. Μια σκιά. Ίσως ένας θυμός, ίσως ένα αναμμένο κάτι. Μα δεν μίλησε. Μόνο ανακάθισε στο κάθισμά της, πιο ίσια.

Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε. Είχε προσέξει. «Σου έχει συμβεί ποτέ, Ισαβέλλα, να κοιτάξεις έναν άντρα και να σκεφτείς… τι θα γινόταν αν; Όχι να τον αγαπήσεις. Όχι καν να τον θέλεις βαθιά. Απλώς… να σε διαπεράσει σαν σκέψη, σαν φαντασίωση. Να νιώσεις εκείνο το μικρό ρίγος στη βάση της σπονδυλικής στήλης, χωρίς καν να αγγιχτείς.»

Η Ισαβέλλα πήγε να απαντήσει, μα σταμάτησε. Τα μάτια της ταξίδεψαν για λίγο. Δεν χαμογέλασε. Δεν έδειξε σάστισμα. Μόνο η παλάμη της έκλεισε ανεπαίσθητα γύρω από το γόνατό της, σαν να κρατιόταν.

«Δεν νομίζω ότι… είμαι τέτοιος τύπος γυναίκας.»

Η Αλεξάνδρα έγειρε ελαφρώς το κεφάλι. «Και τι τύπος είσαι; Ο πιστός; Ο ανεκτικός; Ο αυστηρός με τις επιθυμίες σου;»

Η Ισαβέλλα κοίταξε για μια στιγμή προς την πόρτα. Σαν να περίμενε να ξαναμπεί ο Λέων και να τελειώσει η κουβέντα. Αλλά όχι. Μόνο οι δυο τους.

«Είμαι… φυσιολογική,» είπε τελικά, με φωνή που ήθελε να είναι σταθερή, μα ακουγόταν περισσότερο σαν άμυνα.

«Αχ, αγαπητή μου… η φυσιολογικότητα είναι η πιο περίπλοκη παγίδα. Ξέρεις τι μου έλεγε κάποτε μια φίλη από την Ελβετία; Ότι οι πιο άγριες ερωτικές επιθυμίες γεννιούνται στα πιο ήσυχα σπίτια. Στους πιο καθωσπρέπει γάμους.»

Η Ισαβέλλα κατέβασε το βλέμμα. Το χέρι της γλίστρησε στο μπράτσο της πολυθρόνας, σαν να μην ήξερε πού να το ακουμπήσει.

Η Αλεξάνδρα τη σάρωσε με τα μάτια. Όχι αγενώς — σαν γλύπτρια που μετρά τις καμπύλες του μάρμαρου πριν χαράξει την πρώτη γραμμή. Ύστερα, πιο ήρεμα, σχεδόν τρυφερά:

«Εγώ δεν θα σε κρίνω, Ισαβέλλα. Ξέρω τι είναι να έχεις μέσα σου φωτιά και να πρέπει να δείχνεις πάγο. Ξέρω επίσης πώς είναι να μην έχεις πουθενά να μιλήσεις. Γι’ αυτό και σου το λέω — σε εμένα μπορείς. Ειδικά σε εμένα. Οι γυναίκες της οικογένειας οφείλουν να στηρίζουν η μία την άλλη. Να προσφέρουν χώρο… για ελευθερία. Και για παιχνίδι.»

Η Ισαβέλλα την κοίταξε πια κατάματα. Και ήταν η πρώτη φορά που στο βλέμμα της δεν υπήρχε άρνηση, αλλά επιφυλακτική απορία. Μια ρωγμή.

«Παιχνίδι;»

Η Αλεξάνδρα έγειρε μπροστά, η φωνή της πιο χαμηλή τώρα. Μια νότα μυστικότητας. «Παιχνίδι. Ηδονικό. Φαντασιακό. Πνευματικό. Μερικές φορές… επικίνδυνο. Αλλά μόνο αν το κρατήσεις μέσα σου. Αν το αφήσεις να γιγαντωθεί στα κρυφά.»

Η Ισαβέλλα έσφιξε ελαφρά τα χείλη της. Μα δεν απάντησε.

Η Αλεξάνδρα ανακάθισε ξανά. Δεν χρειαζόταν άλλη πίεση. Όχι τώρα. Είχε δει την αλλαγή. Την ελάχιστη μετακίνηση. Το σημείο ρήξης είχε τοποθετηθεί.

Το μόνο που απέμενε ήταν να το χαράξει την κατάλληλη στιγμή.

Η Αλεξάνδρα άλλαξε στάση στην πολυθρόνα της, μα δεν φάνηκε να κουνήθηκε. Ήταν μια μετακίνηση που συνέβη πρώτα στη σκέψη της, μετά στο βλέμμα της, και στο τέλος στα δάχτυλά της που έπαιξαν για λίγο με τον μίσχο του ποτηριού. Ήπιε μια μικρή γουλιά κρασί, άφησε το υγρό να κυλήσει στην άκρη της γλώσσας της, κι έπειτα κοίταξε την Ισαβέλλα ξανά — σαν να επανερχόταν σ’ ένα ζήτημα που δεν είχε καν τεθεί ακόμα.

«Να σε ρωτήσω κάτι πιο προσωπικό;»

Η Ισαβέλλα έγειρε προς τα πίσω, αμήχανη, μα απάντησε με ελαφρύ νεύμα.

«Πώς είναι για σένα… ένας πραγματικά ελκυστικός άνδρας;»

Η Ισαβέλλα αναστέναξε με εκείνο το μικρό χαμόγελο που προσπαθεί να καμουφλάρει την αμηχανία. «Ισχυρός. Σίγουρος. Με σκοτεινή αύρα, αλλά… ήσυχος.»

Η Αλεξάνδρα ένευσε αργά. Ήξερε πως η ώρα είχε έρθει. Άλλαξε το τέμπο της. Άρχισε μια σειρά από κοφτές, γρήγορες ερωτήσεις. Η φωνή της έγινε πιο γλυκιά, πιο ανάλαφρη, αλλά με ρυθμό σταθερό, σχεδόν υπνωτικό. Ήταν μια τεχνική — δημιουργία ροής, κεκτημένης ταχύτητας. Πριν η Ισαβέλλα συνειδητοποιήσει ότι άνοιγε κάτι πιο βαθύ.

«Βλέμμα ή φωνή;»

«Βλέμμα.»

«Αγγιγμα ή απόσταση;»

«Αγγιγμα.»

«Μυστήριο ή καθαρότητα;»

«Μυστήριο.»

«Αυθορμητισμός ή σχέδιο;»

«Σχέδιο.»

«Υπονοούμενο ή εξομολόγηση;»

«Υπονοούμενο.»

Η Ισαβέλλα απαντούσε γρήγορα, με το βλέμμα να κινείται ασυναίσθητα — πότε στο τζάκι, πότε στο ποτήρι της, πότε στα δάχτυλα της Αλεξάνδρας που έπαιζαν με τον κρίκο του ποτηριού. Είχε μπει μέσα στον ρυθμό. Και δεν το ήξερε, αλλά εκείνη τη στιγμή είχε ήδη αρχίσει να εκτίθεται.

Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε διακριτικά. Το στόμα της άνοιξε ξανά — και τώρα, η φωνή της ήταν μεταξένια, αργή, ύπουλα ήσυχη.

«Είναι υπέροχο όταν κάποιος σε κοιτάει έτσι, ε;»

Ήταν μια φράση-δόλωμα. Πεταμένη ανάμεσα στις προηγούμενες σαν να συνέχιζε τον ίδιο ρυθμό, μα δεν ήταν. Ήταν η λεπίδα κάτω από το μετάξι.

«Ναι,» απάντησε η Ισαβέλλα, προτού ο εγκέφαλός της προλάβει να βάλει φρένο.

Και το κατάλαβε. Αμέσως. Η αναπνοή της κόπηκε — μια ανεπαίσθητη παύση. Τα μάγουλά της φλογίστηκαν. Και το βλέμμα της απέφυγε εκείνο της Αλεξάνδρας.

Η οποία απλώς έμεινε σιωπηλή για μια στιγμή. Δεν είπε τίποτα. Απλώς κράτησε το ποτήρι της στο χέρι, κουνώντας το ελαφρώς, σαν να επεξεργαζόταν τη γεύση του κρασιού.

Όταν μίλησε ξανά, το έκανε σχεδόν ψιθυριστά:

«Ο Λέων… δεν είναι τέτοιος άντρας.»

Η Ισαβέλλα ένιωσε να τραντάζεται εσωτερικά. Η φωνή της δεν βγήκε.

«Δεν σε κρίνω,» πρόσθεσε η Αλεξάνδρα. «Το αντίθετο. Σε καταλαβαίνω… ίσως καλύτερα απ’ όσο φαντάζεσαι.»

Η Αλεξάνδρα παρέμεινε σιωπηλή για λίγο, σαν να ζύγιζε αν έπρεπε να μιλήσει ή όχι. Ύστερα άφησε το βλέμμα της να χαθεί για λίγο στο βάθος του δωματίου — όχι σαν να απέφευγε την Ισαβέλλα, αλλά σαν να αναζητούσε κάποια ανάμνηση που απαιτούσε προσοχή.

«Θα σου πω κάτι, Ισαβέλλα… για μια φίλη μου. Πολύ παλιά υπόθεση. Ίσως την ξέρεις — δεν έχει σημασία. Παντρεμένη με άντρα ευυπόληπτο, παρόντα αλλά διακριτικό. Υπήρχε αγάπη. Ειλικρινής. Μα όχι αρκετή για να γεμίζει όλες τις ώρες της νύχτας.»

Η φωνή της ήταν ήρεμη, με μια περίεργη ζεστασιά. Σαν κάποια που δεν εξομολογείται, αλλά αφηγείται κάτι που θεωρεί πια αυτονόητο.

«Κατά καιρούς… εμφανίζονταν άντρες. Όχι τυχαίοι. Ήξερε πώς να επιλέγει. Δεν ζητούσε ρομάντζο, ούτε σκιές. Μόνο ένταση. Δύναμη. Να νιώσει τη σύγκρουση. Κι ο σύζυγός της…»

Η Αλεξάνδρα σταμάτησε για λίγο και κοίταξε την Ισαβέλλα — ήρεμα, χωρίς καμία ενοχή.

«…ήταν παρών. Όχι πάντα σωματικά. Αλλά γνώριζε. Καταλάβαινε. Συμμετείχε, με τον τρόπο του. Κάποιες φορές… ήταν εκεί. Άλλες, απλώς… υποχωρούσε. Χωρίς δυσαρέσκεια. Χωρίς ντροπή. Μια συμφωνία ανάμεσα σε ώριμους ανθρώπους, που ήξεραν πώς να κρατούν έναν γάμο ζωντανό. Όχι μέσα απ’ την απιστία, αλλά μέσα απ’ την κοινή αλήθεια.»

Η Ισαβέλλα είχε γείρει ελαφρώς μπροστά χωρίς να το καταλάβει. Τα χείλη της είχαν μισανοίξει.

Η Αλεξάνδρα συνέχισε, πιο σταθερά τώρα.

«Στα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, αυτά τα πράγματα δεν συμβαίνουν εύκολα. Οι άντρες προσβάλλονται. Κοιτάζουν αλλού. Σαν να πρόκειται για κάποια… εταιρική σύμβαση που δεν πρέπει να χαλάσει. Ο γάμος ως συνεταιρισμός: ακίνητα, παιδιά, φωτογραφίες σε διακοπές. Όλα όπως πρέπει. Και το σώμα της γυναίκας… σφραγισμένο, έστω κι αν μέσα της καίγεται.»

Έγειρε προς τα πίσω και χαμήλωσε τη φωνή της.

«Αλλά στις δικές μας τάξεις… τα πράγματα είναι αλλιώς. Όλα έχουν να κάνουν με την ελευθερία του πνεύματος. Την πολυτέλεια του να επιλέγεις. Να μετατρέπεις την επιθυμία σε τελετουργία, και την υποταγή σε μορφή δύναμης. Οι γυναίκες της τάξης μας… έχουν μάθει πως η αγάπη και η επιθυμία δεν είναι αντίπαλοι. Μπορούν να ζουν μαζί. Αρκεί να υπάρχει ευφυΐα. Και συμφωνία.»

Σιώπη. Σαν να άφησε τις λέξεις να κατακαθίσουν. Δεν έκανε την παραμικρή προσπάθεια να εξηγήσει ή να δικαιολογηθεί. Ήταν προφανές πως η “φίλη” ήταν η ίδια. Και πως αυτό που μόλις είχε εκμυστηρευτεί… δεν ήταν μυστικό, αλλά πολιτισμός.

Η Ισαβέλλα είχε γείρει ελαφρώς το κεφάλι της. Το βλέμμα της ήταν καρφωμένο πάνω στην Αλεξάνδρα. Δεν έλεγε τίποτα — αλλά στο πρόσωπό της υπήρχε εκείνο το βλέμμα της γυναίκας που άκουσε κάτι που δεν ήξερε ότι περίμενε να ακούσει εδώ και καιρό.

Η Ισαβέλλα δεν απάντησε αμέσως. Κρατούσε το ποτήρι της με τα δύο χέρια τώρα, σαν να της πρόσφερε κάποιο αόρατο στήριγμα. Το πρόσωπό της είχε μια λεπτή, σχεδόν ανεπαίσθητη ρωγμή — σαν να είχε ξεκινήσει να λιώνει κάτω από το φως μιας αλήθειας που δεν είχε ποτέ ομολογήσει.

Η Αλεξάνδρα έσκυψε λίγο, με τρόπο μητρικό — ή έτσι φαινόταν. Το βλέμμα της ήταν τρυφερό, και η φωνή της, χαμηλή, σαν να μιλούσαν πια μόνες σε έναν κόσμο που δεν υπήρχε κανείς άλλος.

«Ξέρεις… η “φίλη” μου, εκείνη που σου έλεγα… μου είχε πει κάποτε πως ο άντρας που της άλλαξε τη ζωή… δεν ήταν ο πιο όμορφος, ούτε ο πιο ισχυρός απ’ έξω. Ήταν ο μόνος που… την κοίταξε όπως κανείς άλλος. Σαν να την έβλεπε από μέσα. Τον θυμίζει κανείς σε σένα;»

Η Αλεξάνδρα την κοίταξε, αυτή τη φορά πιο σταθερά. Η φωνή της δεν έγινε σκληρή, μα ακούστηκε σαν φωνή που γνωρίζει ήδη την απάντηση.

«Το σωστό όνομα θέλω ν’ ακούσω… όχι το πρέπον.»

Η Ισαβέλλα γύρισε προς το μέρος της και για πρώτη φορά δεν κοίταξε χαμηλά. Το βλέμμα της είχε εκείνο το βουβό πάθος που μόνο μια καταπιεσμένη επιθυμία μπορεί να γεννήσει. Ανοιγόκλεισε τα χείλη της, και στο τέλος… ψιθύρισε:

«Αδριανός.»

Η λέξη ήταν σχεδόν άηχη. Σαν ξόρκι.

Η Αλεξάνδρα δεν χαμογέλασε. Μόνο έγνεψε, πολύ απαλά. Σαν να άκουσε μια αλήθεια που ήδη ήξερε.

«Και τι είναι αυτό που… σου προκαλεί; Τι είναι που δεν βρίσκεις αλλού;»

Η Ισαβέλλα αναστέναξε. Το πρόσωπό της είχε ανάψει. Δεν είχε πια καμία αίσθηση ντροπής. Το αντίθετο. Ό,τι ένιωθε τώρα ήταν πιο κοντά σε διέγερση. Η φωνή της είχε αλλάξει. Ήταν πιο εσωτερική. Πιο υγρή.

«Είναι… το βλέμμα του. Η σιγουριά του. Μπαίνει σε έναν χώρο και… τον ορίζει. Δεν χρειάζεται να φωνάξει. Δεν προσπαθεί. Κι όμως… όλοι στρέφονται σ’ αυτόν. Όλοι. Ακόμα και ο Λέων… τον σέβεται. Πιο πολύ απ’ όσο πρέπει, ίσως.»

Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε, αλλά με τα μάτια της, όχι με το στόμα.

«Και σε σένα; Τι κάνει;»

Η Ισαβέλλα δάγκωσε το κάτω χείλος της, ασυναίσθητα. Έγειρε πιο κοντά. Η φωνή της έγινε ψίθυρος.

«Μ’ έχει ξεκλειδώσει. Με κοιτάει σαν να ξέρει όλα όσα δεν τολμώ να πω. Κι όταν μιλάμε… δεν νιώθω ότι τον οδηγώ εγώ. Με οδηγεί εκείνος. Κι αυτό… με μεθάει.»

Η Αλεξάνδρα δεν την διέκοψε. Άκουγε. Ακίνητη. Σαν εξομολόγος, αλλά με βλέμμα που κατανοούσε, όχι που συγχωρούσε.

Ξαφνικά, από τον διάδρομο, ακούστηκε το βηματισμό του Λέοντα. Η πόρτα άνοιξε με μια ελαφριά υπόκωφη κραυγή.

«Μητέρα; Είστε εδώ;»

Η Ισαβέλλα τινάχτηκε ελαφρά. Σαν να επέστρεφε από κάπου μακριά. Τα μάγουλά της είχαν πάρει ένα υπέροχα βαθύ χρώμα. Η Αλεξάνδρα όμως ήταν ψύχραιμη.

«Α, Λέοντα μου. Έλα….αλλά… θυμήθηκα κάτι που υποσχέθηκα να στείλω στην κυρία Λαμπράκη. Μια σύσταση για το γιο της. Θα με βοηθήσει η Ισαβέλλα να γράψουμε ένα σημείωμα. Δεν θα μας πάρει πολύ.»

Ο Λέων ένευσε, ήρεμος. «Όπως θέλεις, μητέρα. Θα είμαι στο γραφείο.»

Μόλις η πόρτα έκλεισε ξανά, η Ισαβέλλα ξεφύσησε. Κοίταξε την Αλεξάνδρα, αυτή τη φορά με μάτια σχεδόν υγρά — όχι από ντροπή. Από κάτι πιο σκοτεινό. Πιο απελευθερωτικό.

«Μίλησα σαν… να ήσουν φίλη μου,» είπε σχεδόν ντροπαλά. «Όχι σαν… μητέρα του άντρα μου.»

Η Αλεξάνδρα έγνεψε, γέρνοντας ελαφρώς προς τα μπρος. Τα χείλη της έπαιξαν απαλά σε ένα χαμόγελο που δεν έφτασε ποτέ στα μάτια.

«Ίσως γιατί… κάποιες φορές, η πιο σωστή φίλη… είναι εκείνη που γνωρίζει καλύτερα τον άντρα σου απ’ όλους. Από πολύ παλιά.»

Το βλέμμα τους κλείδωσε. Κι ανάμεσά τους πέρασε εκείνο το ρεύμα. Όχι σαν ηλεκτρισμός. Αλλά σαν θερμότητα. Πιο χαμηλή. Πιο βαθιά. Πιο επικίνδυνη.

Η Αλεξάνδρα χαμήλωσε τη φωνή της, κάνοντας την κάθε ερώτηση να μοιάζει με μυστική συμφωνία — μια πρόσκληση για περισσότερη αποκάλυψη.

«Όταν τον βλέπεις… γυμνό; Πώς είναι;»

Η Ισαβέλλα χαμήλωσε το βλέμμα, σχεδόν ντροπαλά, αλλά δεν απέφυγε την απάντηση.

«Επιβλητικός. Δεν βλέπεις τίποτα άλλο. Είναι… βαρύς, χοντρός. Πληθωρικός.»

Η Αλεξάνδρα ένευσε αργά, σχεδόν υποβλητικά.

«Φλέβες;»

«Παντού. Σαν να κυλάει κάτι… ζωντανό μέσα του. Τον νιώθεις πριν καν σε αγγίξει.»

«Και όταν σε παίρνει;»

Η Ισαβέλλα άφησε έναν σχεδόν ανεπαίσθητο αναστεναγμό. Έγλειψε τα χείλη της, μηχανικά.

«Χάνω κάθε αίσθηση. Χρόνου. Χώρου. Είναι σαν… να παραδίνομαι σε κάτι που δεν μπορώ να ελέγξω.»

Η Αλεξάνδρα την κοίταξε πιο έντονα τώρα.

«Και η γεύση του;»

Η Ισαβέλλα κοκκίνισε, αλλά χαμογέλασε.

«Αγριάδα. Αλμύρα. Ιδρώτας και κάτι πιο… βαθύ. Ανδρικό. Μεθάει.»

«Εκκρίνει πολύ;»

«Τόσο που με λερώνει. Μέχρι τα μπούτια. Κι εγώ… δεν σταματάω. Τον θέλω έτσι.»

Μια σιωπή έπεσε ξανά ανάμεσά τους. Η Ισαβέλλα φαινόταν να έχει αφεθεί πια τελείως, το σώμα της χαλαρό, τα μάτια της μισόκλειστα, σαν να είχε περιγράψει όχι ανάμνηση, αλλά όνειρο.

Η Αλεξάνδρα άφησε μια μικρή παύση και μετά ρώτησε ήρεμα:

«Ο Λέων; Συγκρίνεται;»

Η Ισαβέλλα ανασήκωσε τους ώμους της, σχεδόν αδιάφορα.

«Όχι. Ούτε στο σώμα, ούτε στο βλέμμα. Δεν υπάρχει σύγκριση.»

Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε.

«Προφανώς και  δεν υπάρχει σύγκριση … αλλά… τι σε κάνει να πιστεύεις πως δεν θα… καυλώσει μαζί σου, αν το μοιραστείτε; Αν θαυμάσετε μαζί τον άντρα που σε γεμίζει;»

Η Ισαβέλλα έμεινε για λίγο ακίνητη. Κάτι μέσα της πάγωσε — όχι από φόβο, αλλά από την επίγνωση της τόλμης. Ύστερα ψέλλισε:

«Δεν ξέρω… Δεν ξέρω πώς θα το πάρει. Δεν μπορώ να φανταστώ τον Λέων σε κάτι τέτοιο. Δεν θέλω να τον χάσω.»

Η Αλεξάνδρα δεν την άφησε να χαθεί στην αμφιβολία.

«Δεν θα είσαι μόνη. Θα είμαι δίπλα σου. Και πίστεψέ με… δεν θα σε εκπλήξει μόνο εκείνος. Θα εκπλαγείς και με τον ίδιο σου τον εαυτό.»

Έγειρε λίγο πιο κοντά, με το βλέμμα πιο έντονο τώρα.

«Γιατί, Ισαβέλλα… σε τέτοιες οικογένειες, όπως η δική μας, αυτό… δεν είναι απλώς επιθυμία. Είναι κληρονομιά. Μια παράδοση που δεν λέγεται φωναχτά, αλλά μεταφέρεται. Από μητέρες σε νύφες. Από πατέρες σε γιους. Ένα είδος… μυστικής αποδοχής του τι σημαίνει επιθυμία. Και τι σημαίνει αγάπη όταν δεν φοβάται να γίνει αλήθεια.»

Η Ισαβέλλα δεν απάντησε. Αλλά στο βλέμμα της… υπήρχε κάτι καινούργιο. Σαν κάποιος να της έδωσε κλειδί για πόρτα που φοβόταν να ανοίξει — κι αυτή, τώρα, κρατούσε το χέρι στο πόμολο.


Κεφάλαιο Δεύτερον –  Η Σιωπηλή Τελετή του Τσαγιού

Οι μέρες που ακολούθησαν εκείνο το απόγευμα ήταν ήσυχες, αλλά καμία τους δεν τις έζησε απαρατήρητα. Κάθε ανάμνηση, κάθε βλέμμα, κάθε φράση που ειπώθηκε — και κυρίως, εκείνα που δεν ειπώθηκαν — είχαν καταγραφεί στη σάρκα και στο νου τους. Ένα δέσιμο είχε γεννηθεί· όχι της τυπικής συμπάθειας, ούτε καν της φιλίας. Ήταν κάτι άλλο, πιο σπάνιο: συνωμοτική τρυφερότητα.

Η Αλεξάνδρα κάλεσε την Ισαβέλλα ξανά, λίγες ημέρες αργότερα. Δεν ήταν τυχαία συνάντηση. Η πρόσκληση ήταν απλή, κομψή, όπως πάντα — «Να περάσεις ένα απόγευμα μαζί μου, μονάχα οι δυο μας, για τσάι. Να… τα πούμε.»

Η Ισαβέλλα αποδέχτηκε αμέσως. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Η εμπιστοσύνη ήταν πλέον δεδομένη. Αν υπήρχε ποτέ πρόθεση χειραγώγησης ή κακίας, η Αλεξάνδρα θα είχε ήδη ενεργήσει. Είχε στα χέρια της όλα όσα θα μπορούσαν να καταστρέψουν τον γάμο, τη φήμη, τη ζωή της Ισαβέλλας. Κι όμως… όχι μόνο δεν τα είχε αγγίξει. Είχε σταθεί σαν προστάτης. Σαν οδηγός.

Το μπαλκόνι της Αλεξάνδρας, ντυμένο με τις λευκές κουρτίνες που κινούνταν στο ελαφρύ αεράκι, τους υποδέχτηκε σαν σκηνή θεάτρου. Τα πορσελάνινα φλιτζάνια, τα λουλούδια, το μικρό τραπεζάκι στη σκιά. Η Ισαβέλλα έκατσε απέναντί της. Δεν αντάλλαξαν περιττές κουβέντες. Υπήρχε πια ανάμεσά τους ένας ρυθμός, μια σιωπηλή συμφωνία, μια εμπιστοσύνη που δεν χρειαζόταν λόγια.

Η Αλεξάνδρα άπλωσε το χέρι της και γέμισε τα φλιτζάνια με το μαλακό, αρωματικό τσάι. Τα δάχτυλά της ήταν σταθερά, το άρωμα λεβάντας και φλούδας πορτοκαλιού απλώθηκε στον αέρα.

Η Ισαβέλλα χαμογέλασε ήσυχα. Στο βλέμμα της υπήρχε τρυφερότητα — αλλά και εκείνη η μικρή σπίθα, από εκείνες που δεν σβήνουν εύκολα.

Η Αλεξάνδρα άφησε το φλιτζάνι της στο πιατάκι με έναν ήχο μαλακό, σχεδόν τελετουργικό. Το βλέμμα της δεν είχε φύγει στιγμή από το πρόσωπο της Ισαβέλλας.

«Έμεινα να σκέφτομαι… από την τελευταία μας κουβέντα,» είπε αργά. «Εκείνον. Τον Αδριανό. Το σώμα του. Τον όγκο του.»

Η Ισαβέλλα αναστέναξε σιγανά. Δεν υπήρχε λόγος να προσποιηθεί. Το όνομά του είχε ήδη χαράξει άλλον παλμό μέσα της.

«Τον σκέφτομαι συνέχεια,» παραδέχτηκε. «Και το σώμα του… με στοιχειώνει.»

Η Αλεξάνδρα έγειρε προς τα μπρος, με εκείνο το μισό χαμόγελο που έκρυβε περισσότερα απ’ όσα φανέρωνε.

«Και τον Λέοντα; Τον σκέφτεσαι… έτσι; Όταν τον βλέπεις γυμνό, νιώθεις το ίδιο ρίγος;»

Η Ισαβέλλα γύρισε το βλέμμα αλλού. Δεν απάντησε αμέσως.

«Όχι,» είπε τελικά. «Δεν είναι το ίδιο. Δεν καυλώνω με το σώμα του.»

Η Αλεξάνδρα δεν φάνηκε έκπληκτη. Αντίθετα. Έγειρε λίγο ακόμη, κάνοντας τη φωνή της πιο εσωτερική.

«Αν, όμως… τον έβλεπες πλάι στον Αδριανό; Αν το μικρό του σώμα, το… διακριτικό του πουλί, βρισκόταν δίπλα στο άλλο, το μεγάλο, το φουσκωμένο, το γεμάτο φλέβες και δύναμη; Δεν θα το ένιωθες διαφορετικά; Δεν θα τον έβλεπες… αλλιώς;»

Η Ισαβέλλα σάστισε. Ξαφνιάστηκε όχι από την ερώτηση — αλλά από τον κόσμο που άνοιγε μπροστά της εκείνη η εικόνα.

Η Αλεξάνδρα συνέχισε, με φωνή σχεδόν καθηγητική, σαν να εξηγούσε μια φιλοσοφική θέση.

«Σκέψου το… το μικρό του πουλί να καυλώνει βλέποντάς σε να γαμιέσαι από τον άλλον. Να τρέμει απ’ την έξαψη. Να σε λατρεύει επειδή συγκρίνεται. Επειδή ξέρει τη διαφορά. Και την θέλει

Η Ισαβέλλα ένιωσε τα μάγουλά της να θερμαίνονται. Το στομάχι της συσπάστηκε. Μια νέα σπίθα είχε ανάψει κάπου μέσα της.

«Δεν… το είχα σκεφτεί έτσι. Είναι… περίεργο. Αλλά…»

«Αλλά σε διεγείρει. Το βλέπω στο βλέμμα σου.»

Η Ισαβέλλα έγνεψε. Αργά. Ειλικρινά.

«Ναι. Είναι σαν… σαν να τον βλέπω αλλιώς. Όχι αδύναμο. Αλλά… τρυφερό. Πιστός. Σαν κουτάβι που περιμένει να μυρίσει το άρωμά σου πάνω στον άλλον.»

Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε. Το φως του απογεύματος έκανε τα μαλλιά της να λάμπουν. Έπιασε ξανά το φλιτζάνι της.

«Τώρα αρχίζεις να βλέπεις καθαρά, Ισαβέλλα. Όχι με τα μάτια του καθήκοντος. Αλλά με τα μάτια της ηδονής

Η Ισαβέλλα χαμογέλασε. Ντροπαλά. Μα δεν αρνήθηκε τίποτα.

Η Αλεξάνδρα αναστέναξε ήρεμα, χαϊδεύοντας την πορσελάνη του φλιτζανιού της με τα δάχτυλά της.

«Δεν είναι απλώς μια πράξη, Ισαβέλλα. Είναι τελετουργία. Κάθε μας κίνηση, κάθε στάση, κάθε φράση που ειπώνεται ή που δεν λέγεται καν — σηματοδοτεί κάτι βαθύτερο. Είναι μήνυμα. Είναι απόφαση.»

Η Ισαβέλλα την κοίταξε με προσήλωση. Η Αλεξάνδρα μίλησε με φωνή αργή, ζυγισμένη, σχεδόν σαν σε λειτουργία.

«Όταν μια γυναίκα, την ώρα που ο εραστής της την γεμίζει, σκύβει στον άντρα της… και του φτύνει τα αρχίδια… και ύστερα τα σφίγγει — αυτό δεν είναι χυδαιότητα. Είναι δήλωση. Είναι επιλογή. Είναι σαν να λέει σου στερώ τον σπόρο. Προτιμώ τον άλλον. Τον ισχυρό. Είναι μια αποτροπή — ένα σεξουαλικό ανάθεμα.»

Η Ισαβέλλα ανασήκωσε το φρύδι. Κάτι μέσα της φούντωσε, άλλο τόσο όμως… ξαφνιάστηκε.

«Μα… εσύ δεν ήθελες εγγόνι;» ρώτησε, με φωνή γλυκιά, σχεδόν πειραγμένη.

Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε. Όχι με ειρωνεία. Με κάτι βαθύτερο. Έγειρε μπροστά και της ψιθύρισε:

«Μη σε απασχολεί αυτό. Ό,τι κι αν βγει από μέσα σου… εγγόνι μου θα είναι.»

Η Ισαβέλλα έμεινε ακίνητη για λίγο. Ένα κύμα ενοχής, ερεθισμού και εξουσίας την πλημμύρισε — και δεν ξεχώριζε πια τι την τρομάζει και τι την εξιτάρει.

«Κι ο Λέων; Αν ποτέ καταλάβει… δεν θα αντιδράσει; Δεν θα σπάσει;»

Η Αλεξάνδρα ήπιε μια μικρή γουλιά τσαγιού και κοίταξε την Ισαβέλλα απευθείας.

«Μα αγαπημένη μου… ο Λέων ήδη ετοιμάζεται. Το έχω συζητήσει με τον πατέρα του. Ήταν καιρός. Ώρα να ωριμάσει κι αυτός. Να μπει στο κλαμπ. Να καταλάβει ποια είναι η θέση της γυναίκας — και ποια η θέση του άντρα, όταν δεν είναι αυτός που οδηγεί.»

Η Ισαβέλλα δεν μίλησε.

Η Αλεξάνδρα συνέχισε, τώρα πιο συγκεκριμένα.

«Ο τρόπος για να γίνει αυτό… είναι να μπεις εσύ στην εταιρεία. Όχι διακριτικά. Αλλά πάνω του. Να χρειάζεται την έγκρισή σου. Να ζητά τη γνώμη σου για αποφάσεις. Να γίνει εξαρτημένος. Από σένα. Οικονομικά, επαγγελματικά, διοικητικά. Είναι ένα είδος υποσυνείδητου προγραμματισμού. Ώστε όταν έρθει εκείνη η ώρα… δεν θα έχει επιλογή. Δεν θα μπορέσει να αρνηθεί.»

Η Ισαβέλλα άγγιξε αργά το φλιτζάνι της. Το βλέμμα της δεν είχε πια αθωότητα. Είχε ευθύνη. Και… κάτι παραπάνω.

Λίγες μέρες αργότερα, η ατμόσφαιρα στην εταιρεία είχε ήδη αρχίσει να αλλάζει — όχι από φωνές, ούτε από επίσημες ανακοινώσεις. Μα από μικρές λεπτομέρειες: τον τρόπο που άνοιγαν οι πόρτες, τις ματιές που αντάλλασσαν οι υπάλληλοι, τη νέα παρουσία της Ισαβέλλας στους διαδρόμους, και την έντονη απουσία αμφισβήτησης.

Εκείνο το πρωινό, το φως από τα παράθυρα του γραφείου έπεφτε λοξά πάνω στο μεγάλο ξύλινο τραπέζι, φωτίζοντας το σκούρο του βερνίκι και το μοντέρνο γυαλί πίσω του. Ήταν ένα από εκείνα τα δωμάτια που είχαν κατασκευαστεί για να δίνουν αίσθηση σοβαρότητας — και εξουσίας.

Ο Λέων μπήκε στον χώρο με αυτοπεποίθηση. Φορούσε το κοστούμι του, το οποίο του πήγαινε, αλλά δεν έκρυβε τη δυσφορία του όταν αντίκρισε την εικόνα. Στο γραφείο, όχι στη θέση του, αλλά στη δική του θέση, καθόταν η Ισαβέλλα. Δίπλα της, λίγο πιο πίσω, με σταυρωμένα τα πόδια και βλέμμα ατάραχο, η μητέρα του.

«Καλημέρα,» είπε η Αλεξάνδρα με φωνή που ακουγόταν γλυκιά, μα είχε μια νότα αυθεντίας που δεν σήκωνε ερμηνείες.

«Καλημέρα,» απάντησε ο Λέων, ελαφρώς διστακτικά. Το βλέμμα του στάθηκε στο κενό κάθισμα του επισκέπτη.

«Κάθισε, αγόρι μου,» του είπε η Αλεξάνδρα, δείχνοντας το κάθισμα με έναν ήρεμο αλλά απόλυτο τόνο. «Είναι μια σημαντική στιγμή για όλους μας.»

Ο Λέων κάθισε.

Η Ισαβέλλα δεν είπε τίποτα αρχικά. Το σώμα της ήταν ευθυτενές, ήρεμο, αλλά στο βλέμμα της υπήρχε κάτι πιο νέο. Μια φλόγα που δεν είχε φανεί ως τώρα στον γάμο τους — και τώρα… καθόταν απέναντί του.

Η Αλεξάνδρα ξεκίνησε. «Το οικογενειακό διοικητικό συμβούλιο — δηλαδή, ο πατέρας σου — αποφάσισε πως η Ισαβέλλα θα αναλάβει διευρυμένες αρμοδιότητες στην εταιρεία.»

Ο Λέων κοίταξε από τη μητέρα του στη σύζυγό του. «Ποιες αρμοδιότητες;»

«Θα βρίσκεται πάνω από σένα σε συγκεκριμένα τμήματα. Θα εγκρίνει προτάσεις, οικονομικές αποφάσεις, σχέδια ανάπτυξης. Θεωρούμε… ότι αυτή η νέα διάταξη θα σε ωφελήσει,» είπε η Αλεξάνδρα. Το χαμόγελό της δεν έφτανε στα μάτια.

Η Ισαβέλλα έσκυψε λίγο μπροστά. «Θα είμαι δίπλα σου, Λέων. Όχι απέναντί σου.»

Αλλά το δίπλα είχε άλλο βάθος πια.

Ο Λέων άνοιξε το στόμα του, αλλά δεν είπε τίποτα. Το βλέμμα του κόλλησε για λίγο στο μεγάλο μαύρο κουτί που καθόταν στο γραφείο, δεξιά από την Ισαβέλλα.

Η Αλεξάνδρα συνέχισε: «Βλέπεις, κάθε άντρας, όταν ωριμάζει, χρειάζεται καθοδήγηση. Και ο πιο έξυπνος άντρας είναι αυτός που την αποδέχεται. Με σοφία.»

Η φράση είχε διπλό νόημα. Ήταν επαγγελματική — και κάτι πολύ παραπάνω.

Η Ισαβέλλα συνέχισε στο ίδιο τέμπο: «Το να ζητάς επιβεβαίωση δεν είναι αδυναμία. Είναι δείγμα συνεργασίας. Όταν δυο άνθρωποι συνεργάζονται σωστά… το αποτέλεσμα είναι πάντοτε πιο πλούσιο.»

Η Αλεξάνδρα γέλασε χαμηλόφωνα. «Ακριβώς. Πιο… πληθωρικό

Ο Λέων γύρισε προς το κουτί. «Τι είναι αυτό;»

Η Αλεξάνδρα σηκώθηκε. Πλησίασε, αργά. Το μαύρο κουτί είχε μείνει εκεί καθ’ όλη τη διάρκεια της κουβέντας, σαν σκιά — και τώρα, αποκτούσε ρόλο. Το άγγιξε με τα δάχτυλά της, χωρίς να το ανοίξει.

«Αυτό… είναι μια ευλογία. Ένα σημάδι του νέου μας συνδυασμού. Δεν είναι για τώρα. Θα το ανοίξεις… όταν είσαι έτοιμος.»

Το βλέμμα της έπεσε πάνω του. Έκλεισε το μάτι.

«Σου εμπιστεύομαι τη γυναίκα σου. Να την ακούς. Να την τιμάς. Και να θυμάσαι… κάθε σωστός άντρας ξέρει ποια γυναίκα τον οδηγεί — και ποιος άντρας… ακολουθεί

Έσκυψε, φίλησε την Ισαβέλλα στο μάγουλο, και έφυγε με βήμα ήρεμο, σχεδόν τελετουργικό.

Ο Λέων έμεινε να κοιτάζει τη γυναίκα του, που τώρα έπαιζε αργά με το καπάκι του στυλό της. Και το μαύρο κουτί… εξακολουθούσε να κάθεται εκεί.

Ο Λέων είχε μείνει σιωπηλός για αρκετή ώρα, κοιτάζοντας πότε το πρόσωπο της Ισαβέλλας, πότε το μυστηριώδες μαύρο κουτί που είχε αφήσει η μητέρα του πάνω στο γραφείο. Η αίθουσα ήταν αθόρυβη — μόνο ο χαμηλός βόμβος από τα φώτα LED ακουγόταν ελαφρά, σαν υπόγειος παλμός. Ώσπου η Ισαβέλλα σηκώθηκε.

Πέρασε αργά πίσω από το γραφείο, πλησίασε τον Λέων και του ψιθύρισε:

«Θες να δεις τι έχει μέσα;»

Ο Λέων κοίταξε σαστισμένος.

«Η μητέρα μου το έφερε…?»

Η Ισαβέλλα έγειρε προς το αυτί του, σχεδόν ακουμπώντας τα χείλη της στο δέρμα του.

«Οχι. Δεν ξέρει τι έχει μέσα. Ήταν… ιδέα μου. Ένα εργαλείο, ας πούμε. Για να… χαράξουμε τη νέα πορεία μας. Και — γιατί όχι — για να φέρουμε μια μικρή ανατροπή και στον γάμο μας. Μια βελτίωση.»

Η φωνή της είχε γίνει βελούδινη, απαλή, αλλά κάθε λέξη της ήταν γειωμένη, μετρημένη.

«Θες να το ανοίξεις μαζί μου;»

Χωρίς να περιμένει απάντηση, άνοιξε το κουτί.

Μέσα, σε βελούδινη επένδυση, καθόταν ένα κομψό, μαύρο μεταλλικό butt plug. Η βάση του ήταν στρογγυλή, διακοσμημένη με ένα βαθύ κόκκινο πετράδι.

Ο Λέων πάγωσε.

Η Ισαβέλλα τον αγκάλιασε από πίσω. Τα χέρια της τύλιξαν το στήθος του και τα χείλη της άγγιξαν τον λαιμό του.

«Είναι όμορφο, έτσι δεν είναι; Κομψό. Διακριτικό. Μοντέρνο. Κάτι σαν… δήλωση.»

Ο Λέων δεν απάντησε. Ένιωθε την αναπνοή της καυτή στο αυτί του, τον σφυγμό του να ανεβαίνει.

Η Ισαβέλλα πήγε ήσυχα και έκλεισε τις περσίδες.

Μετά, χωρίς άλλη κουβέντα, πλησίασε, γονάτισε μπροστά του. Ξεκουμπώνοντας το παντελόνι του, τον κοίταξε στα μάτια.

«Θέλω να σε αισθανθώ σήμερα… ολόκληρο

Πριν απαντήσει, είχε ήδη πάρει το πέος του στο στόμα της — αργά, με στοργική λατρεία. Το κρατούσε με τα δύο χέρια σαν κάτι ευάλωτο και πολύτιμο. Τον κοιτούσε από κάτω. Τα μάτια της μισόκλειστα, με βλέμμα σχεδόν μητρικό.

«Είσαι τόσο γλυκός… τόσο μικρός και όμορφος… το λατρεύω αυτό. Είναι σαν να σε προστατεύω μέσα μου…»

Τα δάχτυλά της πήγαν χαμηλά. Άγγιξαν τον πρωκτό του με φροντίδα, με τρυφερή εξερεύνηση. Κι όταν ένιωσε ότι ο Λέων δεν αντιδρούσε πια, πήρε το μικρό λιπαντικό που είχε φέρει από το κουτί, άλειψε το μεταλλικό βύσμα και με αργές, υπομονετικές κινήσεις, τον ετοίμασε.

Ο Λέων βογκηξε χαμηλά. Όχι από πόνο. Από ντροπή και κάτι… άλλο. Κάτι που δεν ήξερε πώς να το ονομάσει.

Η Ισαβέλλα χαμογέλασε. Τον φιλούσε απαλά στα μπούτια, γλείφοντας με επιμονή, ώσπου εισχώρησε το plug μέσα του, και το σώμα του τινάχτηκε ελαφρά.

«Είσαι υπέροχος έτσι… Μου αρέσει να σε βλέπω ανοιχτό για μένα. Πλήρης. Δικός μου.»

Τότε τον ξάπλωσε πίσω στην πολυθρόνα, και ξαναπήρε το πέος του στο στόμα της, αυτή τη φορά με ένταση, με πάθος. Τον έγλειφε βαθιά, με επιμονή — και με μια τεχνική που δεν άφηνε περιθώρια για ερωτήσεις. Φτυσίματα, ήχοι υγροί, η γλώσσα της χτυπούσε την άκρη του. Τα δάχτυλά της έσφιγγαν εναλλάξ τους όρχεις του.

«Θέλω να τον κρατήσω. Να μείνεις μέσα μου. Να σε θυμάμαι… έτσι μικρό, ελαφρύ, γεμάτο αγάπη.»

Ο Λέων έχυσε στο στόμα της. Την ένιωσε να καταπίνει. Να τον πίνει.

«Γλυκός. Απαλός. Διακριτικός. Σαν εσένα.»

Ο Λέων ανάσαινε βαριά, ακόμη ζαλισμένος από το βάθος της ηδονής, μα περισσότερο από τον ίδιο τον τρόπο που η Ισαβέλλα είχε πάρει τον έλεγχο — και του σώματός του, και του μυαλού του. Ήταν σαν να είχε τυλιχτεί με ένα λεπτό, αόρατο δίχτυ από γυναικεία δύναμη, τρυφερή αλλά ανελέητη.

Η Ισαβέλλα σηκώθηκε, τακτοποίησε τη φούστα της, και τον κοίταξε με βλέμμα που έλαμπε όχι μόνο από ικανοποίηση, αλλά και από… αποφασιστικότητα.

«Θέλω να μείνεις έτσι,» του είπε ήρεμα, σχεδόν χαμογελώντας. «Μέχρι να πάμε σπίτι. Το plug. Μην το βγάλεις.»

Ο Λέων πήγε να αντιδράσει, αλλά εκείνη τον άγγιξε στο μάγουλο.

«Αν θέλεις να συνεχίσεις να έχεις όλα αυτά που απολαμβάνεις… όλες τις απολαβές σου, επαγγελματικές και προσωπικές… τότε θα μείνεις έτσι. Να το θυμάσαι. Δεν είναι τιμωρία. Είναι χάδι.»

Το βλέμμα του χαμήλωσε. Δεν υπήρχε αντεπιχείρημα. Το σώμα του —το μυαλό του— ήδη άκουγε μόνο εκείνη.

Η Ισαβέλλα πλησίασε ακόμη πιο κοντά. Έσκυψε και του φίλησε απαλά τα χείλη. Μια γεύση ελαφριάς κτητικότητας γέμισε το φιλί της.

«Σε αγαπάω, Λέων. Πάρα πολύ. Και θέλω να είμαστε κοντά. Γι’ αυτό… σύντομα, θα ζητήσω ένα επιπλέον γραφείο. Εδώ, στον ίδιο χώρο. Να είμαστε μαζί. Όλη μέρα.»

Η φωνή της δεν ήταν διαταγή.

Ήταν δήλωση.

Κι εκείνος δεν απάντησε. Μόνο έγνεψε — και για πρώτη φορά, δεν ήξερε αν συμφωνούσε ή υποτασσόταν.


Κεφάλαιο Τρίτον – Το Μεσημεριανό της Επανεκκίνησης

Η Αλεξάνδρα δεν έστελνε ποτέ προσκλήσεις απερίσκεπτα. Οι κινήσεις της, ακόμη κι όταν φαίνονταν αυθόρμητες, είχαν την ακρίβεια παλαιού ρολογιού, ρυθμισμένου όχι από χρόνο, αλλά από σκοπό. Το πρωί εκείνο, με τον ήλιο να φιλτράρεται μέσα από τις δαντελωτές κουρτίνες του σαλονιού, έγραψε δύο γραμμές σε δύο ξεχωριστές κάρτες. Η μία πήγε στην Ισαβέλλα. Η άλλη, στον Αδριανό.

«Μεσημεριανό στην αυλή. Οικογενειακό Συμβούλιο. Φέρε τον άντρα σου – τον “Μεγάλο”.»

Δεν υπήρχε ούτε ημερομηνία ούτε εξηγήσεις. Και όμως, η απουσία λεπτομερειών δεν σήμαινε ασάφεια· σήμαινε εμπιστοσύνη. Όσοι ανήκουν σε αυτούς τους κύκλους, ξέρουν να διαβάζουν κάτω από το μετάξι.

Ο Αδριανός έφτασε πρώτος. Το βήμα του ακουγόταν γεμάτο βάρος πάνω στο μαρμάρινο πλακόστρωτο. Φορούσε λευκό λινό πουκάμισο, μισάνοιχτο, με το φως να παίζει ανάμεσα στις τριχούλες του στήθους του. Σαν να μην ανήκε πλήρως στο αστικό τοπίο· περισσότερο θύμιζε φιγούρα εξόριστου βασιλιά, φιλοξενούμενου σε ξένο θρόνο.

Η Αλεξάνδρα δεν άφησε ούτε στιγμή να χαθεί από τη σκηνοθεσία της. Όταν ο Δημήτριος πλησίασε, με τον βηματισμό του σταθερό και την πλάτη ίσια σαν παλιός δικαστής, εκείνη έγειρε ελαφρώς το σώμα της προς τον Αδριανό, χωρίς να απομακρυνθεί από τον σύζυγό της.

«Αγαπημένε μου,» είπε, με φωνή που κουβαλούσε νότες παιγνιώδους σεβασμού, «σου παρουσιάζω τον Καβαλάρη της νύφης μας.»

Η φράση έπεσε αργά, σαν σταγόνα πυκνού μελιού πάνω σε καυτό μέταλλο. Ο Δημήτριος σταμάτησε για ένα μόνο δευτερόλεπτο· όχι από αμηχανία, μα για να αξιολογήσει αν χρειαζόταν να γελάσει ή να αποδεχτεί. Επέλεξε το δεύτερο.

Η Ισαβέλλα, καθισμένη ήδη στο χαμηλό ανάκλιντρο με θέα προς την αυλή, άφησε να της ξεφύγει ένα χαμόγελο. Όχι ευρύ, όχι προκλητικό — αλλά από εκείνα τα μικρά, αδέσποτα χαμόγελα που γεννιούνται χωρίς έγκριση του νου. Ήταν χαμόγελο συμφωνίας. Ίσως και απελευθέρωσης.

Ο Δημήτριος στράφηκε προς εκείνη, με ένα βλέμμα που μόνο οι παλιοί σύζυγοι μπορούν να ανταλλάξουν, εκείνοι που έχουν ζήσει και συμφιλιωθεί με τις σιωπές τους.

«Άρα… δεν είναι πια υπόθεση. Είναι τελεσμένο. Έστω και σε μορφή πόθου.»

Η Αλεξάνδρα ανασήκωσε ελαφρώς το φρύδι. «Τελεσμένο ή προαναγγελθέν. Στην περίπτωσή μας, η διαφορά είναι τελετουργική.»

Ο Αδριανός έμεινε σιωπηλός. Δεν ήταν η στιγμή του να μιλήσει· το σώμα του ήδη εξέπεμπε αρκετά. Ο τρόπος που στεκόταν, τα χέρια του χαλαρά, αλλά έτοιμα· το βλέμμα του καρφωμένο στη γραμμή ανάμεσα στο στρίφωμα του φορέματος της Ισαβέλλας και τον γυμνό της αστράγαλο. Δεν υπήρχε τίποτα χυδαίο — μόνο διεκδίκηση. Σιωπηρή. Οριστική.

Η Αλεξάνδρα στράφηκε στον Δημήτριο.

«Τον προσκάλεσα για να τον δεις. Να τον διαβάσεις. Ήρθε η ώρα να μιλήσουμε ανοιχτά για τον ρόλο του. Ο ρόλος του σε αυτή την οικογένεια.»

Ο Δημήτριος κάθισε, έφερε το ποτήρι του κοντά στο πρόσωπό του, κι ύστερα είπε:

«Είναι εραστής. Αυτό είναι προφανές. Αλλά… είναι κι ένας άλλος τίτλος που ταιριάζει στους κύκλους μας. Ένας πιο βαθύς.»

Η Αλεξάνδρα έγνεψε. Η φωνή της έγινε σιγανή, σχεδόν ευσεβής:

«Ο Ταύρος.»

Το βλέμμα του Δημητρίου σκοτείνιασε — όχι από δυσφορία, αλλά από το βάρος της αναγνώρισης.

«Έτσι τον βλέπεις;»

«Ο Ταύρος δεν είναι μόνο σχήμα και δύναμη. Είναι εκείνος που… φέρει βαρύτητα. Που εισχωρεί σε χώρους που έχουν μείνει ανενεργοί. Και με την παρουσία του… ανοίγει κάτι που ως τότε έμενε κλειστό. Κρυφό. Ανέγγιχτο. Δεν ήρθε να γευτεί απλώς. Ήρθε για να… φέρει καρπό στη σιωπή.»

Έσκυψε ελαφρώς, το δάχτυλό της χαράσσοντας με το νύχι του την άκρη του ποτηριού.

«Ο Ταύρος υπάρχει μόνο όταν η οικογένεια συμφωνεί πως είναι καιρός. Όταν ο γιος… δεν είναι πια ο φορέας. Όταν η θηλυκή μήτρα πρέπει να ανασάνει κάτι άλλο. Και τότε, το σώμα της γυναίκας… δίνεται, όχι σαν απιστία. Αλλά σαν ανανέωση. Σαν προσφορά.»

Η σιωπή που έπεσε ήταν ολόχρυση. Ο Δημήτριος δεν είπε τίποτα. Γύρισε το κεφάλι του προς την Ισαβέλλα.

Εκείνη, γονατισμένη τώρα μπροστά στο τραπέζι, τακτοποιούσε μια χαρτοπετσέτα. Ή έτσι φαινόταν. Η μέση της είχε μια μικρή καμπύλη, τα μαλλιά της έπεφταν απαλά στον ώμο. Ήταν εικόνα υποταγής και δύναμης ταυτόχρονα. Κάτι μέσα της είχε αρχίσει να ζυμώνεται.

Η Αλεξάνδρα πλησίασε τον Δημήτριο και του ψιθύρισε, σχεδόν ανεπαίσθητα:

«Ταιριάζουν, ερωτικά. Αυτό είναι σαφές. Το ερώτημα είναι: πού θα σταθεί ο Λέων;»

Ο Δημήτριος έγειρε το κεφάλι πίσω, ατενίζοντας τα κλαδιά του μεγάλου πεύκου που σκέπαζε την αυλή.

«Ίσως… ανάμεσά τους. Ίσως κάτω απ’ αυτούς. Ποτέ όμως… εκτός.»

Η φωνή του Δημητρίου ήταν ήρεμη, αλλά πίσω από τις λέξεις έκαιγε μια παλαιά φωτιά. Όχι η φωτιά του πάθους, αλλά εκείνη του νόμου — του άγραφου, που κληροδοτείται σαν αίμα.

«Γιατί αν είναι να υπάρξει Ταύρος, πρέπει πρώτα να υπάρξει παριστάμμενος Λεων. Που βλέπει. Που υπομένει. Που μεταμορφώνεται.»

Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν διακοπή. Ήταν τελετουργική παύση — σαν όταν ανοίγεις μια παλιά κασετίνα, και πριν δεις το περιεχόμενο, αφήνεις το άρωμά της να γεμίσει τον αέρα. Όλοι ήξεραν, ενδόμυχα, ότι το πιο κρίσιμο κομμάτι αυτής της συνάντησης… μόλις είχε υπονοηθεί.

Και το βλέμμα της Αλεξάνδρας, που μέχρι τότε ήταν μισόκλειστο σαν γάτας στη μεσημβρινή ραστώνη, άνοιξε τώρα πλήρως.

«Ακριβώς. Αν είναι να συνεχιστεί αυτή η γραμμή… πρέπει να έχει δει. Να έχει αισθανθεί. Να έχει… υπομείνει. Γιατί μόνο τότε γίνεται μέρος της.»

Η Ισαβέλλα δεν μίλησε. Αλλά ο τρόπος που έσφιξε τα χέρια της στο γόνατο, μαρτυρούσε πως, βαθιά μέσα της, είχε ήδη καταλάβει τι ζητούσε από εκείνον — και τι θα προσέφερε με τη σάρκα της.

Ο Αδριανός έμεινε ακίνητος. Το σαγόνι του σφιγμένο. Δεν υπήρχε ίχνος αμφιβολίας στο βλέμμα του. Ήταν έτοιμος — για τον ρόλο του, αλλά και για την τελετουργική είσοδο του άλλου. Του Γιου. Του αμφίβολου. Του μεταμορφωμένου.

Ο Δημήτριος ακούμπησε το ποτήρι του στο τραπέζι, με έναν ήχο μαλακό, αλλά απόλυτο. Έγειρε ελαφρώς πίσω, τα δάχτυλά του πλεγμένα μπροστά στο στήθος του — σαν να επρόκειτο να αρχίσει όχι συζήτηση, αλλά διάλεξη. Και όμως, η φωνή του δεν ήταν ούτε σκληρή ούτε αφηρημένη. Ήταν η φωνή κάποιου που μιλάει για κάτι παλαιό· όχι ξεπερασμένο — αλλά βαθιά ενσωματωμένο.

«Στην παράδοσή μας,» ξεκίνησε, «οι ρόλοι δεν είναι σταθεροί με την έννοια που τους κατανοεί ο κόσμος του δρόμου. Δεν υπάρχει ένας σωστός τρόπος για να είναι κανείς άντρας. Υπάρχουν τόσοι τρόποι, όσοι και τα σώματα. Όσες και οι φωνές που σιωπούν στο τραπέζι πριν ακουστούν στο κρεβάτι.»

Το βλέμμα του ταξίδεψε για λίγο προς το βάθος της αυλής, κι ύστερα επέστρεψε.

«Υπάρχουν εκείνοι που είναι γεννημένοι να ηγούνται, να εισβάλλουν, να ορίζουν τη ροή του ρυθμού. Άλλοι, που ανθίζουν μόνο όταν δοθούν. Όταν γίνουν πεδίο, όχι όπλο. Και ύστερα… υπάρχουν κι αυτοί που δεν ξέρουν ακόμη. Που δοκιμάζουν μέσα από σφάλματα. Ο Λέων… είναι ένας τέτοιος. Όχι λιγότερος. Αλλά λερωμένος. Όχι στο σώμα — στο πνεύμα.»

Η Ισαβέλλα ανασήκωσε το βλέμμα της· όχι αμυντικά, αλλά με απορία. Ο Δημήτριος την κοίταξε για μια στιγμή πριν συνεχίσει:

«Η εμπλοκή του με κατώτερα στρώματα, με γυναίκες χωρίς βάθος, χωρίς αντίσταση, χωρίς τελετουργία… τον μόλυνε. Όχι γιατί τον υποβάθμισαν εκείνες. Αλλά γιατί εκείνος… δεν ήξερε να ζητήσει. Να διαπραγματευτεί. Να υποταχθεί όταν έπρεπε, και να διεκδικήσει όταν του επιτρεπόταν.»

Η Αλεξάνδρα έγειρε προς τα μπρος, χαϊδεύοντας το χείλος του ποτηριού της.

«Αν τα καταφέρουμε, αυτός ο σχηματισμός —εσύ, Ισαβέλλα, με τον Αδριανό, κι εκείνος… με την αλήθεια του γυμνή μπροστά σας— θα λειτουργήσει σαν κάθαρση. Σαν επανένταξη. Όχι στον γάμο, αλλά στο αίμα. Στην παράδοση.»

Η Αλεξάνδρα χάιδεψε το χείλος του ποτηριού της, με τον ήχο να αντηχεί σχεδόν σαν σήμα.

«Κι αν αυτό επιτευχθεί… τότε η κοινότητα θα τους δεχτεί. Όλους τους. Την Ισαβέλλα, τον Αδριανό — και, κυρίως, τον Λέων. Ως πλήρη μέλη. Όχι πια ως περιφερειακούς, όχι ως επιφυλακτικούς παρατηρητές. Αλλά ως σώματα και συνειδήσεις έτοιμες για τις ανταλλαγές που απαιτεί η παράδοση.»

Σήκωσε το βλέμμα της προς τον Δημήτριο και του έγνεψε ανεπαίσθητα.

« Ο Λέων είναι αυτός που ξέμεινε απέξω. Αν τον επαναφέρουμε, θα τους δεχτούν όλους. Και τότε… όλα αλλάζουν.»

Η παύση που ακολούθησε δεν ήταν σιωπή.

Ήταν ο ήχος μιας παλιάς υπόσχεσης που ζητούσε, επιτέλους, να εκπληρωθεί.

Το κρασί είχε πια τελειώσει, και τα πιάτα είχαν καθαριστεί, αφήνοντας πίσω μόνο τη διακριτική ευωδιά ακριβού ξυδιού και αρωματικών βοτάνων. Ο Δημήτριος σήκωσε το χέρι του αργά και κάλεσε την υπηρέτρια. Η φωνή του δεν είχε ένταση — μόνο βεβαιότητα.

«Ευχαριστούμε για την εξυπηρέτηση. Από εδώ και πέρα… η οικογένεια θα μείνει μόνη.»

Το προσωπικό αποσύρθηκε με την ησυχία που μόνο η παλιά πειθαρχία διδάσκει. Οι πόρτες έκλεισαν πίσω τους, αφήνοντας τον αέρα να πυκνώσει. Κάτι είχε μείνει εκεί, να αιωρείται. Κάτι ανομολόγητο — ακόμη.

Η Αλεξάνδρα σηκώθηκε αργά από τη θέση της και πλησίασε την Ισαβέλλα. Η στάση της δεν ήταν αυστηρή, μα ούτε μητρική. Ήταν κάτι άλλο — ένα είδος τελετουργικής καθοδήγησης. Όπως κάποιος που ετοιμάζει ένα νεαρό μέλος για την πρώτη του επίσημη παρουσίαση.

«Αγάπη μου,» είπε απαλά, «δεν χρειάζεται να νιώθεις δισταγμό. Αυτός ο χώρος… είναι ιερός, αλλά δεν είναι κρύος. Είναι δικός μας. Κι εδώ, κάθε σου πράξη είναι αποδεκτή — όταν έχει σκοπό.»

Η Ισαβέλλα χαμήλωσε το βλέμμα. Η αναπνοή της είχε γίνει πιο ρηχή. Δεν ήταν ντροπή — ήταν ο ηλεκτρισμός του πρώτου βήματος.

Η Αλεξάνδρα της πήρε το χέρι και το έσφιξε ήπια. Το βλέμμα της είχε την ηρεμία εκείνης που γνωρίζει την αλληλουχία των σταδίων.

«Δείξε μας τι αγαπάς σ’ αυτόν. Δείξε μας γιατί τον διάλεξες. Δείξε μας… πώς σου ανήκει.»

Και με ένα ανεπαίσθητο νεύμα προς τον Αδριανό, την οδήγησε μπροστά του. Η Ισαβέλλα στάθηκε για ένα δευτερόλεπτο, μετά λύγισε τα γόνατά της, και γονάτισε. Όχι με σπουδή — αλλά με χάρη. Το κεφάλι της χαμήλωσε, τα δάχτυλά της έλυσαν τα ρούχα του Αδριανού, και σε λίγο, το όργανο του αποκαλύφθηκε.

Ήταν… αδιαμφισβήτητο. Πυκνό, χοντρό, γεμάτο φλέβες και σιωπηλή υπόσχεση.

Η Αλεξάνδρα γύρισε και κάθισε ήρεμα στην αγκαλιά του Δημητρίου, που άνοιξε τα χέρια του σαν να την περίμενε πάντα εκεί.

Η Ισαβέλλα σήκωσε το βλέμμα της, κρατώντας το πέος του Αδριανού στα χέρια της σαν ιερό αντικείμενο.

«Δείτε τον…» ψιθύρισε. «Δεν είναι σαν του Λέων. Αυτός εδώ… είναι όπλο. Σώμα. Σκοπός. Είναι σαν να γεννήθηκε για να γεμίζει, όχι να κρύβεται.»

Η Αλεξάνδρα άφησε ένα ήρεμο γελάκι, γέρνοντας το κεφάλι της πίσω στον ώμο του Δημητρίου.

«Ναι… Είναι θηρίο. Σε αντίθεση με το γλυκό πουλάκι του Λέων… που θέλει μόνο χάδι. Να φωλιάσει, όχι να κατακτήσει.»

Κι ενώ μιλούσε, το χέρι της είχε ήδη γλιστρήσει ανάμεσα στους μηρούς του Δημητρίου. Έπιασε το όργανό του με γνώριμο ρυθμό — όχι για να προκαλέσει, αλλά για να δηλώσει πως το βλέπει, το αναγνωρίζει, το τιμά.

Ο Δημήτριος δεν μίλησε. Μόνο χαμήλωσε το βλέμμα του στην Ισαβέλλα που γονάτιζε μπροστά στον Ταύρο της.

Η τελετή είχε μόλις ξεκινήσει.

Η Ισαβέλλα είχε ακουμπήσει το πρόσωπό της επάνω στο στήθος του Αδριανού, με το χέρι της ακόμη τυλιγμένο γύρω από το ογκώδες μέλος του. Η ανάσα της έβγαινε γρήγορη, σαν να είχε ήδη τρέξει έναν δρόμο χωρίς επιστροφή. Η Αλεξάνδρα, που δεν είχε σταματήσει στιγμή να την παρατηρεί από την αγκαλιά του Δημητρίου, έγειρε λίγο μπροστά και μίλησε με φωνή σχεδόν παιχνιδιάρικη:

«Πες μας… για τη γεύση. Τη διαφορά. Την ουσία.»

Η Ισαβέλλα δεν απάντησε αμέσως. Έσκυψε — όχι με σπουδή, αλλά με προσοχή, σαν να επρόκειτο να φιλήσει ιερό αντικείμενο. Τα χείλη της αγκάλιασαν αργά το κεφάλι του πέους του Αδριανού, και για μερικά δευτερόλεπτα το κράτησε μέσα στο στόμα της χωρίς κίνηση. Μετά άρχισε να τον παίρνει πιο βαθιά — κάθε εκατοστό ένας νέος σπασμός.

«Είναι… αγριάδα. Όχι γεύση. Σαν μετάλλο που έλιωσε πάνω σε σάρκα. Πικρή αλμύρα… και κάτι ζωντανό. Δεν έχει τίποτα απ’ το γλυκό, σχεδόν εφηβικό άρωμα του Λέων. Αυτό εδώ… με καίει.»

Η Αλεξάνδρα γέλασε απαλά, χαϊδεύοντας με τα δάχτυλά της τον μηρό του Δημητρίου.

Η Ισαβέλλα έκανε μια πιο βαθιά κίνηση. Το στόμα της άνοιξε ευρύτερα· ο λαιμός της δούλεψε, οι φλέβες στο λαιμό της πάλλονταν. Ένας ήχος — όχι βογκητό, αλλά ένας βαθύς, στομαχικός ρόγχος — αναδύθηκε από μέσα της, τόσο αληθινός που έμοιαζε σχεδόν ξένος. Δάκρυα κυλούσαν ήδη απ’ τα μάτια της· όχι από συγκίνηση, αλλά από ένταση.

Η Αλεξάνδρα γύρισε ελαφρώς προς τον σύζυγό της.

«Κοίτα τη… Δες πώς προσπαθεί. Όχι για να εντυπωσιάσει. Όχι καν για να ευχαριστήσει. Το κάνει γιατί… το θέλει. Μας δείχνει ότι της ανήκει.»

Το χέρι της γλίστρησε ανάμεσα στα σκέλια του Δημητρίου, ανασύροντας το όργανό του με ιερή φροντίδα.

«Και δες τα μάτια της… Τα δάκρυα της είναι από λαχτάρα. Από εκείνη την ωραία βία της προσφοράς.»

Η Ισαβέλλα, σαν να ένιωσε τα λόγια, άρχισε να τον παίρνει με μεγαλύτερη ένταση. Ο ρυθμός της αυξήθηκε. Οι ήχοι έγιναν υγροί, ασυγκράτητοι, σχεδόν ακατάληπτοι. Ήταν σαν μια τελετουργική επίκληση — σαν να καλούσε κάτι μέσα από το βάθος της.

Η Αλεξάνδρα γύρισε προς τον Δημήτριο. Η φωνή της δεν ήταν πια απλώς υπαινικτική· ήταν δήλωση.

«Ίσως… ήρθε η ώρα να την ανοίξουμε. Μπροστά μας. Να τη δούμε ολόκληρη.»

Ο Δημήτριος έγνεψε, με το χαμόγελο εκείνο που δεν είναι ευχαρίστηση — αλλά έγκριση.

Η Αλεξάνδρα στράφηκε προς τον Αδριανό, που ήδη την κοιτούσε. Το βλέμμα του είχε βαρύνει. Ήταν έτοιμος.

«Άνοιξέ την, όπως πρέπει. Όπως μόνο ένας Ταύρος μπορεί.»

Ο Αδριανός έγειρε την Ισαβέλλα πίσω, πάνω στο τραπέζι. Εκείνη δεν πρόβαλε καμία αντίσταση — μόνο ανάσα.

Από την εσωτερική του τσέπη έβγαλε ένα κομψό, μαύρο κουτί. Το άνοιξε με μια ήσυχη, αρρενωπή κίνηση· μέσα είχε προφυλακτικά — καλοδιατηρημένα, προσεκτικά τοποθετημένα. Πήγε να πάρει ένα.

Η Αλεξάνδρα σηκώθηκε, πλησίασε και άγγιξε το χέρι του.

«Όχι εσύ. Αυτή η τιμή… ανήκει στην πεθερά.»

Πήρε το προφυλακτικό με τα λεπτά της δάχτυλα, το άνοιξε αργά, και το πέρασε με σιγουριά πάνω στο πρησμένο όργανο του Αδριανού. Το άγγιζε με γνώση, με λατρεία, μα και με απόλυτο έλεγχο. Ύστερα, έσκυψε, τον έγλειψε μια φορά πάνω από το λάστιχο, κι ύστερα, με ελαφρύ δάγκωμα στην κορυφή, το έσκισε. Το λάστιχο κατέβηκε απότομα στον κορμό του.

«Τώρα… είσαι έτοιμος.»

Το βλέμμα της στράφηκε προς την Ισαβέλλα. Την κοίταξε, και με μια αδιόρατη κίνηση του κεφαλιού της, τον οδήγησε μέσα της.

Ο Αδριανός μπήκε με μια ορμή σχεδόν θρησκευτική.

Και τότε… όλα σώπασαν.

Ο Αδριανός μπήκε μέσα της αργά, όχι σαν κυρίαρχος, αλλά σαν εξερευνητής αρχαίας αίθουσας. Το σώμα του δεν κινήθηκε αμέσως· απλώς παρέμεινε εκεί — βαθιά, βαρύς, σιωπηλός. Η Ισαβέλλα άφησε έναν ήχο πνιχτό, κάτι ανάμεσα σε ανάσα και ψίθυρο, σαν να δοκίμαζε τις εσωτερικές της αντιστάσεις. Ο Αδριανός ένιωθε τη μήτρα της να τεντώνεται γύρω του· δεν ήταν απλώς διείσδυση — ήταν μέτρηση. Αποτίμηση βάθους.

Η Αλεξάνδρα σηκώθηκε και πλησίασε. Τα βήματά της ήταν αθόρυβα πάνω στο μαρμάρινο πάτωμα. Γύρισε προς τον σύζυγό της, που είχε μείνει να παρατηρεί, γαλήνιος, σχεδόν συγκινημένος.

«Έλα, αγάπη μου… Έλα να δεις.»

Ο Δημήτριος πλησίασε. Η Αλεξάνδρα έσκυψε ελαφρώς προς την Ισαβέλλα, που σφιγγόταν κάτω από το βάρος του Αδριανού.

«Δείξε μας, γλυκιά μου. Μέχρι πού σε φτάνει ο Καβαλάρης σου;»

Η Ισαβέλλα, με πρόσωπο πρησμένο από έξαψη και κόπο, σήκωσε τρεμάμενα το χέρι της και ακούμπησε την κοιλιά της. Το δάχτυλό της έδειξε ένα σημείο λίγο κάτω από τον ομφαλό της — μια υπερβολή, μα τόσο αληθινή που σχεδόν πονούσε.

Η Αλεξάνδρα γύρισε και κοίταξε τον Δημήτριο.

«Και ο Λέων;» ρώτησε ήρεμα, σαν να διηύθυνε μουσική σκηνή.

Η Ισαβέλλα, με ένα μειδίαμα πιο κοντά στη λύπη παρά στην αλαζονεία, άγγιξε ένα σημείο πολύ… πολύ παρακάτω.

Η Αλεξάνδρα δεν χαμογέλασε. Γύρισε αργά το βλέμμα στον άντρα της, με εκείνη τη σοβαρότητα που φανερώνει αποδοχή — όχι ειρωνεία.

«Την καημένη… Εμπλέκεται με το Λέων μας. Μα… κοίτα τι μπορεί να δεχτεί. Τι της αξίζει. Πες μου… δεν αξίζει την ευλογία μας;»

Ο Αδριανός βογκηξε. Οι κινήσεις του είχαν αρχίσει να αποκτούν ένταση, και η φωνή του έσπασε με μια λέξη:

«Θέλω… να χύσω.»

Γύρισε το πρόσωπό του προς την Αλεξάνδρα, ζητώντας — με τρόπο που δεν είχε ίχνος χυδαιότητας. Ήταν ικεσία. Τελετουργική.

Η Αλεξάνδρα άπλωσε το χέρι της, του χάιδεψε τα μαλλιά και έσκυψε. Του φίλησε το μέτωπο με στοργή, σχεδόν σαν να αποχαιρετούσε τον ανδρισμό του γιού της απο τα δικαιώματα που είχε στην γυναίκα του.

«Ξέρεις πού πρέπει…»

Ο Αδριανός χαμογέλασε — όχι θριαμβευτικά, μα ευγνώμονα.

Η Ισαβέλλα τον κοίταξε με μάτια ανοιχτά από τρόμο.

«Αν… μείνω έγκυος;» ρώτησε σχεδόν ψιθυριστά.

Η Αλεξάνδρα έσκυψε δίπλα της, της χάιδεψε το μέτωπο όπως είχε κάνει πριν με τον Αδριανό.

«Αγάπη μου… είσαι η νύφη μας. Ό,τι βγει από μέσα σου… θα είναι δικό μας. Μέλος της οικογένειας. Μη σκέφτεσαι τίποτα. Μόνο… άφησέ τον.»

Ο Δημήτριος στάθηκε πλάι στη γυναίκα του. Ένα βήμα πίσω της, όπως το απαιτούσε το πρωτόκολλο εκείνων των ωρών.

Η Αλεξάνδρα γύρισε προς την Ισαβέλλα με βλέμμα γεμάτο πονηρή θέρμη.

«Κι αν θες… δείξε μας τι σου αξίζει. Σήκωσε λίγο την κοιλίτσα σου. Κάνε την… να φουσκώσει. Έστω για μια στιγμή. Να δούμε. Να φανταστούμε…»

Η Ισαβέλλα, με χαμόγελο που έκρυβε φόβο, πόθο και υπακοή, ανασήκωσε τους κοιλιακούς της, τόξωσε τη μέση της, φούσκωσε την κοιλιά της όσο μπορούσε. Και τότε…

Ο Αδριανός έβγαλε έναν ήχο βαθύ, σχεδόν άγριο. Το σώμα του τινάχτηκε. Οι κινήσεις του πάγωσαν για μια στιγμή κι ύστερα βυθίστηκαν βαθιά μέσα της. Ένα ποτάμι άφησε μέσα της. Θερμό, επίμονο, κυματιστό. Η φωνή του — εκκωφαντική. Σαν να ευχαριστούσε κάποιον ανώτερο θεό.

Η Ισαβέλλα έμεινε με τα μάτια ανοιχτά. Το πρόσωπό της έλαμπε. Όχι από φως.

Από αποδοχή.

Η Ισαβέλλα έμεινε ξαπλωμένη στο τραπέζι, ακόμη ανοιχτή, ακόμη γεμάτη. Ο Αδριανός είχε ακουμπήσει πάνω της, ακίνητος, με το σώμα του βυθισμένο ακόμη εντός της, σαν να προσπαθούσε να κρατήσει για λίγο ακόμη το θαύμα μέσα σε σάρκα.

Η Αλεξάνδρα πλησίασε ήσυχα, με τη χάρη γυναίκας που έχει δει πολλά σώματα να λυγίζουν. Γονάτισε δίπλα στην Ισαβέλλα, πέρασε απαλά το χέρι της στα μαλλιά της και της σκούπισε με τον αντίχειρα τα υγρά μάτια — όχι με λύπηση, αλλά με θαυμασμό.

Ο Δημήτριος, που στεκόταν ακόμη στο πλευρό τους, έσκυψε και, για πρώτη φορά, άγγιξε την Ισαβέλλα στο μάγουλο. Η φωνή του ήταν χαμηλή, βραχνή σχεδόν:

«Κόρη μου.»

Η λέξη έπεσε σαν σφραγίδα. Δεν υπήρξε έκπληξη. Μόνο παύση.

Η Αλεξάνδρα σηκώθηκε, βάδισε μέχρι το τραπέζι του κρασιού και γέμισε τρία ποτήρια. Πήρε το ένα, το κράτησε στο ύψος του στήθους της και επέστρεψε κοντά στην Ισαβέλλα. Χωρίς λόγια, της έδωσε το δεύτερο ποτήρι.

Η Ισαβέλλα ανασηκώθηκε, μισόγυμνη ακόμη, με το στήθος της να ανεβοκατεβαίνει. Το σώμα της έφερε πάνω του ακόμη τη σφραγίδα της πράξης — υγρά, σημάδια, μυρωδιές. Πήρε το ποτήρι με τα δύο χέρια.

Η Αλεξάνδρα την κοίταξε βαθιά. Έγειρε ελαφρώς το ποτήρι της και, με αργή, σχεδόν θεατρική κίνηση, το τσούγκρισε όχι με το δικό της ποτήρι — αλλά με την κοιλιά της Ισαβέλλας. Εκεί, στο σημείο που είχε μικρό μεταλλικό σκουλαρίκι, ένα αθώο στολίδι που άφησε έναν ξερό, μεταλλικό ήχο. Ένας ήχος μικρός, μα αλαζονικός — σαν χτύπος που διεκδικούσε να ακουστεί ως πρόκληση προς το μέλλον.

Η Ισαβέλλα χαμογέλασε. Δεν χρειάστηκε να ειπωθεί τίποτα για το ενδεχόμενο της εγκυμοσύνης. Η χειρονομία περιείχε όλα όσα θα μπορούσε να ειπωθούν — και όσα δεν θα έπρεπε ποτέ να ειπωθούν φωναχτά.

Η Αλεξάνδρα έσκυψε και τη φίλησε στο μέτωπο. Ο Δημήτριος έκανε το ίδιο.

Ήταν η αποδοχή.

Όχι μόνο της πράξης, αλλά του προσώπου. Της συμμετοχής. Της ένταξης.

Η Ισαβέλλα σήκωσε το ποτήρι της και ήπιε μια μικρή γουλιά.

Η Αλεξάνδρα γύρισε στον σύζυγό της. Το βλέμμα της είχε την ηρεμία εκείνου που έχει ολοκληρώσει κάτι παλιό — και είναι έτοιμος για κάτι νέο.

Η σιωπή είχε εγκατασταθεί σαν πέπλο μεταξιού στην αίθουσα. Οι ανάσες είχαν επιστρέψει σε φυσιολογικό ρυθμό· τα σώματα είχαν ακόμα επάνω τους το βάρος της πράξης, αλλά τα βλέμματα άρχισαν να κοιτάζουν πάλι γύρω — όχι μέσα.

Η Ισαβέλλα έγειρε προς τα πίσω, κρατώντας ακόμη το ποτήρι της. Η Αλεξάνδρα της χάιδεψε τα μαλλιά για τελευταία φορά, κι έπειτα σηκώθηκε. Κοίταξε τον Δημήτριο, μετά τον Αδριανό, και τέλος την ίδια την Ισαβέλλα, σαν να τους μέτραγε έναν έναν — όχι σε αξία, αλλά σε κάτι παραπάνω.

Και τότε, σχεδόν ψιθυριστά:

«Κάποιος… λείπει απόψε.»

Η φράση έπεσε σαν ανάσα. Δεν χρειάστηκε όνομα. Όλοι ήξεραν.

Ο Δημήτριος έγνεψε. Ο Αδριανός κατέβασε το βλέμμα. Η Ισαβέλλα, γυμνή και ακόμη ανοιχτή, είπε απλώς:

«Ναι.»

Η Αλεξάνδρα στράφηκε προς όλους.

«Ό,τι έγινε απόψε… δεν είναι πλήρες αν λείπει εκείνος. Το αγόρι μου,  πρέπει να ενσωματωθεί. Όχι για να αποδείξει κάτι· αλλά για να επιτρέψει σε όλα όσα χτίζουμε — να κρατήσουν. Η αρμονία αυτού του Οίκου… δεν θα έρθει αν κάποιος μένει απέξω.»

Η φωνή της δεν ήταν πια καθοδηγητική.

Ήταν σχεδόν μητρική. Σχεδόν προσευχή.

Και τότε, σαν να το κατάλαβαν όλοι ταυτόχρονα, τα βλέμματα άλλαξαν. Έγιναν πιο ήπια. Όχι λιγότερο ερωτικά — αλλά πιο προσεκτικά. Σαν να σχημάτιζαν γύρω από τον Λέων έναν χώρο πριν ακόμη έρθει. Έναν κύκλο προστασίας, πρόκλησης και ένταξης.

Η τελετή είχε τελειώσει.

Αλλά ο Οίκος … μόλις είχε ξεκινήσει.


Κεφάλαιον Τέταρτο — Το Επιτρεπτό Βλέμμα

Η αλλαγή δεν ήρθε ξαφνικά· αλλά όταν εδραιώθηκε, φαινόταν σαν να υπήρχε πάντα.

Ο Αδριανός είχε πλέον ενταχθεί στον κύκλο των συνεργατών της οικογενειακής επιχείρησης — όχι με τίτλο, μα με ρόλο. Ονομάστηκε, με ευγενική αοριστία, προσωπικός επιβλέπων της Ισαβέλλας, σε μια φάση διεύρυνσης των δραστηριοτήτων της. Εκείνη ανέλαβε την ευθύνη μιας νεοσύστατης υπομονάδας, κάτι μεταξύ εξωτερικής ανάπτυξης και στρατηγικών σχέσεων — ρόλος που απαιτούσε όχι μόνο δημιουργικότητα, αλλά και… παρουσία.

Ο Λέων παρέμεινε τεχνικός υπεύθυνος για τη ροή του έργου, την καταγραφή των παραδόσεων, τη διαχείριση προσωπικού. Το όνομά του εμφανιζόταν παντού· η σκιά του, όμως, ολοένα και μίκραινε.

Του ανατέθηκε, μεταξύ άλλων, και η διαχείριση του κοινού ημερολογίου της Ισαβέλλας και του Αδριανού — πράγμα που σήμαινε ότι έβλεπε καθημερινά τα ραντεβού τους, τα κοινά meetings, τις συναντήσεις με πελάτες, τις ώρες της “δημιουργικής ανταλλαγής”.

Και τις ώρες… χωρίς χαρακτηρισμό. Εκείνες τις ανεξήγητες, ταυτόχρονες παύσεις στις αναφορές τους.

Το σώμα του αντέδρασε πριν από τη σκέψη. Ένιωσε μια περίεργη καύση όταν, μια μέρα, άκουσε την Ισαβέλλα να γελά στο βάθος του διαδρόμου, με εκείνον — τον Αδριανό. Δεν ήταν το γέλιο της που τον τάραξε. Ήταν η διάρκεια. Το φως στα μάτια της.

Αλλά δεν αντέδρασε. Δεν μίλησε.

Γιατί η Αλεξάνδρα τον είχε ήδη καλέσει σε συνάντηση — μία από εκείνες τις ιδιαίτερες, όπου η γραμματέας δεν κράτησε πρακτικά.

Ήταν μεσημέρι όταν πέρασε το κατώφλι της εσωτερικής αυλής. Εκεί βρήκε την Αλεξάνδρα να τον περιμένει με καφέ, ντυμένη με το γνωστό της γκρι φόρεμα, αυτό που ήταν πάντα ανάμεσα σε επαγγελματισμό και λατρεία.

Η Ισαβέλλα ήταν επίσης εκεί. Όχι τυχαία. Ήταν ντυμένη λιτά, σοβαρά. Μα τα μάτια της πρόδιδαν κάτι άλλο. Ήρεμο. Ακόμη και χαρούμενο.

Κανείς δεν τον ενημέρωσε εκ των προτέρων για την παρουσία της.

Η Αλεξάνδρα τού έκανε νόημα να καθίσει. Και του χαμογέλασε με τον τρόπο που δεν σήμαινε ποτέ απλώς “καλημέρα”.

«Λοιπόν, Λέων… Πες μας. Πώς πάει η συνεργασία τους;»

Η φωνή της ήταν απαλή.

Αλλά κάτι μέσα του ήξερε ήδη ότι η συζήτηση που ξεκινούσε… δεν είχε καμία σχέση με logistics.

Ο Λέων κάθισε αργά, προσπαθώντας να κρατήσει το πρόσωπό του ουδέτερο. Το βλέμμα του διέσχισε πρώτα την Ισαβέλλα — γρήγορα, ανεπαίσθητα. Ύστερα ακούμπησε στην Αλεξάνδρα.

«Καλά,» είπε. «Ακριβής, δομημένη, επινοητική. Και με τον Αδριανό… επικοινωνεί σε επίπεδο υψηλό. Νομίζω… ταιριάζουν.»

Η Αλεξάνδρα έκλεισε για λίγο τα μάτια, σαν να ευχαριστούσε για την απάντηση. Ύστερα έγειρε ελαφρά μπροστά.

«Ταιριάζουν επαγγελματικά; Ή και… εν γένει;»

Ο Λέων δεν απάντησε αμέσως. Ένα μικρό χαμόγελο σχηματίστηκε στα χείλη της Ισαβέλλας, που κοίταζε τον καφέ της.

«Αν υπάρχει και “εν γένει”, δεν είναι δική μου δουλειά να το αξιολογήσω.»

«Μα… ακριβώς αυτό είναι η δουλειά σου τώρα. Να μπορείς να παρατηρείς. Να διαχειρίζεσαι δυναμικές. Να κατανοείς τι συμβαίνει πίσω απο την κουρτίνα, ακόμη και όταν δεν λέγεται. Ειδικά όταν δεν  λέγεται.»

Η Αλεξάνδρα σταύρωσε τα πόδια της και στήριξε τους αγκώνες της στο μπράτσο της καρέκλας.

«Στο κάτω-κάτω, δεν έχει σημασία τι κάνουν πίσω από τις πόρτες. Σημασία έχει…. πώς νιώθεις εσυ μ αυτό!»

Ο Λέων γέλασε, απότομα.

«Μοιάζει… παγίδα αυτή η ερώτηση.»

«Είναι. Αλλά δεν είναι εχθρική. Δεν ειναι καν αμιγώς επαγγελματική. Είναι Μητρική.»

Η σιωπή που ακολούθησε δεν ήταν απειλητική. Ήταν σαν ένας μακρύς αναστεναγμός που δεν ειπώθηκε ποτέ.

Η Ισαβέλλα μίλησε πρώτη.

«Σου αρέσει; Εννοώ…. Να με σκέφτεσαι μαζί του;»

Η φωνή της ήταν σταθερή. Όχι προκλητική. Σχεδόν τρυφερή.

Ο Λέων κοίταξε και τις δύο.

«Δεν ξέρω αν μου αρέσει.»

Η Αλεξάνδρα σηκώθηκε αργά και τον πλησίασε από πίσω. Έσκυψε ελαφρώς και του ψιθύρισε στο αυτί:

«Άρα… σ’ ερεθίζει. Έστω και λίγο. Η σκέψη. Η εικόνα.»

Ο Λέων έγλειψε τα χείλη του, σιωπηλά.

Η Αλεξάνδρα δεν περίμενε απάντηση. Χάιδεψε με δύο δάχτυλα τον λαιμό του και γύρισε ξανά στο κάθισμά της.

«Δεν είναι ντροπή, αγόρι μου. Δεν είναι αδυναμία. Είναι, αν θελεις…. ένδειξη… προόδου και ανώτερου πολιτισμού.»

Κοίταξε την Ισαβέλλα, που τον παρατηρούσε με μάτια καθαρά.

Η Αλεξάνδρα είχε μείνει σιωπηλή για λίγες στιγμές, σαν να μετρούσε τον παλμό του αέρα.

Ύστερα, με το βλέμμα της στραμμένο προς την Ισαβέλλα — αλλά με τα λόγια της προορισμένα εξ ολοκλήρου για τον Λέων — ρώτησε:

«Την έχεις προσέξει ποτέ… πώς κινείται όταν την πλησιάζει; Πώς λικνίζει τη μέση της — αργά, με εκείνο το ανεπαίσθητο κύρτωμα;»

Έγειρε προς το μέρος του, χαμηλώνοντας τη φωνή της.

«Σαν να κουνάει… μια αόρατη ουρά. Όχι για να προκαλέσει· αλλά γιατί… χαίρεται. Χαίρεται που είναι κοντά του.»

Ο Λέων αναστέναξε ανεπαίσθητα. Το βλέμμα του χαμήλωσε για λίγο. Ήταν ορατό ότι προσπαθούσε να βρει το ασφαλές έδαφος. Μια λέξη που να μην τον εκθέτει. Να μην επιβεβαιώσει τίποτα. Ούτε στον εαυτό του.

«Ίσως… το κάνει χωρίς να το σκέφτεται. Είναι… ο τρόπος της. Δεν σημαίνει απαραίτητα—»

Η Αλεξάνδρα τον διέκοψε με ένα μειδίαμα. Όχι απόρριψης. Αλλά επειδή ήξερε πού πήγαινε.

«Α, αλλά όλα τα καλά πράγματα… ξεκινούν από ό,τι γίνεται χωρίς να το σκέφτεσαι. Από εκεί αρχίζει το ένστικτο. Και το ένστικτο δεν λέει ποτέ ψέματα.»

Σταύρωσε τα χέρια της, και τον κοίταξε με εκείνη τη σταθερή, γλυκιά αυστηρότητα της γυναίκας που έχει μάθει να διαβάζει πιο πολλά απ’ όσα ακούει.

«Κι εσύ; Το ένστικτό σου… τι λέει όταν την βλέπεις με τον Αδριανό; Όταν τη βλέπεις… να τον κοιτάζει;»

Ο Λέων άνοιξε το στόμα του, αλλά καμία λέξη δεν βγήκε. Το βλέμμα του στράφηκε προς την Ισαβέλλα, και ύστερα επέστρεψε αμήχανα στο τραπέζι.

«Δεν… δεν ξέρω. Δεν είναι εύκολο να το πω. Δεν είναι απλό. Είναι… περίπλοκο.»

Η Αλεξάνδρα γέλασε ήσυχα, όπως γελά κανείς μπροστά σε ένα παιδί που προσπαθεί να παίξει με κανόνες που δεν ξέρει.

«Περίπλοκο για το μυαλό. Όχι για το σώμα.»

Σηκώθηκε και πλησίασε πίσω του ξανά, τοποθετώντας τα χέρια της στους ώμους του. Έσκυψε χαμηλά στο αυτί του.

«Όταν τους φαντάζεσαι μαζί, Λέων μου… φαντάζεσαι κι εσένα να κοιτάς. Δεν είναι έτσι;»

Ο Λέων παρέμεινε ακίνητος. Μα τα μάτια του είχαν αλλάξει. Όχι από ερώτηση — αλλά από αναγνώριση. Κάτι μέσα του είχε αρχίσει να κινείται: ένας παλιός φόβος που μεταμορφωνόταν, αργά, σε περιέργεια.

Η Ισαβέλλα τον κοιτούσε τώρα στα μάτια, με εκείνο το γλυκό, απροσδιόριστο χαμόγελο — το χαμόγελο της γυναίκας που ακούει χωρίς να έχει προσκληθεί. Σαν να του έκλεβε τη σκέψη, σαν να του αποκάλυπτε ότι γνώριζε ήδη το μυστικό που μόλις του εκμυστηρευόταν η Αλεξάνδρα. Κι όχι μόνο δεν το καταδίκαζε.

Το κρατούσε σαν κόσμημα ανάμεσα στα χείλη της.

Η Αλεξάνδρα γύρισε το πρόσωπό της προς τον ήλιο, σαν να έπαιρνε άδεια από κάτι ανώτερο. Ύστερα σηκώθηκε αργά και κατευθύνθηκε προς το εσωτερικό του οικήματος. Λίγα λεπτά μετά, επέστρεψε κρατώντας ένα μικρό δερμάτινο τετράδιο και μια πένα με μαύρο μελάνι.

Το ακούμπησε μπροστά του. Ο ήχος του χαρτιού πάνω στο ξύλο ακούστηκε σαν ήχος σφραγίδας.

«Γράψε μας, λοιπόν, Λέων.»

Ο Λέων άγγιξε το τετράδιο με δισταγμό. Δεν το άνοιξε. Κοίταξε την πένα σαν να του είχε ζητηθεί να διαλύσει το ίδιο του το πρόσωπο με αυτή.

Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε ήσυχα.

«Μην το σκέφτεσαι σαν εξομολόγηση. Είσαι ο σύζυγός της. Κανείς δεν ξέρει καλύτερα πώς είναι όταν δίνεται. Εσύ μπορείς να περιγράψεις… το βάθος της εμπειρίας.»

Η Ισαβέλλα πλησίασε και κάθισε ακριβώς απέναντί του, με τα γόνατά της να αγγίζουν τα δικά του κάτω από το τραπέζι.

«Γράψε για μένα,» του είπε γλυκά. « Όπως θα με κοιτούσες… αν ήσουν ελεύθερος να απολαύσεις.»

Ο Λέων έσκυψε το κεφάλι του. Τα δάχτυλά του έπαιζαν με την άκρη του τετραδίου. Η πένα έμεινε ακίνητη, σαν δόρυ προτού καρφωθεί.

«Δεν ξέρω τι να γράψω.»

Η Αλεξάνδρα πλησίασε από πίσω του, έβαλε τα χέρια της στους ώμους του, και μίλησε με τη φωνή εκείνου που εκπαιδεύει με υπομονή.

«Γράψε την πρώτη εικόνα που σου έρχεται. Όχι σκηνή. Εικόνα. Μία χειρονομία της. Ένα βλέμμα του. Κάτι που δεν είδες, αλλά θα ήθελες να έχεις δει. Γράψε… τι θα σου άρεσε να γίνει ή να έχει ήδη γίνει χωρίς να το έχεις  μάθει ακομα.»

Ο Λέων πήρε μια ανάσα και άνοιξε το τετράδιο.

«Είναι σαν να μου ζητάτε να ξεγυμνωθώ.»

Η Ισαβέλλα έγνεψε ήρεμα.

«Ναι. Αλλά… με μελάνι.»

Η πένα ακούμπησε το χαρτί.

Και για πρώτη φορά… η επιθυμία του απέκτησε λέξεις.

Ο Λέων είχε ήδη σηκώσει το σώμα του μισό από την καρέκλα. Ένα αδιόρατο τίναγμα στο γόνατο, μια αμήχανη στροφή του ώμου — αρκετά για να δηλώσει την πρόθεση: να φύγει. Να γλιτώσει.

Αλλά η Αλεξάνδρα δεν το επέτρεψε.

Με μια κίνηση ήπια αλλά απόλυτη, ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του και τον πίεσε πίσω στη θέση του. Δεν χρειάστηκε δύναμη. Μόνο η πρόθεση.

«Όχι ακόμα,» είπε. «Δεν έχεις τελειώσει.»

Πήρε την πένα από το τραπέζι και του την έβαλε στο χέρι με αποφασιστικότητα. Τα δάχτυλά της άγγιξαν τα δικά του — όχι τυχαία. Μια τελετουργική μετάδοση.

«Θα σε βοηθήσω εγώ. Δεν θα γράψεις μόνος σου. Εγώ θα σου κάνω ερωτήσεις… κι εσύ απλώς θα απαντάς.»

Ο Λέων την κοίταξε αμφίβολα. Το πρόσωπό του έλεγε όχι, αλλά τα μάτια του είχαν ήδη αρχίσει να προσαρμόζονται στο φως της υπακοής.

«Κι έπειτα;» ρώτησε.

«Θα το σκίσουμε. Μόλις τελειώσεις, μόλις απαντήσεις σε όλα, θα το σκίσουμε. Εγώ η ίδια. Στο υπόσχομαι.»

Η Ισαβέλλα γέλασε ήσυχα. Το βλέμμα της ήταν πονηρό, σχεδόν ευλαβικό. Ήξερε ήδη τι επρόκειτο να γίνει.

Ο Λέων έγνεψε με έναν εσωτερικό αναστεναγμό, και κράτησε την πένα πιο σταθερά.

Η Αλεξάνδρα πήρε θέση δίπλα του, σαν δασκάλα αρχαίας γραμματείας.

«Πρώτη ερώτηση,» είπε.

«Όταν τους βλέπεις μαζί πού στέκεσαι εσύ;»

Ο Λέων έγραψε: Στην πόρτα. Δεν μπαίνω.

Η Αλεξάνδρα συνέχισε, χωρίς να κοιτάζει καν το τετράδιο:

«Κοιτάζεις το πρόσωπό της ή το σώμα της;»

Το πρόσωπό της. Τα μάτια. Το στόμα όταν ανοίγει.

«Τι νιώθεις όταν ακούς τη φωνή της να αλλάζει;»

Νιώθω ένα σφίξιμο. Κάτι ανάμεσα σε φόβο και χαρά.

Η Ισαβέλλα είχε γείρει ελαφρώς στο τραπέζι, παρακολουθώντας τον καθώς έγραφε. Τα γόνατά της ακόμα άγγιζαν τα δικά του. Το χαμόγελό της δεν είχε αλλάξει. Είχε γίνει μόνο… βαθύτερο.

«Πού κοιτάς όταν εκείνος την ακουμπάει;»

Ο Λέων δίστασε.

Στα χέρια του. Στο πώς την κρατά. Στο πώς αντιδρά εκείνη.

Η Αλεξάνδρα έγνεψε.

«Τελευταία ερώτηση. Αν σου ζητούσε να τον βοηθήσεις… να την αγγίξει καλύτερα. Θα το έκανες;»

Ο Λέων έμεινε για μια στιγμή ακίνητος. Ύστερα έσκυψε και έγραψε αργά:

Ναι. Αν το ζητούσε εκείνη.

Η Αλεξάνδρα σηκώθηκε, πήρε το τετράδιο και περπάτησε αργά προς την Ισαβέλλα.

Ο Λέων τινάχτηκε.

«Μου υποσχέθηκες ότι θα το σκίσεις.»

Η Αλεξάνδρα σταμάτησε. Γύρισε αργά και τον κοίταξε με βλέμμα καθαρό.

«Και θα το κάνω, αγόρι μου. Το υποσχέθηκα. Αλλά… δεν σου είπα πότε.»

Έδωσε το τετράδιο στην Ισαβέλλα. Εκείνη το άνοιξε, διάβασε μία-μία τις φράσεις, και χαμογέλασε — όχι ειρωνικά, όχι σαρκαστικά.

Αλλά σαν να διάβαζε… τον ίδιο της τον εαυτό. Μέσα από τα μάτια του.

Η Ισαβέλλα έπαιξε με τα φύλλα του τετραδίου, σαν να ανακάλυπτε κρυφούς θησαυρούς. Το χαμόγελό της άνοιξε, αργό και γεμάτο, καθώς τα μάτια της αντάμωναν του Λέων.

«Μα… αυτά δεν τα περίμενα από εσένα,» είπε με φωνή μελιστάλαχτη, σχεδόν παιχνιδιάρικη. «Είναι… πολύ όμορφα.»

Ο Λέων ανακάθισε, αμήχανος. Η Αλεξάνδρα έγνεψε με επιδοκιμασία.

«Δεν υπάρχει τίποτα εδώ που να πρέπει να κρύψεις από τη γυναίκα σου, καμάρι  μου. Η γλώσσα σου… είναι η γλώσσα της επιθυμίας. Και η επιθυμία, όταν είναι καθαρή, δεν είναι ντροπή. Είναι καθήκον.»

Στρέφοντας το βλέμμα στην Ισαβέλλα, η Αλεξάνδρα πρόσθεσε:

«Δείξε μας τώρα, μικρή μου. Πώς λικνίζεις τη μέση σου όταν τον βλέπεις; Όταν σε πλησιάζει ο Αδριανός.»

Η Ισαβέλλα σηκώθηκε με χάρη, και μπροστά τους, με μικρά βήματα, έδωσε στον κορμό της μια ελαφριά κίνηση, κυματιστή, υποδόρια, σαν να χαιρετούσε κάποιον αόρατο εραστή. Η μέση της ακολουθούσε ρυθμό εσωτερικής μουσικής. Το χαμόγελο στα χείλη της φώτιζε την κάθε καμπύλη.

Ο Λέων την κοίταζε χωρίς να ανασαίνει.

Η Αλεξάνδρα τον πλησίασε και του ψιθύρισε στο αυτί:

«Αν δεν ήταν γυναίκα σου… κι έβλεπες αυτό το κορμί να προσφέρεται στον Αδριανό… Θα έλεγες πως ταιριάζουν;»

Ο Λέων πάλεψε με τη λέξη. Την κράτησε πίσω. Αλλά ήταν ήδη αργά.

«Ναι…» είπε σιγανά. «Ναι, θα το έλεγα.»

Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε ευχαριστημένη.

«Ωραία. Ώρα να αλλάξει χέρι η πένα.»

Με μια μόνο κίνηση, έδειξε στην Ισαβέλλα να επιστρέψει. Εκείνη ήρθε και κάθισε στην αγκαλιά του Λέων, με το σώμα της γυρισμένο, τριβόμενο πάνω του. Σαν να είχε βρει τη φυσική της θέση.

Η Αλεξάνδρα της έδωσε το τετράδιο, και με ένα βλέμμα στον Λέων — που ακόμα ένιωθε το βάρος της στην αγκαλιά του — είπε:

«Γράψε εσύ τώρα. Ξέρεις για ποιόν…. μπροστά του

Η Ισαβέλλα κάθισε πιο σταθερά στα πόδια του, με τη μία παλάμη να ακουμπά απαλά στο στήθος του, κρατώντας τον σιωπηλά στη θέση του. Με το άλλο χέρι άρχισε να γράφει, πάνω στο τετράδιο που είχε μείνει ανοιχτό στα γόνατά τους.

Η Αλεξάνδρα, καθισμένη κοντά, άρχισε να υπαγορεύει ήπιες, ύπουλες ερωτήσεις.

«Τι σου αρέσει περισσότερο όταν είσαι μαζί του;»

Η Ισαβέλλα έγραψε χωρίς δισταγμό:
Ότι δεν ρωτά. Μπαίνει. Σπρώχνει. Πιέζει ώσπου να φωνάξω. Και μετά… συνεχίζει.

«Τι σου δίνει που δεν σου έδωσε ποτέ ο Λέων;»

Ένα τέλος που με αφήνει κενή και γεμάτη μαζί. Μια ήττα που ζητάω ξανά.

Ο Λέων δεν μιλούσε. Τα δάχτυλά του είχαν μπλεχτεί ανάμεσα στα υφάσματα των μηρών της. Η ανάσα του είχε επιταχυνθεί. Το μέτωπό του ίδρωνε.

Η Αλεξάνδρα γύρισε σε εκείνον και τον κοίταξε.

«Το νιώθεις, έτσι δεν είναι; Δεν είναι οι λέξεις που σε καίνε. Είναι ότι τις γράφει… ενώ κάθεται πάνω σου. Ότι νιώθεις κάθε σύσπαση του χεριού της στο σώμα σου.»

Η Ισαβέλλα έσκυψε για μια στιγμή, άφησε την πένα και γύρισε να του μιλήσει στο αυτί.

«Θες να ακούσεις το καλύτερο; Μπορώ να σε κάνω να χύσεις… έτσι. Χωρίς να βγάλω τίποτα από εσένα. Ούτε λέξη. Ούτε ρούχο.»

Η Αλεξάνδρα ανασήκωσε το φρύδι.

«Αλήθεια; Αν το καταφέρεις, θα σου βγάλω το καπέλο.»

Η Ισαβέλλα άφησε το τετράδιο στην άκρη, δεν χρειάστηκε πια λέξεις.

Τα χέρια της, το βάρος της, το άγγιγμα, η αναπνοή — όλα μετατράπηκαν σε μια τελετουργία εσωτερικής πίεσης. Ο Λέων έμεινε ακίνητος. Ή σχεδόν. Όλο του το σώμα τρεμούλιαζε.

Τα χέρια της, το βάρος της, το άγγιγμα, η αναπνοή — όλα μετατράπηκαν σε μια τελετουργία εσωτερικής πίεσης. Ο Λέων έμεινε ακίνητος. Ή σχεδόν. Όλο του το σώμα τρεμούλιαζε.

Η Ισαβέλλα έγειρε προς το αυτί του, τα χείλη της ελάχιστες ανάσες απ’ το δέρμα του.

«Ξέρεις πόσο αγαπάω το πουλί σου;» του ψιθύρισε με φωνή που έμοιαζε με χάδι. «Είναι όμορφο. Γλυκό. Όπως εσύ. Δεν με φοβίζει. Δεν με απειλεί. Με κρατάει. Σαν να θέλει να με προσέχει… όχι να με ανοίξει.»

Τα δάχτυλά της έσφιξαν απαλά το στήθος του.

«Και ναι… έχει σκληρή στύση. Τόσο σκληρή που με κάνει να λιώνω. Αλλά… δεν φτάνει εκεί. Στα επικίνδυνα σημεία. Στα μέρη που ο Αδριανός με ακουμπάει και χάνεται το φως.»

Η ανάσα του έγινε πιο βαριά. Κάτι στα μάτια του είχε υγρανθεί.

Η Ισαβέλλα χαμογέλασε γλυκά.

«Δεν πειράζει, όμως. Γιατί σε θέλω. Και σε αγαπάω για αυτό που είσαι. Γιατί είσαι ο άντρας που μπορεί… να με αφήσει να πάω εκεί, και να με περιμένει να γυρίσω. Και να με αγκαλιάσει χωρίς να με κρίνει.»

Η Αλεξάνδρα είχε παραμείνει σιωπηλή. Παρατηρούσε. Σαν ιέρεια στο τέλος της μύησης.

Η Ισαβέλλα ψιθύρισε μία τελευταία φορά:

«Χύσε για μένα. Όχι γιατί σε κάνω να καυλώσεις. Αλλά γιατί… με δέχεσαι. Όλη. Και γιατί σε δέχεσαι κι εσύ. Όπως είσαι.»

Το σώμα του λύγισε. Η ανάσα του έσπασε.

Και τότε… ήρθε. Σιωπηλά, με μια ανάσα που έμοιαζε λύτρωση. Χωρίς κραυγές. Μόνο ένας μακρύς αναστεναγμός — και η ησυχία μετά.

Όταν η Ισαβέλλα σηκώθηκε απαλά από την αγκαλιά του, το σημάδι του είχε ήδη χαραχτεί στο φουστάνι της — ένα θολό, υγρό ίχνος, ανάμεσα στο ύφασμα και το δέρμα. Ο Λέων κοίταξε κάτω από ένστικτο. Τα ρούχα του μιλούσαν πριν προλάβει να τα αρνηθεί.

Η Αλεξάνδρα άφησε έναν ήχο, ανάμεσα σε επιφώνημα και γέλιο. Ένα είδος διεστραμμένης περηφάνειας.

«Θεέ μου… είναι ξεκάθαρο. Είστε φτιαγμένοι ο ένας για τον άλλο.»

Η Ισαβέλλα χαμογελούσε ακόμα. Ούτε έκρυψε, ούτε άλλαξε στάση. Το βλέμμα της ήταν καθαρό. Δεν υπήρχε καμία ντροπή — μόνο μια περίεργη, ήσυχη θριαμβολογία.

Ο Λέων σηκώθηκε αμήχανα. Έκανε να πει κάτι, το κατάπιε, κι έπειτα ψέλλισε:

«Μπορώ… να πάω να πλυθώ; Αν γίνεται να… αλλάξω κιόλας…»

Η φωνή του έσπαγε.

Η Αλεξάνδρα δεν του επέτρεψε καν να ολοκληρώσει την πρόταση.

«Μη τολμήσεις.»

Η φωνή της δεν είχε θυμό — αλλά είχε εκείνη την αυθεντία της γυναίκας που δεν διαπραγματεύεται.

«Αυτό ήταν τελετουργία, αγόρι μου. Κι όπως σε κάθε τελετουργία… το ίχνος της πρέπει να μείνει. Στο σώμα. Στο ένδυμα. Στο βλέμμα.»

«Θα φύγετε όπως είστε. Εσύ… έτσι όπως είσαι. Κι εκείνη μπροστά σου. Θα περπατήσει μπροστά σου. Σαν ασπίδα. Μια άσκηση εμπιστοσύνης. Που ενώνει όλα τα ζευγάρια.»

Η Ισαβέλλα γύρισε και του έδωσε το χέρι. Χωρίς ντροπή. Σαν να του έλεγε τώρα ξεκινάς.

Και η Αλεξάνδρα, πιο ήρεμη από ποτέ, τους παρακολούθησε.

«Ο γάμος του γιου μου δεν είναι κάποιο απλό και τυπικό καθήκον. Είναι ιερό δέσιμο που αντέχει στον χρόνο, αλλά τρέμει στις λεπτομέρειες. Και εγώ στέκομαι στο κατώφλι — για να τον κρατήσω ζωντανό, χωρίς να καεί το καμάρι μου.»


Κεφάλαιο Πέμπτο «Η Ενοχή ως Προσφορά»

Δεν είναι όλες οι εκθέσεις δημόσιες. Κάποιες αρχίζουν εκεί όπου κανείς δεν κοιτά. Σ’ ένα ψηφιακό ημερολόγιο, σε μια ανανέωση ραντεβού. Εκεί όπου ο έλεγχος περνά στα χέρια αυτού που τολμά να δει — και να δείξει.

Η Ισαβέλλα, καθισμένη στον υπολογιστή της, με το ένα της πόδι λυγισμένο πάνω στο κάθισμα, παρατηρούσε την οθόνη σαν κάτι να την διασκέδαζε βαθιά. Ο Λέων, με τεντωμένη πλάτη, είχε ήδη προσθέσει δύο ραντεβού: «Αδριανός, εσωτερική παρουσίαση – 18:00», «Αδριανός, επανεκτίμηση στρατηγικής – 19:45».

Με δύο μόνο κλικ, οι τίτλοι άλλαξαν:
Αδριανός (❤️)
Αδριανός – προσωπική βραδινή παρουσία ❤️🔥

Και ύστερα, με άλλο ένα απαλό πάτημα, η Ισαβέλλα επέλεξε: κοινή χρήση με Αδριανός.

Ο Λέων την κοίταξε. Δεν μίλησε. Αλλά κάτι στο βλέμμα του ράγισε.

«Έτσι δεν είναι πιο… ειλικρινές;» του είπε, με τόνο απόλυτα αθώο. «Αφού είναι ήδη κοινός χρόνος… να είναι και κοινό το ημερολόγιο.»

Λίγες ώρες μετά, η Ισαβέλλα τον τράβηξε σχεδόν σαν παιδί που το σκάει απ’ το μάθημα. Έφυγαν απ’ το γραφείο στα κρυφά, με μια ανεπαίσθητη βιασύνη — σαν κάτι να έκαιγε στα χέρια της.

Οδήγησε εκείνη. Ήξερε ακριβώς πού ήθελε να πάνε. Το κατάστημα έμοιαζε περισσότερο με boudoir παρά με μαγαζί — μεταξένιοι τοίχοι, καθρέφτες σε διαγώνιες γωνίες, και εσωρούχα κρεμασμένα σαν ιδιωτικές αποκαλύψεις.

«Θα με βοηθήσεις να διαλέξω κάτι… κομψό αλλά αρκετά τολμηρό;» του είπε, με βλέμμα που δεν ζητούσε έγκριση, μα παρατήρηση.

«Για ποιον;» τόλμησε να ρωτήσει.

Η Ισαβέλλα έκανε πως δεν τον άκουσε. Διάλεξε ένα σετ σκούρο μπορντό, με διαφάνειες και λεπτομέρειες από μετάξι, και πήγε προς τα δοκιμαστήρια. Λίγο πριν χαθεί πίσω από την κουρτίνα, του πέταξε από πάνω της:

«Για τον άντρα μου, φυσικά. Πρέπει κάπου-κάπου να θυμίζει κανείς στους συζύγους… τι είναι δικό τους.»

Ο Λέων έμεινε να κοιτάζει τη γυρισμένη της πλάτη, ανήμπορος να ερμηνεύσει αν μιλούσε γι’ αυτόν — ή για κάποιον άλλο.

Πέντε λεπτά μετά, η κουρτίνα τραβήχτηκε ελαφρώς. Η Ισαβέλλα πρόβαλε, ντυμένη στο νέο σετ, και τον κάλεσε με ένα δάχτυλο να πλησιάσει.

«Μπες. Δεν μπορώ να αποφασίσω χωρίς το μάτι σου.»

Μόλις μπήκε, ο χώρος ξαφνικά στένεψε. Η Ισαβέλλα στάθηκε μπροστά του, στρίβοντας τη μέση της ελαφρά, σαν να κουνούσε κάτι… αρχαϊκό, κάτω από την επιδερμίδα της.

«Τι λες;» ψιθύρισε. «Θα του αρέσει, λες;»

Ο Λέων γούρλωσε τα μάτια, έτοιμος να μιλήσει, να υπερασπιστεί… κάτι.

«Σε ποιον… του;»

Η Ισαβέλλα χαμογέλασε πονηρά. Κρατώντας το βλέμμα του σταθερά πάνω της, έφερε τα χέρια της στους γοφούς και λίκνισε τη λεκάνη της με τρόπο σχεδόν σκωπτικό.

«Μη μου πεις ότι φαντάστηκες πως τα παίρνω για εσένα…»

Ο Λέων έκανε να απαντήσει, αλλά τα χείλη του δεν κινήθηκαν.

«Αν δεν κάνω λάθος…» συνέχισε εκείνη, «…σήμερα το απόγευμα έχω μια πολύ σημαντική συνάντηση, έτσι;»

«Ναι…»

«Με τον Αδριανό. Ακριβώς. Οπότε… θα ήθελα να πληρώσεις εσύ γι’ αυτό. Από τα δικά σου. Θα το εκτιμούσα… ιδιαίτερα.»

Ο Λέων άνοιξε το στόμα του, μα πριν προλάβει να αρθρώσει την παραμικρή διαμαρτυρία, εκείνη τον άγγιξε απαλά στο στήθος.

«Ησύχασε. Σου υπόσχομαι πως θα αξίζει κάθε λεπτό. Απόψε… όταν επιστρέψω… σε περιμένει έκπληξη.»

Η επιστροφή στο σπίτι έγινε σιωπηλά. Όχι από αμηχανία — αλλά από μια περίεργη, λεπτή προσμονή. Σαν να είχε ήδη ξεκινήσει κάτι που κανείς τους δεν τολμούσε να κατονομάσει.

Η Ισαβέλλα έκλεισε την πόρτα πίσω τους και άφησε τη σακούλα με τα εσώρουχα στην άκρη, σαν να ήξερε ότι θα την αναλάβει κάποιος άλλος.

«Θες να με βοηθήσεις με το μπάνιο μου;» ρώτησε ήρεμα.

Ο Λέων την κοίταξε. Δεν το είχε ξαναζητήσει ποτέ.

«Εννοείς… τώρα;»

«Εννοώ… με φροντίδα. Χωρίς εγωισμό. Χωρίς αξιώσεις.»

Στο λουτρό, ο ατμός τύλιξε το χώρο σαν αόρατο πέπλο. Εκείνη μπήκε στην μπανιέρα χωρίς επιτήδευση. Του έδωσε το σαμπουάν. Έγειρε προς τα πίσω και του παρέδωσε το κεφάλι της. Τα μαλλιά της απλώθηκαν σαν μετάξι ανάμεσα στα χέρια του.

«Πιο αργά… Ναι, έτσι.»

Μετά του έδωσε το ξυραφάκι.

«Μόνο λίγο. Εδώ και εδώ. Ξέρεις να το κρατάς;»

Η επιδερμίδα της ήταν σχεδόν τέλεια. Μα εκείνη ήθελε το άγγιγμά του — όχι την ανάγκη. Ο Λέων υπάκουσε με συγκέντρωση. Ένιωσε την ανάσα της να βαθαίνει κάθε φορά που τα δάχτυλά του ακουμπούσαν πιο κοντά στη ρίζα.

Σε μια στιγμή, η αναμονή έγινε βαρύτερη απ’ την εγκράτεια. Γλίστρησε το χέρι του προς τα μέσα — η πρόθεση φανερή, σαν ερώτηση χωρίς λόγια.

Εκείνη γύρισε ελαφρά και τον κοίταξε ήρεμα.

«Όχι τώρα. Όχι έτσι. Απόψε θα αξίζει περισσότερο αν το κρατήσεις μέσα σου μέχρι να έρθω.»

Το φιλί της στο μάγουλό του δεν ήταν παρηγοριά. Ήταν σφραγίδα.

Ντύθηκε γρήγορα. Φόρεσε κάτι που δεν είχε ξαναφορέσει για εκείνον. Και εκείνος το παρατήρησε — μα δεν είπε τίποτα. Δεν του ανήκε εκείνη τη στιγμή.

«Θα επιστρέψω το συντομότερο. Θα με φέρει ο Αδριανός.»

Άνοιξε την πόρτα. Και προτού φύγει, γύρισε για μια τελευταία φράση:

«Σε φιλώ!»

Η πόρτα έκλεισε.

Ο Λέων στάθηκε για λίγα λεπτά χωρίς να ξέρει τι να κάνει με τα χέρια του.

Και τότε… πήρε τηλέφωνο τη μητέρα του.

Το κινητό έμεινε για λίγο στο χέρι του, σαν να μην ήξερε αν έπρεπε να καλέσει ή να περιμένει κάποιον άλλον να τον καλέσει. Σαν να περίμενε μια άδεια για να νιώσει αυτό που ένιωθε.

Τελικά, πάτησε «Αλεξάνδρα». Δύο χτυπήματα. Τίποτα. Στο τρίτο, η φωνή της ήρθε ήρεμη, σχεδόν σαν να τον περίμενε.

«Ναι, αγάπη μου.»

Σιώπη. Δεύτερη φορά. Εκείνη όμως δεν βιάστηκε.

«Λεων;»

«Μπορώ να σε ρωτήσω κάτι… λίγο προσωπικό;»

Η φωνή της μαλάκωσε ακόμη περισσότερο.

«Αν δεν μπορείς εμένα, ποιον άλλον;»

Ο Λέων πήρε βαθιά ανάσα.

«Η Ισαβέλλα… ζήτησε να τη βοηθήσω στο μπάνιο της. Ξέρεις… όχι ερωτικά. Απλώς να την… περιποιηθώ.»

Η σιωπή στην άλλη άκρη δεν ήταν αμηχανία. Ήταν… έγκριση.

«Και;»

«Την έλουσα. Τη ξύρισα. Κι όταν πήγα… να κάνω κάτι παραπάνω, με σταμάτησε. Μου είπε να περιμένω. Για το βράδυ. Όταν… θα την επιστρέψει ο Αδριανός.»

Η Αλεξάνδρα δεν τον διέκοψε.

«Και ένιωσες… πώς;»

«Σαν να είμαι… αόρατος. Χρήσιμος, αλλά όχι επιθυμητός. Μπερδεμένος. Και όμως… κάτι μέσα μου ένιωσε… σωστό.»

Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε. Και η φωνή της ήρθε ζεστή, βελούδινη, αλλά με μια υποδόρια δύναμη:

«Αυτό που ένιωσες… είναι η αρχή της πραγματικής ένωσης. Δεν είναι το σεξ που ενώνει τους ανθρώπους, Λιονταράκι μου. Είναι η παράδοση. Η άνευ όρων παράδοση. Και σήμερα, έγινες αυτό που λίγοι άντρες έχουν το θάρρος να είναι: απαραίτητος χωρίς να χρειάζεται να διεκδικείς.»

«Δεν νιώθεις… ότι αυτό είναι… ανισορροπία;»

Η φωνή της έγινε πιο χαμηλή. Πιο σοβαρή.

«Αγάπη μου… ορισμένες ισορροπίες μόνο όταν τις παραδώσεις, λειτουργούν. Η Ισαβέλλα σε οδηγεί εκεί που πρέπει. Σου κάνει χώρο. Και δεν υπάρχει πιο σπάνιο πράγμα από έναν άντρα που γίνεται… απαραίτητος για τη γυναίκα του.»

Ο Λέων έκλεισε τα μάτια του.

«Κι εσύ το εγκρίνεις όλο αυτό;»

Η Αλεξάνδρα γέλασε ελαφρά.

«Όχι, αγόρι μου. Δεν το εγκρίνω. Το ευλογώ.»

Παύση. Ο Λέων δεν ήξερε τι να πει.

«Θέλεις να σου πω κάτι ακόμα;»

«Ναι…»

«Σήμερα δεν έπλυνες τη γυναίκα σου. Έπλυνες τον φόβο σου.»

Η Αλεξάνδρα δεν περίμενε άλλη ερώτηση. Η φωνή της κατέβηκε έναν τόνο — σχεδόν μυσταγωγική.

«Ξέρω ότι τώρα θέλεις να πας στην τουαλέτα… να ξεφουσκώσεις. Να ξεσπάσεις. Να πάρεις πίσω λίγο έλεγχο.»

Ο Λέων κατάπιε με δυσκολία.

«Μην το κάνεις.»
«Μείνε εκεί, μαζί με την ένταση.»
«Γιατί μόνο έτσι… μπορείς να την ακούσεις αληθινά. Όχι τη φωνή της. Το θέλημά της.»

Ο Λέων έμεινε ακίνητος, σχεδόν υπνωτισμένος. Μια φράση ξέφυγε πριν τη σκεφτεί:

«Θεέ μου… είναι τόσο σεξουαλικό αυτό που λες…»

Η Αλεξάνδρα γέλασε — ήσυχα, σκοτεινά.

«Κάτω… πώς είσαι;»

«Σκληρός. Όσο ποτέ άλλοτε…»

Μια παύση. Και ύστερα, η φωνή της — καθαρή, σίγουρη, σχεδόν στοργική:

«Έτσι μπράβο. Μια μέρα θα μάθεις ότι η ανδρική δύναμη δεν είναι να παίρνεις. Είναι να αντέχεις. Να κρατάς το δώρο σου… μέχρι να στο ζητήσουν.»

Ώρα περασμένη. Το σπίτι σχεδόν ακίνητο.

Η αναμονή είχε γίνει μέρος του δέρματός του — σαν παλμός που δεν ακούγεται, μα δονεί. Και τότε… τα κλειδιά στην πόρτα. Ένας μικρός μεταλλικός ήχος, μα σαν να διέλυσε την αιωνιότητα.

Η Ισαβέλλα μπήκε μέσα σχεδόν τρέχοντας. Τα μαλλιά της λυμένα, τα μάγουλα αναμμένα. Φορούσε το παλτό ανοιχτό, σαν να είχε ξεχάσει να το κουμπώσει — ή σαν να ήθελε να της το βγάλει κάποιος.

Μόλις τον είδε, δεν είπε τίποτα άλλο πέρα από:

«Έλα. Έλα τώρα. Γρήγορα.»

«Πού—;» πρόλαβε να ψελλίσει.

«Μην ρωτάς. Πάμε στο κρεβάτι μας.»

Ανέβηκαν χωρίς λέξεις. Μόλις μπήκαν στο δωμάτιο, η Ισαβέλλα άφησε τα ρούχα της να πέσουν στο πάτωμα. Έμεινε μόνο με τα νέα, μεταξωτά εσώρουχα. Εκείνα που είχε διαλέξει μπροστά του. Εκείνα που είχε φορέσει για άλλον.

Ξάπλωσε ανάσκελα. Το βλέμμα της δεν χωρούσε ντροπή. Ούτε παρακάλια.

«Γεύσου με, μωρό μου.»

Ο Λέων έπεσε στα γόνατα σχεδόν μηχανικά. Άρχισε να τη φιλά — πρώτα με δέος, μετά με προσμονή. Μα σχεδόν αμέσως κατάλαβε… κάτι διαφορετικό. Μια γεύση. Μια υπόνοια. Αλμύρα, ιδρώτας, θερμότητα. Και κάτι ακόμη.

«Πιο βαθιά…» ψιθύρισε εκείνη. «Τέρμα μέσα η γλώσσα. Μόνο έτσι θα καταλάβεις.»

Υπάκουσε. Και την ίδια στιγμή, εκείνη τον κοίταξε στα μάτια. Το πρόσωπό της συσπάστηκε σε μια γκριμάτσα πρωτόγνωρης έντασης.

«Κοίτα με. Είναι απαραίτητο.»

Το έκανε. Και μέσα σ’ εκείνη τη συνάντηση βλέμματος και γεύσης… κατάλαβε. Δεν ήταν μόνος.

«Σου είπα πως θα σου φέρω δωράκι απόψε…» του ψιθύρισε, σχεδόν τρυφερά. «Και είναι και από τους δυο μας. Ο Ανδριανός στέλνει χαιρετισμούς.»

Η φωνή της δεν είχε πρόκληση. Είχε χάρη. Σχεδόν ευλάβεια.

«Δεν ξέρω αν μπορείς να φτάσεις εκεί…» συνέχισε, «…τον άφησα να το φυτέψει βαθιά. Πολύ βαθιά. Του είπα να με αφήσει λίγο μακριά από το σπίτι για να περπατήσω. Να… βοηθήσω την κάθοδο.»

Σώπασε. Έπειτα:

«Το γεύεσαι;»

Ο Λέων απάντησε μόνο με ένα νεύμα. Και εκείνη τον τράβηξε επάνω της.

Τον οδήγησε μέσα της αργά, σαν να έκλεινε έναν κύκλο.

«Σχεδόν δεν σε νιώθω…» είπε γελώντας, με βλέμμα φωτεινό. «Μα δεν έχει σημασία. Σ’ αγαπάω. Και σε θέλω… από την αρχή. Ξανά.»

Ο Λέων έκλεισε τα μάτια.

«Χύνω…» είπε.

Η Ισαβέλλα του χάιδεψε τα μαλλιά.

«Ναι, καμάρι μου. Μην κρατιέσαι. Δεν πρόκειται να κάνεις καμία ζημιά…» του ψιθύρισε, χαϊδεύοντας του τα μαλλιά. «Και, μεταξύ μας… δεν φτάνεις. Το μόνο που μπορείς να κάνεις είναι να σπρώξεις το υλικό του… λίγο πιο μέσα.»

Εκείνο το βράδυ, δεν μίλησαν άλλο. Δεν χρειάστηκε. Η Ισαβέλλα τον τράβηξε κοντά της, τύλιξε τα χέρια της γύρω του και τον κράτησε έτσι. Όλο το βράδυ. Σαν να ήθελε να τον φυλάξει από όλα όσα δεν μπορούσε να καταλάβει ακόμα. Ή από εκείνα που είχε μόλις αρχίσει να καταλαβαίνει.

Δεν ήταν αγκαλιά από έρωτα. Ούτε από οίκτο.

Ήταν κάτι ενδιάμεσο. Κάτι πιο ειλικρινές.

Κάτι σαν αποδοχή.


Κεφάλαιο Έκτον – «Η Προίκα της Σάρκας»

Το κάλεσμα είχε έρθει μεσημέρι, υπό την κοινή υπογραφή του Δημητρίου και της Αλεξάνδρας. Όχι με σημείωμα, ούτε με υπηρέτη· μα με το είδος εκείνο της πρόσκλησης που φτάνει με σιωπή και δεν επιδέχεται απόρριψη. Το δωμάτιο είχε καθοριστεί: ο παλαιός θάλαμος ακρόασης, στη δυτική πτέρυγα— εκεί όπου δεν μιλούσαν ποτέ πολλοί ταυτόχρονα.

Οι προσκεκλημένοι ήταν δύο. Ο Λέων και η Ισαβέλλα. Όχι μαζί. Όχι ως ζεύγος. Ως πρόσωπα με διακριτή σχέση προς την οικογένεια — και διαφορετικό σκοπό για το καθένα. Η σειρά δεν συζητήθηκε. Η Ισαβέλλα θα περνούσε πρώτη. Εκείνη είχε το σώμα. Εκείνη θα έπαιρνε πρώτα το σημάδι.

Η πόρτα του θαλάμου έκλεισε πίσω της με ήχο βραδύ, σχεδόν επίμονο. Το δωμάτιο ήταν μικρό, στρογγυλό· παλαιό δωμάτιο μουσικής, τώρα άδειο από ήχους — γεμάτο μόνο με την αναμονή της. Τρία καθίσματα. Ένα στρογγυλό τραπέζι. Κανένα χαλί. Μόνο πέτρα και φως.

Ο Δημήτριος καθόταν ήδη. Η Αλεξάνδρα όρθια, πίσω του, σαν ψηλότερη σκιά. Δεν έκαναν χειρονομία υποδοχής. Μόνο την παρατηρούσαν καθώς διέσχιζε τον χώρο, σαν να έπρεπε να βρει μόνη της τη θέση της.

Η Ισαβέλλα δεν δίστασε. Κάθισε στο τρίτο κάθισμα. Το βλέμμα της πήγε αμέσως στην Αλεξάνδρα. Όχι με πρόκληση. Με προσδοκία.

Ο Δημήτριος έγειρε ελαφρά μπροστά, χωρίς να χάσει τη βραδύτητα του βλέμματός του.

Δημήτριος:
«Δεν θα σου πούμε τι συνέβη. Το γνωρίζεις. Θα σου πούμε τι πρέπει να συμβεί… για να συνεχιστεί.»

Η Ισαβέλλα παρέμεινε ακίνητη. Μόνο το βλέμμα της μετακινήθηκε ελαφρά προς την Αλεξάνδρα.

Ισαβέλλα:
«Ο Λέων… θα εκτοπιστεί;»

Αλεξάνδρα (ήρεμα):
«Όχι. Θα μετατοπιστεί. Όποιος δεν μετατοπίζεται… σπάει. Εσύ δεν τον θέλεις σπασμένο. Εσύ τον θέλεις… να σε λατρεύει ακόμα και όταν σε βλέπει αλλού.»

Δημήτριος (κοφτά):
«Και αυτό θα γίνει. Αλλά χρειάζεται τελετουργία. Χρειάζεται ρόλος. Το βλέμμα του δεν πρέπει να γίνει τιμωρία. Πρέπει να γίνει καθρέφτης.»

Η Ισαβέλλα αναστέναξε σχεδόν αθόρυβα.

Ισαβέλλα:
«Και ο Αδριανός;»

Η Αλεξάνδρα δεν χαμογέλασε. Μόνο έγνεψε — σταθερά.

Αλεξάνδρα:
«Από εδώ και στο εξής, είναι ο εραστής σου. Επίσημα. Σε κάθε gala. Σε κάθε κοινωνική σύναξη. Θα τον φέρνεις μαζί σου. Με τον Λέων δίπλα σου. Να σε κρατάει από το χέρι. Και τον άλλον… να σε κοιτάζει όπως πρέπει.»

Ο Δημήτριος σηκώθηκε. Η φωνή του δεν είχε αλλάξει τόνο. Ήταν σαν να συνέχιζε έναν παλαιό διάλογο, που είχε ξεκινήσει πριν η Ισαβέλλα γεννηθεί.

Δημήτριος:
«Έχεις δικαίωμα στον Ανδριανό. Έχεις την εύνοια. Έχεις την ελευθερία. Αλλά… υπό έναν όρο.»

Πλησίασε ένα βήμα.

Δημήτριος (με ακρίβεια):
«Ο Λέων θα μείνει. Πάντα. Στο σπίτι σου. Στο τραπέζι σου. Στο κρεβάτι σου, αν χρειαστεί. Όχι σαν ίσος — αλλά σαν παρών. Αν τον αρνηθείς, μας αρνείσαι όλους.»

Η Ισαβέλλα δεν απάντησε. Αλλά έγνεψε. Αργά, με σεβασμό. Ήταν η συγκατάθεση μιας γυναίκας που είχε καταλάβει πως η δύναμη περνάει μέσα από την ισορροπία. Όχι την αντικατάσταση.

Η Αλεξάνδρα δεν χαμογέλασε. Μόνο πλησίασε, κρατώντας στο ένα χέρι το κουτί.

Αλεξάνδρα (σιγανά):
«Θυμάσαι τι είχα πει εκείνο το απόγευμα; Ό,τι κι αν βγει από μέσα σου… εγγόνι μου θα είναι.»

Η φωνή της δεν ζητούσε επιβεβαίωση. Απλώς ανοιγόταν ένας κύκλος, για να κλείσει τώρα.

Το κόσμημα έλαμψε διακριτικά. Ήταν μικρό, λεπτοδουλεμένο — απεικόνιζε μια γυναικεία μορφή με ελαφρώς διογκωμένη κοιλιά, σαν στις πρώτες εβδομάδες κύησης, και στο κέντρο της, ενσωματωμένος, ένας βαθυκόκκινος λίθος — πυκνός σαν σταγόνα αίματος φυλαγμένη στη μνήμη.

Η Ισαβέλλα το κοίταξε χωρίς απορία. Σαν να το περίμενε.

Η Ισαβέλλα το κοίταξε χωρίς απορία. Σαν να το περίμενε.

Καθώς η Αλεξάνδρα πλησίαζε και έσκυβε για να στερεώσει το κόσμημα στον αφαλό της, η Ισαβέλλα, με μια ανεπαίσθητη, σχεδόν παιγνιώδη κίνηση, φούσκωσε την κοιλιά της ελαφρά προς τα έξω — φούσκωσε προκλητικά την κοιλιά της, σαν να έπαιζε με την ιδέα της σύλληψης…. σχεδον με τελετουργική αναίδεια . Κι αμέσως μετά, χαμήλωσε το πρόσωπό της και της χάρισε ένα χαμόγελο αφοπλιστικό, διάφανο, σχεδόν άτακτο.

Η Αλεξάνδρα σταμάτησε για μια στιγμή. Την κοίταξε. Και χαμογέλασε κι εκείνη — βαθιά, ανακουφισμένα, με έναν θαυμασμό που δεν είχε ανάγκη από λόγια. Ύστερα γύρισε το βλέμμα της πίσω, προς τον Δημήτριο, με την ήρεμη έκπληξη εκείνου που βλέπει να γεννιέται κάτι αναπάντεχα όμορφο.

Στερέωσε το κόσμημα με σταθερότητα, και ύστερα έσκυψε και φίλησε την κοιλιά της — τώρα πιο ζεστή, πιο παρούσα, πιο “δική τους”. Το φιλί της δεν ήταν μητρικό· ήταν κατοχύρωση.

Καθώς σηκωνόταν, χάιδεψε την κοιλιά της Ισαβέλλας με τις παλάμες και της έδωσε δύο απαλά, παιχνιδιάρικα χτυπήματα — σαν ευχή και σαν εντολή μαζί.

Αλεξάνδρα (με γλύκα και αποφασιστικότητα):
«Φρόντισε να τη γεμίσεις γρήγορα…»

Έμεινε για λίγο να κοιτά το κόσμημα στη θέση του, σαν να βεβαιωνόταν πως το σώμα της Ισαβέλλας είχε πλέον δεχτεί τη σφραγίδα του.

Και η σιωπή που ακολούθησε… ήταν η σιωπή εκείνη που έρχεται μόνο μετά από ένα τελετουργικό. Όταν όλα έχουν πια ειπωθεί — χωρίς να χρειάζεται τίποτα άλλο.

Όταν η Ισαβέλλα ξανασταύρωσε το ύφασμα στη μέση της και σηκώθηκε, τίποτα δεν έμοιαζε ίδιο στο κορμί της — κι ας μην είχε αλλάξει τίποτα ορατό. Η Αλεξάνδρα τη συνόδευσε με βλέμμα, όχι με βήματα, ως την πόρτα. Κι όταν εκείνη βγήκε από τον θάλαμο, ο Λέων περίμενε ακόμα, όρθιος, με τα χέρια σταυρωμένα πίσω από την πλάτη.

Δεν αντάλλαξαν κουβέντα. Μόνο ένα βλέμμα· σαν να πέρασε από τη μία στον άλλον η σφραγίδα ενός καινούργιου χάρτη.

Η πόρτα άνοιξε ξανά.

Ήταν η δική του σειρά.

Ο Λέων μπήκε ήσυχα, ντυμένος με φροντισμένη απλότητα. Δεν υπήρχε αμηχανία στην κίνηση του — αλλά μια βραδύτητα, σαν να ήξερε πως αυτή τη φορά, δεν ερχόταν να μάθει, αλλά να ακούσει.

Ο Δημήτριος καθόταν ακόμα στη θέση του. Η Αλεξάνδρα είχε πια πάρει το δικό της κάθισμα. Η σκηνή δεν άλλαζε — μόνο οι ρόλοι.

Δημήτριος (ήρεμα):
«Κάθισε, αγόρι μου.»

Δεν υπήρχε ψυχρότητα. Μόνο καθαρότητα.

Ο Λέων υπάκουσε. Κάθισε, όχι σαν κατηγορούμενος, μα σαν κάποιος που καλείται να ενηλικιωθεί — έστω και αργά.

Αλεξάνδρα (με μειλίχιο τόνο):
«Είναι η πρώτη φορά που μιλάμε έτσι οι τρεις μας. Σαν οικογένεια. Χωρίς προσχήματα. Χωρίς την ανάγκη να παίζεις τον ‘γιο’… και χωρίς εγώ να παίζω την ‘προστατευτική μητέρα’.»

Ο Λέων αναστέναξε ελαφρά.

Αλεξάνδρα:
«Δεν θα σ’ επιπλήξουμε. Ούτε θα σου πάρουμε κάτι. Αντιθέτως. Θέλουμε να σε δώσουμε. Εκεί που πρέπει. Με τον τρόπο που αξίζεις.»

Δημήτριος (βαρύς, αλλά όχι σκληρός):
«Ο κλήρος αυτής της οικογένειας… δεν είναι προσωπικός. Δεν ανήκει στον καθένα ξεχωριστά. Περνάει μέσα από κρίσεις. Από δοκιμές. Κι από ανάγκη.»

Ο Λέων δεν μίλησε.

Αλεξάνδρα (με σταθερή τρυφερότητα):
«Ξέρεις ότι δεν γεννήθηκες για να αναλάβεις. Δεν το ήθελες. Επέλεξες κάτι άλλο. Και καλά έκανες. Αλλά… τώρα, που όλα ήρθαν όπως έπρεπε, δεν έχεις το δικαίωμα να αγνοείς το βάρος του πλαισίου.»

Έσκυψε ελαφρά μπροστά.

Αλεξάνδρα:
«Η Ισαβέλλα χρειάζεται εσένα. Όχι σαν τοίχο. Ούτε σαν κάτοχο. Σαν στήριγμα. Να ξέρει πως είναι ελεύθερη, ακριβώς επειδή εσύ… της κρατάς το χέρι.»

Ο Λέων ψιθύρισε:
«Ελεύθερη να κοιμάται με άλλον.»

Δημήτριος (σταθερά, σχεδόν τελετουργικά):

«Θα χρειαστεί να σφίξεις τα δόντια, Λέων. Δεν αρκεί να την αφήνεις να κοιμάται με τον Ανδριανό. Πρέπει να δεχτείς πως θα τον κουβαλήσει μέσα της. Όχι σαν απόλαυση μόνον. Αλλά σαν ευθύνη.»

Η σιωπή κράτησε μερικά δευτερόλεπτα. Μετά, η Αλεξάνδρα άνοιξε.

Αλεξάνδρα (χαμηλόφωνα, με ήρεμη επιμονή):
«Λέων… δεν σου ζητάμε να κάνεις πίσω. Σου ζητάμε να σταθείς δίπλα. Και ξέρω πως αυτό είναι πιο δύσκολο. Αλλά μόνο εσύ μπορείς να της δώσεις εκείνο που δεν της δίνει κανείς άλλος: το αίσθημα πως ό,τι κάνει… έχει το βλέμμα σου. Όχι το βάρος σου. Το βλέμμα σου.»

Πλησίασε αργά, με το χέρι της να μένει χαμηλά, σχεδόν μητρικά.

Αλεξάνδρα:
«Δεν μπορεί να τα φέρει όλα μόνη της. Ούτε με εμάς. Ούτε με τον Ανδριανό. Εσένα χρειάζεται για να μην φοβηθεί αυτό που γίνεται. Για να νιώσει πως εκείνη το ελέγχει. Για να πιστέψει πως η ευλογία… είναι και δική της επιλογή.»

Στάθηκε δίπλα του.

Αλεξάνδρα:
«Αν δεν τη στηρίξεις, θα νομίζει πως σε χάνει. Κι αν το νομίζει… θα είναι σαν να σ’ έχει ήδη χάσει.»

Ο Λέων γύρισε απότομα το βλέμμα στον πατέρα του. Εκείνος δεν έδειξε καμία έκπληξη· μόνο τον κοίταξε — σταθερά, χωρίς περιέργεια, σαν να ήξερε την απάντηση πριν διατυπωθεί το ερώτημα.

Λέων (με συγκρατημένο θυμό):
«Και εσείς είστε εντάξει με αυτό; Να… τη μοιράζομαι; Να μεγαλώσει ένα παιδί που δεν θα είναι δικό μου;»

Ο Δημήτριος δεν απάντησε αμέσως. Άφησε την ερώτηση να πέσει και να ακουστεί ο κενός της ήχος στο δωμάτιο.

Δημήτριος (ήρεμα, σχεδόν πατρικά):
«Δεν μιλάμε για μοιρασιά. Μιλάμε για συνέργεια. Κι αυτό… είναι πολύ πιο δύσκολο.»

Η Αλεξάνδρα τον πλησίασε ελαφρά. Δεν κάθισε. Έσκυψε στο πλευρό του.

Αλεξάνδρα (με γλύκα, σχεδόν σαν τραγούδι):
«Και δεν είναι δικό σου, λες; Ποιο; Το σώμα της; Η καρδιά της; Η εμπιστοσύνη που σου έχει όταν ξαπλώνει γυμνή απέναντί σου, πριν ή και μετά από τον Ανδριανό; Όλα αυτά… δεν είναι δικά σου;»

Ο Λέων δεν απάντησε. Μα τα μάτια του θόλωσαν ελαφρά.

Η Αλεξάνδρα τον κοίταξε με περισσότερη οικειότητα τώρα. Χωρίς ειρωνεία. Χωρίς φραγμούς.

Αλεξάνδρα:
«Κι ούτε είναι η πρώτη φορά που σε βλέπω… να το απολαμβάνεις.»

Ο Λέων τέντωσε την πλάτη του.

Λέων:
«Αυτό δεν είναι αλήθεια.»

Αλεξάνδρα (με αφοπλιστική τρυφερότητα):
Λιονταράκι  μου… τα βράδια εκείνα, που νόμιζες πως ήσουν μόνος μπροστά στην οθόνη; Ξέρεις… όταν οι αναζητήσεις σου δεν περιείχαν πάντα γυναίκες. Όταν δεν ήξερες ακόμα τι σ’ ερέθιζε πιο πολύ… να κοιτάς ή να σε κοιτούν.»

Το αίμα ανέβηκε στον λαιμό του. Όχι από ντροπή. Από αιφνίδιο ξεγύμνωμα.

Λέων (ψιθυρίζοντας):
«Εσύ… το ήξερες από τότε;»

Η Αλεξάνδρα δεν απάντησε αμέσως. Άγγιξε τον ώμο του. Σφιχτά. Μητρικά.

Αλεξάνδρα:
«Πάντα το ήξερα. Και δεν το φοβήθηκα ποτέ. Ούτε κι εσύ πρέπει.»

Έσκυψε προς το μέτωπό του, χωρίς να τον φιλήσει.

Αλεξάνδρα:
«Δεν είσαι λιγότερος άντρας επειδή δεν χρειάζεται να είσαι μόνο κυρίαρχος. Είσαι αυτός που μπορεί να βλέπει… και να κρατά. Να μένει. Να ενώνει.»

Ο Λέων έκλεισε τα μάτια του. Το βλέμμα του πατέρα του δεν είχε αλλάξει — αλλά είχε ζεσταθεί.

Ο Δημήτριος δεν άλλαξε ύφος. Ούτε ύψωσε φρύδι, ούτε έκανε χειρονομία.

Δημήτριος (με ήσυχη βεβαιότητα):
«Στους κύκλους που ανήκουμε, Λέων… παραδοσιακά υπάρχουν πολλοί σαν εσένα. Περισσότεροι απ’ όσους θα ήθελες να πιστέψεις. Κι όχι μόνο δεν κρύβονται. Μα συναθροίζονται στα gala. Συζητούν. Υπάρχουν για να στηρίζουν τέτοιες ενώσεις.»

Ο Λέων μούδιασε. Κοίταξε πλάγια.

Λέων:
«Τι εννοείς “σαν εμένα”;»

Πριν ο Δημήτριος προλάβει να απαντήσει, η Αλεξάνδρα πήρε τη θέση. Ελαφρώς χαμηλότερα. Σαν να κατέβαινε μαζί του στον όροφο της ερώτησης.

Αλεξάνδρα (χαμηλόφωνα):
«Εκείνους που δεν χρειάζονται να κρατάνε την εξουσία για να είναι ισχυροί. Που επιτρέπουν να κυκλοφορεί η δύναμη μέσα από άλλους. Που δεν φοβούνται την επιθυμία… ακόμα κι όταν δεν είναι στραμμένη επάνω τους.»

Κρατήθηκε για λίγο.

Αλεξάνδρα (πιο προσωπικά):
«Αρνιόσουν χρόνια να παραστείς. Σε χορούς, σε γεύματα, σε κύκλους που εμείς… τους ξέρουμε. Δεν είναι όλοι σαν εσένα — αλλά είναι αρκετοί ώστε να μην είσαι μόνος. Ίσως, αγόρι μου, ήρθε η ώρα να αναθεωρήσεις.»

Ο Λέων δεν απάντησε. Το πρόσωπό του είχε μαλακώσει, μα το βλέμμα του έμεινε κλειστό — όχι από άρνηση, αλλά από σκέψη.

Αλεξάνδρα (με διακριτικό χτύπημα στο χέρι του):
«Θυμάσαι τον οίκο των Σ., εκείνο το καλοκαίρι στη Βιέννη; Τον γιο της Ισαδώρας όλοι τον προσφωνούν ως “Δεύτερο Σ.” — και κανείς δεν ρώτησε ποτέ πώς είχε τα μάτια του Γκίντεον. Γιατί; Επειδή λίγο πριν την εγκυμοσύνη… ο Ερρίκος και εκείνη τον είχαν ‘παρουσιάσει’ στην κοινότητα. Επίσημα. Ως “φίλο του οίκου”.»

Στάθηκε. Τον κοίταξε επίμονα.

Αλεξάνδρα:
«Ή τον κύκλο των Λ. στο Βέλγιο. Η Αντρέα και ο Μισέλ. Δεκαπέντε χρόνια γάμου. Κι όταν ήρθε ο Ρενέ… η κοινότητα είχε ήδη μάθει τον Ρόμπερτ. Είχε προσκληθεί σε δείπνα. Είχε προσφέρει δώρα. Δεν χρειάστηκε να ειπωθεί κάτι περισσότερο.»

Ο Λέων τράβηξε ελαφρά το βλέμμα του. Το πρόσωπό του μαλάκωσε· σαν κάτι να είχε υποχωρήσει μέσα του, όχι ως ήττα, αλλά ως κατανόηση.

Αλεξάνδρα (ήρεμα, με έμφαση):
«Ο κόσμος μας λειτουργεί έτσι. Όχι με ψέματα — με σιωπές που έχουν νόημα. Το παιδί δεν είναι “του τρίτου”. Είναι του ζευγαριού. Της οικογένειας. Κι όπως θα είναι ό,τι … είναι να έρθει.»

Η σιωπή κράτησε αρκετή ώρα· αρκετή για να φανεί ότι η αντίσταση είχε εξαντληθεί χωρίς θόρυβο. Ο Λέων δεν μίλησε. Απλώς έγειρε πίσω. Τα χέρια του λύγισαν. Δεν έμοιαζε αδύναμος — αλλά έτοιμος να ακούσει όσα απέφευγε να σκεφτεί.

Η Αλεξάνδρα έκανε ένα βήμα πίσω. Του έδωσε χώρο. Όχι ελευθερία — χώρο.

Δημήτριος (σταθερά):
«Θα της το πεις εσύ. Όχι εμείς.»

Ο Λέων ανασήκωσε τα φρύδια ελαφρά.

Δημήτριος:
«Αυτό που αποδέχεσαι τώρα… πρέπει να το ακούσει από το στόμα σου. Όχι σαν διαταγή. Ούτε σαν συγκατάθεση. Σαν επιλογή. Σαν δώρο.»

Ο Λέων πήγε να απαντήσει, μα η φωνή του έμεινε στον λαιμό του. Κοίταξε χαμηλά.

Η Αλεξάνδρα κάθισε δίπλα του αυτή τη φορά. Πολύ κοντά.

Αλεξάνδρα (με απαλή ειρωνεία):
«Τι θα της πεις, λοιπόν; Ότι μπορεί να κυοφορήσει από άλλον… επειδή το είπε ο πατέρας; Ή πως θα την αγαπάς λιγότερο… αν αγαπήσει κι άλλον;»

Ο Λέων την κοίταξε σαστισμένος. Το βλέμμα του, παιδικό για μια στιγμή.

Λέων (χαμηλόφωνα):
«Δεν ξέρω τι να της πω.»

Η Αλεξάνδρα έγειρε λίγο προς το μέρος του. Τα χείλη της σχεδόν ακούμπησαν το αυτί του. Δεν ψιθύρισε — μίλησε σε τόνο που μιμείται την εσωτερική φωνή.

Αλεξάνδρα (πιο σταθερά τώρα):
«Θα της πεις ότι αγκαλιάζεις, επιτέλους, τη δική σου αδυναμία. Όχι σαν πρόβλημα. Σαν μέρος του εαυτού σου. Ότι κατάλαβες… πως ποτέ δεν της έλειψε η στοργή σου — αλλά κάτι άλλο. Κάτι που εσύ… δεν μπορούσες να της το δώσεις. Όχι τότε.»

Στάθηκε. Σαν να του έδινε χώρο να τα επεξεργαστεί.

Αλεξάνδρα:
«Και μετά, θα της πεις ότι τρελαίνεσαι όταν τη σκέφτεσαι με τον Ανδριανό. Ότι σε καίει, σε πονάει, σε κάνει να σκληραίνεις — και πως αυτό… δεν είναι ντροπή. Είναι αλήθεια.»

Ο Λέων ρούφηξε αέρα. Δεν μπορούσε να μιλήσει. Μόνο έγνεψε αργά.

Αλεξάνδρα (σχεδόν τρυφερά):
«Τα αποστήθισες;»

Λέων (σφιγμένα):
«Ναι.»

Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε. Γύρισε προς την πόρτα.

Αλεξάνδρα:
«Εμπρός λοιπόν. Πες της.»

Άνοιξε απαλά. Και η Ισαβέλλα βρισκόταν εκεί. Όχι σαν καταδικαστής. Αλλά σαν κάτι που περίμενε την επανατοποθέτηση του άντρα της.

Ο Λέων την πλησίασε. Δεν έσκυψε. Δεν την άγγιξε. Της μίλησε απλά. Όπως του είχε πει η μητέρα του.

Η φωνή του έτρεμε στην αρχή. Όχι από αδυναμία. Από γυμνότητα.

Και όσο προχωρούσε, το χαμόγελο της Ισαβέλλας μεγάλωνε. Δεν γελούσε. Χαμογελούσε με εκείνον τον τρόπο που φέρνει τα μάτια σε κύκλους και τους ώμους σε χάδι.

Η πόρτα έκλεισε απαλά πίσω τους. Ο χώρος είχε μια περίεργη διαύγεια· σαν κάτι να είχε καθαρίσει λίγο πριν μπουν. Στέκονταν απέναντι, χωρίς εμπόδια — μόνο μια μικρή απόσταση. Όχι για προστασία. Για ανάσα.

Ο Λέων άνοιξε το στόμα του και το ξανάκλεισε. Το βλέμμα του πήγε πρώτα στο δάπεδο, μετά στο πρόσωπό της. Εκείνη περίμενε. Ούτε πίεση, ούτε άμυνα. Μόνο ένα ανοιχτό χαμόγελο — όχι θριαμβευτικό· δεκτικό.

Λέων (χαμηλόφωνα):
«Δεν είμαι αυτό που ήθελες. Το ξέρω. Δεν ήμουν ποτέ… αρκετός. Όχι εκεί.»

Η Ισαβέλλα χαμογέλασε περισσότερο. Έκανε ένα βήμα προς το μέρος του.

Ισαβέλλα (μαλακά):
«Πες μου περισσότερα.»

Ο Λέων ένιωσε το στομάχι του να σφίγγεται. Αλλά μίλησε.

Λέων:
«Δεν ένιωσα ποτέ… άντρας με την έννοια που την κουβαλούν οι άλλοι. Εσύ ήσουν πάντα πιο μεγάλη από αυτό που μπορούσα να χειριστώ. Κι όταν τον είδα… να σε παίρνει, να σε κάνει να λυγίζεις, να χάνεις τον έλεγχο… κάτι μέσα μου δεν ήθελε να τον σταματήσει. Ήθελε να τον βλέπει.»

Η Ισαβέλλα αναστέναξε ελαφρά — όχι βαριά, αλλά σαν κάποια πίεση να έφυγε. Έφτασε μπροστά του.

Ισαβέλλα:
«Αυτό που λες… είναι πολύ σημαντικό για μένα, Λέων. Πιο σημαντικό απ’ όσο νομίζεις.»

Άπλωσε το χέρι της και του έπιασε το πρόσωπο — όχι για να τον καθησυχάσει, αλλά για να τον κρατήσει στο βλέμμα της.

Ισαβέλλα:
«Δεν με πονάει η αδυναμία σου. Με πληγώνει η σιωπή σου. Και τώρα… αυτή η σιωπή έσπασε.»

Ο Λέων αναστέναξε.

Λέων:
«Όταν μου είπαν… για την εγκυμοσύνη, για το ενδεχόμενο… για εκείνον, μέσα σου… ένιωσα κάτι να με διαπερνά. Σαν να ήθελα να φωνάξω. Και την ίδια στιγμή… ένιωσα να σκληραίνω.»

Η Ισαβέλλα χαμογέλασε πλατιά τώρα. Πλησίασε περισσότερο. Το μέτωπό της ακούμπησε στο δικό του.

Ισαβέλλα (χαμηλόφωνα, με τόνο παιχνιδιάρικα σκοτεινό):
«Ξέρεις τι με ανάβει περισσότερο; Ότι τώρα… λες την αλήθεια. Ότι σε καίει αυτό. Ότι σε σκίζει η σκέψη… κι όμως, τη θες. Θες να με βλέπεις να τον παίρνω. Θες να το αντέχεις. Και τώρα… είσαι πιο δικός μου από ποτέ.»

Ένα δάχτυλό της άγγιξε το πηγούνι του. Τον κράτησε εκεί.

Ισαβέλλα (με σταθερό βλέμμα, χαμηλόφωνη αλλά ανελέητη):
«Πες μου την αλήθεια. Σε καυλώνει η ιδέα να με γκαστρώσει εκείνος; Να με γεμίσει, να με πονέσει… και να το κουβαλάω μέσα μου, μέρα με τη μέρα, ενώ εσύ με κοιτάς;»

Ο Λέων δεν απάντησε αμέσως. Τα μάτια του έκλεισαν για μια στιγμή — σαν να πάλεψε ανάμεσα σε λέξεις και ένστικτο. Ύστερα τα άνοιξε.

Λέων (βραχνά):
«Ναι. Με καυλώνει. Δεν ξέρω γιατί. Αλλά όταν το σκέφτομαι… δεν νιώθω ήττα. Νιώθω… να ζω.»

Η Ισαβέλλα χαμογέλασε. Όχι πια με στοργή. Με επιβεβαίωση.

Η Ισαβέλλα άφησε το χέρι της να χαϊδέψει χαμηλά το στομάχι της, σαν να σχεδίαζε εκεί κάτι που δεν υπήρχε ακόμη. Το βλέμμα της άστραψε, διάφανο, αλλά με εκείνη την υποδόρια σκοτεινότητα που προκαλεί μόνο όσους τολμούν να μείνουν.

Ισαβέλλα (με διαπλατύ χαμόγελο αποδοχής):
«Και θα σου σηκώνεται, Λέων; Κάθε εβδομάδα… όταν θα με βλέπεις να φουσκώνω; Όταν θα βλέπεις πως ό,τι μεγαλώνει μέσα μου… δεν είναι δικό σου;»

Ο Λέων δεν απάντησε με λέξεις. Μόνο η ανάσα του έγινε βαρύτερη. Το στόμα του μισάνοιξε. Έγνεψε.

Ισαβέλλα (πιο ήσυχα, σχεδόν σαδιστικά γλυκά):
«Θα το μεγαλώσουμε μαζί. Και κάθε φορά θα ξέρεις… πως είναι δικό του και δικό μου. Όχι δικό σου. Και θα σε καίει. Και θα το λαχταράς. Και θα το κουβαλάς. Και θα παιζεις με το πουλί σου με την σκεψη..»

Το χαμόγελό της έγινε τώρα πιο προκλητικό. Ξεκούμπωσε αργά ένα κουμπί από το φόρεμά της.

Ισαβέλλα:
«Θα μας καθαρίζεις, έτσι; Κάθε φορά που τελειώνουμε. Θα γονατίζεις. Θα μαζεύεις ό,τι έμεινε μέσα μου… και θα το γεύεσαι.»

Ο Λέων ρίγησε. Το βλέμμα του δεν έφευγε από τα χείλη της.

Ισαβέλλα (σκύβοντας ελαφρά στο αυτί του):
«Θα με γλείφεις, αγάπη μου. Όχι μόνο για να με καθαρίσεις. Αλλά για να μας ξαναφτιάξεις. Να γίνεις πάλι χρήσιμος… κάθε φορά που θα κάνουμε διάλειμμα.»

Λέων (σχεδόν άηχα):
«Ναι… θέλω.»

Η Ισαβέλλα χαμήλωσε το βλέμμα της και τράβηξε απαλά το ύφασμα από την κοιλιά της. Το κόσμημα έλαμψε στο ημίφως. Ήταν μικρό, λεπτοδουλεμένο — απεικόνιζε ένα γυναικείο σώμα σε αρχέγονη ησυχία, με την κοιλιά του ελαφρώς φουσκωμένη, σαν να υπονοούσε τη ζωή που ξεκινούσε. Στο κέντρο της, ένας βαθύς, κόκκινος λίθος — όχι περαστικός· φωλιασμένος, σαν καρδιά.

Ισαβέλλα (ήρεμα, με βαθύ βλέμμα):
«Η μητέρα σου… μου έδωσε την ευλογία της. Εδώ.»
Έδειξε με τα δάχτυλα τον λίθο.
«Τώρα χρειάζομαι και τη δική σου.»

Ο Λέων δεν χρειάστηκε να σκεφτεί. Γονάτισε μπροστά της, σαν να το ήξερε από καιρό. Τα χέρια του χάιδεψαν την κοιλιά της με δέος, και μετά το στόμα του άγγιξε το κόσμημα — αργά, με ευλάβεια. Ένα φιλί, όχι μόνο σε αυτήν· αλλά σε αυτό που δεν είχε ακόμα γεννηθεί.

Και τότε… η στιγμή έσπασε από μια φωνή. Ήρεμη, ζεστή, γεμάτη περηφάνια.

Αλεξάνδρα (από το άνοιγμα της πόρτας):
«Μπράβο, καμάρι μου. Είμαστε πολύ περήφανοι για σένα. Για όλους σας.»

Η Ισαβέλλα ανασηκώθηκε. Ο Λέων γύρισε το κεφάλι του. Η πόρτα ήταν μισάνοιχτη — και εκεί, στο κατώφλι, στέκονταν ο Δημήτριος και η Αλεξάνδρα. Η παρουσία τους δεν τρόμαξε. Έμοιαζε αναγκαία. Έγκριση. Μαρτυρία. Σφραγίδα.

Ο Λέων κάθισε μπροστά στην οθόνη, αποφεύγοντας να αγγίξει το ποντίκι. Το ημερολόγιο ήταν ήδη ανοιχτό, εκτεθειμένο στην κοινή οθόνη, χωρίς κωδικούς ή προστασία. Η Ισαβέλλα το είχε αφήσει επίτηδες έτσι – μια γυμνή πρόσκληση, μια δήλωση διαφάνειας, ή μάλλον: εξουσίας. Οι γραμμές των ραντεβού ήταν χρωματισμένες. Ροζ για τα επαγγελματικά. Κόκκινο για τις συναντήσεις με τον Αδριανό. Και τώρα, μια νέα απόχρωση: απαλό βυσσινί, με μικρά λουλούδια, να σημαδεύει τρεις διαδοχικές ημέρες. “Περίοδος υψηλής γονιμότητας”, έλεγε η σημείωση. Δίπλα ένα emoji σπόρου, κι ένα από εκείνα τα αινιγματικά βλέμματα που χρησιμοποιούσε η Ισαβέλλα μόνο όταν ένιωθε τον απόλυτο έλεγχο του πλαισίου.

Δεν τόλμησε να σβήσει τίποτα. Ούτε να σχολιάσει. Έμεινε να κοιτά, απορροφώντας τη σημασία του: η πράξη δεν είχε γίνει τυχαία· ήταν σήμα, ιερογλυφικό, διαταγή.

Το τηλέφωνο χτύπησε. Ένα όνομα που δεν περίμενε: “Κυρία Ερατώ Ληναίου”. Μια παλιά γνωστή, φίλη της μητέρας του. Φωνή παχιά, λαδωμένη από παλιά αρώματα και χειραψίες με σημασία.

Το τηλέφωνο χτύπησε. Ένα όνομα που δεν περίμενε: “Κυρία Ερατώ Ληναίου”. Μια παλιά γνωστή, φίλη της μητέρας του. Φωνή παχιά, λαδωμένη από παλιά αρώματα και χειραψίες με σημασία.

— Λεωνίδα μου! Τι κάνεις, χρυσό μου παιδί; Πόσον καιρό έχουμε να μιλήσουμε, ε;

Η φωνή της είχε εκείνο το φίνο σφίξιμο των γυναικών που έμαθαν να μιλούν με τσαγιέρες και σατέν γάντια. Χωρίς βιασύνη. Χωρίς περιττή εγγύτητα — αλλά και χωρίς απόσταση.

— Καλά είμαι, κυρία Ερατώ… Εσείς;

— Πάντα καλά, όσο μπορώ! Αν και… να σου πω, τελευταία, κάτι ψιθυρίζεται στις αυλές… κάτι… τρυφερό.

Ο Λέων σιώπησε. Περίμενε. Η καρδιά του χτύπησε ανεπαίσθητα πιο γρήγορα.

— Μα μη φοβάσαι! Δεν είναι κουτσομπολιό αυτό, είναι χαρά. Ξέρεις, οι παλιές φίλες, σαν την Αλεξάνδρα κι εμένα, δεν μοιραζόμαστε μυστικά· μοιραζόμαστε κύκλους.

— Κύκλους;

— Μμμ, ναι… κύκλους ζωής. Αναπνοής. Παράδοσης. Και κάποιες φορές… κυήσεως.

Ο Λέων ένιωσε τα ρουθούνια του να τεντώνονται ανεπαίσθητα, σαν να μύρισε κάτι ελαφρώς σιδερένιο, κάτι τελετουργικό.

— Συγγνώμη, δεν καταλαβαίνω. Η μητέρα μου είπε κάτι;

— Όχι κάτι, αγαπημένο μου αγόρι. Είπε πολλά. Μα με αγάπη. Με περηφάνια, αν θες να το πω καθαρά. Ξέρεις, η Αλεξάνδρα δεν είναι εύκολη στα λόγια — αλλά όταν ανοίγει το στόμα της, δεν είναι ποτέ τυχαίο. Μου μίλησε για την ωριμότητα σου. Για την ανθεκτικότητα σου. Για την… προσαρμοστικότητά σου.

— Δεν ήξερα ότι… μιλούσε τόσο ανοιχτά.

— Ω! Δεν μιλάει “ανοιχτά”. Η Αλεξάνδρα ποτέ δεν ήταν χυδαία. Μιλάει όμως “μέσα” από τις λέξεις. Κι εγώ… εγώ την καταλαβαίνω.

Συνέβη μια μικρή παύση. Όχι αμήχανη — σχεδόν θεατρική. Η Ερατώ ήξερε να στήνει σκηνές ακόμα και σε απλό ακουστικό.

— Ξέρεις, Λεωνίδα, κάποτε και σε μένα μου φάνηκαν όλα αυτά… κάπως. Ακραία. Ξένα. Μα έπειτα, είδα την κόρη μου. Τη Δανάη. Την είδες κι εσύ κάποτε, νομίζω… τότε, στη γιορτή του Δημήτρη, που είχε έρθει με εκείνο το λευκό καπέλο.

Ο Λέων θυμήθηκε. Διστακτικά. Ήταν έφηβος τότε. Η Δανάη ήταν δύο χρόνια μεγαλύτερη και είχε τα πόδια της κολλημένα σαν φλόγες γύρω από το στόχο του βλέμματος του.

— Εκείνη, Λεωνίδα μου, σήμερα είναι μάνα. Μα όχι του παιδιού του άντρα της. Όχι. Έμεινε έγκυος από τον Θωμά — τον Bull της. Και ξέρεις ποιο είναι το όμορφο;

Ο Λέων δεν απάντησε.

— Ο άντρας της… είναι χαρούμενος. Ήταν παρών. Την κράταγε απ’ το χέρι όταν συνέβαινε. Δεν ένιωσε κατώτερος. Ένιωσε… ελεύθερος.

Η λέξη κρεμάστηκε ανάμεσα τους. Ελεύθερος. Όχι ακριβώς ευτυχισμένος, ούτε παθητικά ανεκτικός. Μα απελευθερωμένος. Σαν να είχε εγκαταλείψει τη μάχη για τον έλεγχο και είχε κερδίσει κάτι πολύ βαθύτερο.

Ο Λέων ένιωσε τα δάχτυλά του να σφίγγουν ασυναίσθητα το ακουστικό.

— Και… πώς; Δηλαδή… πώς το διαχειρίστηκαν; Εσείς τι κάνατε;

— Εγώ, παιδί μου; Εγώ το ευλόγησα. Δεν ήταν εύκολο — ποτέ δεν είναι. Αλλά είναι όμορφο όταν δεις τον άντρα να ανασαίνει χωρίς το βάρος της διεκδίκησης. Κι η Δανάη… η Δανάη έγινε θεά μέσα στο σπίτι της. 

Ο Λέων ένιωσε ένα ρίγος. Κάτι μέσα του ακούμπησε μια άγνωστη μα γνώριμη αλήθεια. Κι όμως, υπήρχε ακόμα το ερώτημα:

— Και… εγώ; Εννοώ… πώς μπορώ να βοηθήσω; Να μην είμαι απλώς… θεατής;

Η φωνή της Ερατούς μαλάκωσε, σαν να άγγιξε μετάξι με γυμνά δάχτυλα.

— Τώρα ρωτάς σωστά. Δεν είσαι θεατής, Λεωνίδα μου. Είσαι μέλος. Και όπως κάθε μέλος σε μια σύνθετη λειτουργία, έχει ρόλο. Μικρός, ίσως. Αλλά αναγκαίος. Χωρίς εσένα, το βλέμμα της δεν θα είχε το ίδιο βάθος. Ο σπόρος του Ανδριανού δεν θα είχε το ίδιο βάρος. Το σπίτι δεν θα είχε ισορροπία. Όμως…

Σταμάτησε, δίνοντας χώρο στη σιωπή να ζυγίσει τις λέξεις.

— Πες μου κάτι προσωπικό. Εσύ και η Ισαβέλλα… πώς να το θέσω… έχεις προικισμένη σωματικότητα;

Ο Λέων ένιωσε την ανάσα του να κόβεται για μια στιγμή. Ήξερε τι εννοούσε. Ήταν το είδος ερώτησης που ποτέ δεν απαντάς πραγματικά. Μα απάντησε, όσο πιο απογυμνωμένα μπορούσε.

— Θα έλεγα… φυσιολογικά. Μάλλον προς το διακριτικό.

— Μμμ. Λογικό, μουρμούρισε εκείνη, και υπήρχε ένα απαλό χαμόγελο πίσω απ’ τη λέξη. “Είναι πολύ πιο κοινό απ’ όσο φαντάζεσαι. Κι εδώ έρχεται η πρώτη, ουσιαστική οδηγία: cock cage.”

— Συγγνώμη;

— Ναι, ναι. Ένα μικρό, μεταλλικό ή σιλικονένιο. Δεν είναι τιμωρία — είναι τελετουργικό. Βάλε το, όχι όλη τη μέρα. Τρεις, τέσσερις ώρες. Πες της, να το ξέρει. Πες της ότι είναι μέρος της υποδοχής. Αυτό λειτουργεί υποσυνείδητα. Της προσφέρει το δικαίωμα να επιλέγει. Την απενοχοποιεί. Κι εσένα σε βοηθά να… συγκεντρωθείς. Όχι στη σάρκα, αλλά στον ρόλο σου.”

— Στον ρόλο μου…

— Μμμ… λοιπόν. Θα σου πω κάτι που δεν το λέω συχνά. Μόνο γιατί ξέρω πια ότι είσαι μέσα. Όχι επειδή το αποφάσισες — αλλά γιατί σε διάλεξαν.

Ο Λέων δεν μιλούσε. Άκουγε τη φωνή της Ερατώς σαν να τον χάιδευε πίσω από το αφτί, με αργές, θερμές κινήσεις.

— Το να φοράς το cage δεν είναι τιμωρία. Είναι υπενθύμιση. Θα σε κάνει να νιώσεις άβολα, φυσικά. Ιδίως στην αρχή. Σαν να παίζεις με κάτι που δεν σου ανήκει, ενώ είναι δικό σου. Θα το αισθάνεσαι να σε περιορίζει — και αυτό ακριβώς είναι το δώρο.

Σταμάτησε για λίγο. Ύστερα συνέχισε, με φωνή λίγο πιο ζεστή. Σαν να άνοιγε ένα κουτί αναμνήσεων.

— Αυτό μου το έμαθε η ίδια η Δανάη. Ο σύζυγός της δυσκολευόταν πολύ… Δεν μπορούσε να τελειώσει φορώντας το. Ένιωθε λίγος, ντροπιασμένος. Εκείνη, αντί να τον λυπηθεί, άρχισε να παίζει μαζί του — όχι σκληρά, αλλά… πειραχτικά. Κι ο εραστής της, ο Θωμάς, μπήκε στο παιχνίδι. Τον πείραζαν, γελούσαν, του έλεγαν “Καμία σχέση, αγάπη μου… έτσι; Εδώ είμαστε αλλού. Θα τα καταφέρεις τελικά ή πια δεν μπορείς ούτε να χύσεις;” Στην αρχή φάνηκε σκληρό. Μα εκείνος… ξαφνικά… τα κατάφερε. Μέσα στο cage. Μπροστά τους.

Ο Λέων ένιωσε ένα παράξενο τράνταγμα στο στομάχι του. Δεν ήξερε αν ήταν φθόνος ή θαυμασμός.

— Ξέρεις τι συνέβη μετά;

— Τι;

— Τον πήραν αγκαλιά. Και οι δύο. Έπεσαν πάνω του σαν μανδύας από θερμό μετάξι. Η Δανάη του φίλησε τα βλέφαρα.  Δεν υπήρχε κακία — μόνο τρυφερότητα. Και μια παράξενη, άγια χαρά. Αυτό σου το λέω, Λεωνίδα μου, γιατί καταλαβαίνω. Γιατί πλέον είσαι μέσα. Όπως η μητέρα σου μου μίλησε χωρίς φραγμούς, έτσι σου μιλώ κι εγώ. Δεν είναι ντροπή. Είναι θέση.

Η φωνή της χαμήλωσε σχεδόν σαν ψίθυρος.

— Να το δοκιμάσεις. Και να μη φοβηθείς αν δεν τα καταφέρεις αμέσως. Το σώμα υποτάσσεται όταν η ψυχή του πει “είναι εντάξει”.

Ο Λέων δεν απάντησε αμέσως. Κρατούσε το κινητό στο αυτί, αλλά τα βλέφαρά του ήταν μισόκλειστα, σαν να βυθιζόταν σε έναν εσωτερικό, πιο παχύ κόσμο. Η φωνή της Ερατώς δεν του μιλούσε πια σαν τρίτος· του μιλούσε σαν κάποια που είχε ήδη διαβεί το ίδιο μονοπάτι — και τον περίμενε στην άλλη άκρη, όχι με απαιτήσεις, αλλά με κατανόηση.

— Κυρία Ερατώ… δεν ξέρω τι να πω.

— Μη λες τίποτα, παιδί μου. Τα λόγια είναι για πριν — εσύ είσαι μετά.

Έκανε μια ανάσα που ακούστηκε στο ακουστικό σαν παλιό χρυσό να γυαλίζει.

— Ό,τι κι αν νιώσεις τις επόμενες μέρες… να το κρατήσεις ήπιο μέσα σου. Να μην το πολεμήσεις. Το άγνωστο δεν θέλει να νικηθεί. Θέλει να το ακούσεις.

Κι ύστερα, σχεδόν ψιθυριστά, σαν να τον ευλογούσε:

— Σε δέχομαι. Και χαίρομαι. Πολύ.

Το τηλέφωνο έκλεισε αθόρυβα. Ο Λέων έμεινε μόνος με τη δόνηση της φωνής της μέσα στο αυτί του, σαν μια αόρατη χούφτα να τον χάιδευε πίσω απ’ τον αυχένα. Σηκώθηκε αργά από την καρέκλα, ένιωσε το παντελόνι του να σφίγγει ξαφνικά αλλιώς. Δεν ήξερε αν ήταν από ντροπή ή επιθυμία.

Ίσως και τα δύο.


Κεφάλαιο Έβδομόν – «Η Ρωγμή»

Ο Λέων στάθηκε μπροστά στο παράθυρο του γραφείου του, με τα χέρια σφιγμένα πίσω απ’ την πλάτη. Η πόλη έξω έλαμπε υπό το φως των προβολέων, μα εκείνος ένιωθε τη λάμψη της να του χτυπά στα μάτια, χωρίς να τον ζεσταίνει. Σήκωσε το κινητό του, δίστασε, και τελικά πληκτρολόγησε:

“Μητέρα. Πρέπει να μιλήσουμε.”

Η απάντηση ήρθε σχεδόν αμέσως:

“Έλα. Στο σπίτι. Χωρίς αναβολές.”

Το καθιστικό ήταν μισοσκότεινο. Η Αλεξάνδρα καθόταν στην αγαπημένη της πολυθρόνα, με ένα ποτήρι κονιάκ στο χέρι. Δεν σηκώθηκε όταν μπήκε ο Λέων — μόνο τον κοίταξε, χαμηλά και κάθετα.

«Δεν μου αρέσει αυτό που γίνεται, μητέρα… Δεν ξέρω αν… αν συμφωνώ.»

Η Αλεξάνδρα σήκωσε το ποτήρι της και το στριφογύρισε.

«Δεν ήρθες για να συμφωνήσεις, Λέων. Ήρθες διότι αδυνατής ακόμα να καταλάβεις.»

Εκείνος σάστισε.

«Αισθάνομαι πως… εκτοπίζομαι. Όλοι παίρνουν ρόλους γύρω μου — εκτός από μένα.»

Η Αλεξάνδρα δεν έδειξε θυμό. Μόνο ένα αδιόρατο μειδίαμα.

«Λες και δεν πήρες ρόλο… Μα η κυρία Ερατώ σου έδωσε οδηγίες, σωστά; Τι σου είπε;»

Ο Λέων έσκυψε το βλέμμα. «Ότι… να παρατηρώ. Να ακούω. Να δέχομαι. Να… νιώθω.»

Η Αλεξάνδρα έγνεψε. Ήπιε μια μικρή γουλιά.

«Και το κάνεις αυτό; Ή προσποιείσαι δυσφορία μπροστά σ’ αυτό που σε μεταμορφώνει, επειδή δεν έχεις το θάρρος να το ονομάσεις απόλαυση;»

Ο Λέων δεν μίλησε.

Η Αλεξάνδρα σηκώθηκε, στάθηκε κοντά του. Το άρωμά της είχε βάθος, κρύσταλλο και μέλι.

«Σου δόθηκε ρόλος, παιδί μου. Απλώς είναι ρόλος που απαιτεί ευφυΐα, όχι ένστικτο. Υπομονή. Όχι επιβολή. Ο άντρας που θυσιάζει τη ματαιοδοξία του… γίνεται αναγκαίος. Ο άλλος, ο δήθεν κυρίαρχος, είναι πάντα αναλώσιμος.»

Έβαλε το χέρι της στον ώμο του, σχεδόν τρυφερά.

«Ανήκεις. Αρκεί να σταθείς στη θέση που σε τιμά. Ακόμα κι αν δεν είναι αυτή που φαντάστηκες..»

Ο Λέων έκλεισε τα μάτια του για λίγο.

Το σπίτι ήταν σιωπηλό όταν ο Λέων μπήκε. Η κουζίνα σκοτεινή, μόνο η λάμψη απ’ το καθιστικό φωτιζόταν από τη θαμπή οθόνη μιας λάμπας αλατιού. Πέταξε το σακάκι στον καναπέ, χαλάρωσε τη γραβάτα. Δεν υπήρχε μουσική. Μόνο μια αδιόρατη ένταση στην ατμόσφαιρα — κάτι που είχε μείνει στον αέρα από προηγούμενες λέξεις, ανεξιχνίαστες.

Η Ισαβέλλα τον περίμενε στην κρεβατοκάμαρα. Δεν του φώναξε. Δεν του μίλησε. Απλώς στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη με τη ρόμπα ανοιχτή, τα πόδια της γυμνά, το βλέμμα στραμμένο στην αντανάκλαση. Πίσω της, στον κομοδίνο, ακουμπούσε ένα διαφανές κλουβί αγνότητας με το μικρό του λουκέτο ανοιχτό — και το κλειδί δίπλα, τυλιγμένο με μια ροζ κορδέλα.

«Έλα,» του είπε ψυχρά. «Έλα να παίξουμε… Μην ντρέπεσαι.»

Ο Λέων δίστασε.

Η Ισαβέλλα γύρισε ελαφρώς, και μ’ ένα καυστικό χαμόγελο του πέταξε:

«Τι έγινε; Το μεγάλο αγόρι θέλει να αισθάνεται κυρίαρχο απόψε;»

Δεν τον περίμενε. Πλησίασε. Ξεκούμπωσε μόνη της το παντελόνι του, τον έβγαλε έξω. Το πέος του ήταν μισοσκληρό, αμήχανο. Έσκυψε ελαφρά, το κοίταξε με ψεύτικη συμπάθεια.

«Α, καημένο… Μη σε νοιάζει. Θα σου βάλουμε κάτι να σε κρατήσει ασφαλές. Μη μας πάθεις και τίποτα απ’ τον ενθουσιασμό του.»

Πήρε το διάφανο cage, το φόρεσε με κινήσεις ακριβείς — σχεδόν σαν να κουμπώνει κουμπιά παιδικού πουκαμίσου. Έκλεισε το λουκέτο, κλικ. Κράτησε το κλειδί στα δάχτυλα.

Το σήκωσε μπροστά του.

«Το κρατάω εγώ.  Νομίζω ότι είναι σημαντικό και για τους δυο μας να καταστεί σαφές, ποιος έχει τον έλεγχο και ποιος τον έχει απολέσει.»

Ο Λέων χαμήλωσε το βλέμμα.

Η Ισαβέλλα γύρισε ξανά προς τον καθρέφτη. Έπιασε απαλά την κοιλιά της και την τέντωσε.

«Πώς σου φαίνομαι; Δεν σου κρύβω ότι, όταν κοιτιέμαι κατά αυτό τον τρόπο στο καθρέφτη, γνωρίζοντας την κατάστασή μας… καυλώνω όσο ποτέ άλλοτε στην ζωή μου.»

Έσκυψε, τράβηξε την κοιλιά της πιο μπροστά, έκανε το δέρμα να φαίνεται τεντωμένο, νεανικό.

« Ειδικά δε… όταν σκέφτομαι ότι το θέλεις και εσύ μαζί μου… και σε βλέπω να κάθεσαι με το γλυκό σου κλουβάκι, να με βλέπεις… γνωρίζοντας ότι δεν θα έχεις καμία συμμετοχή….»

Έσκυψε ξανά, αυτή τη φορά στο αυτί του.

«Είσαι… γλυκός. Σ αγαπώ όσο τίποτα άλλο!»

Τον φίλησε απαλά στο λαιμό.

«Έλα. Μπάνιο.»

Η τουαλέτα ήταν ήδη προετοιμασμένη. Ένα μαλακό φως από το επάνω spot έπεφτε λοξά στο πλακάκι. Η Ισαβέλλα σήκωσε το τηλέφωνο του νερού, ρύθμισε τη ροή σε μέτρια πίεση.

Χωρίς κουβέντα, γονάτισε. Πέρασε τα δάχτυλά της στα πόδια της, και αργά, ήρεμα, οδήγησε το στόμιο μέσα της.

Έσφιξε τους γλουτούς. Η πίεση του νερού άρχισε να γεμίζει το εσωτερικό της.

«Αχ… Το νιώθω να με τεντώνει… πονάω αλλά τον σκέφτομαι… »

Ο Λέων καθόταν στα γόνατα, το cage του είχε αρχίσει να σφίγγει. Δεν μπορούσε να κάνει τίποτα. Μόνο να παρακολουθεί.

Η Ισαβέλλα το κατάλαβε. Χαμογέλασε.

«Κοίτα την… κοίτα πως φουσκώνει… κοίτα τι κάνω για εκείνον… Θεέ μου, πόση καύλα να σ’ έχω δίπλα μου σε όλο αυτό… πνίγομαι… μέσα κι έξω!»

Ο Λέων δάγκωσε τα χείλη του.

«Ντροπή, ε;»

Η φωνή της είχε καρφιά.

«Δεν πειράζει που δεν θα έχεις να κάνεις με αυτό. Είναι έτσι καλύτερα από κάθε πλευρά. Άλλωστε νομίζω οτι… όσο θα με βλέπεις να αλλάζω… θα τον παίζεις όλο και πιο συχνά… και να σου πω κάτι… θα σε αφήνω να τελειώνεις στην κοιλίτσα μου. Για να δεις… πόσο πραγματικά αναγκαίος μου είσαι.»

Γύρισαν στον καθρέφτη. Η κοιλιά της Ισαβέλλας είχε φουσκώσει — όχι υπερβολικά, μα αρκετά για να αλλάξει το περίγραμμά της. Στεκόταν με τη μία παλάμη κάτω από την καμπύλη και την άλλη πίσω στην πλάτη της.

«Βγάλε το κινητό.»

Ο Λέων υπάκουσε. Η Ισαβέλλα πόζαρε. Άγγιζε την κοιλιά της, χαμογελούσε λοξά. Σαν να έπαιζε μια έγκυο ηθοποιό σε σκοτεινή παράσταση. Έσκυβε μπροστά, κοίταζε το φακό.

Μετά τον έστησε δίπλα της. Γονάτισε. Έπαιξε με το κλουβί του. Το άγγιξε με το νύχι.

«Κοιτάξτε τον… τι γλυκό που είναι με το κλουβάκι του. Τον μικρό μου. Δεν του επιτρέπεται τίποτα — μόνο να με βλέπει. Πονάει που το παίζεις; Δεν πειράζει μάτια μου… αυτά τα μικρά γλυκά πουλάκια… πρέπει όταν χύνουν να πονάνε και λίγο… εν αντιθέσει με τις μεγάλες κι αντρικές πούτσες!»

Έβγαλε και δεύτερη φωτογραφία. Εκείνος, στα γόνατα, να προσπαθεί να αυνανιστεί με κλειδωμένο το πέος του. Η κάμερα απαθανάτισε την ένταση. Την προσπάθεια. Το μάταιο.

Αλλά… δεν τα κατάφερε.

Ο Λέων άφησε το βλέμμα του να γλιστρήσει προς τα κάτω. Τα δάχτυλά του έσφιγγαν το διάφανο κλουβί του, πίεζαν, τριβόντουσαν σχεδόν με μανία — αλλά τίποτα. Το σπέρμα του αρνιόταν να υπακούσει.

Η Ισαβέλλα στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη, με την κοιλιά της ακόμα ελαφρώς φουσκωμένη, το πρόσωπό της ιδρωμένο. Τον παρατηρούσε από το πλάι, σιωπηλά, μέχρι που τελικά έσκυψε λίγο προς το μέρος του.

Η φωνή της ήρθε κοφτερή, με εκείνο το χαμηλό μίσος που μοιάζει με ερωτικό καψίμι.

«Τίποτα. Ούτε στάλα;»

Ο Λέων δεν απάντησε. Κατέβασε το βλέμμα.

«…ούτε αυτό; Είναι… κατ’ ελάχιστον… απογοητευτικό.»

Στάθηκε πάνω του, με τις πατούσες της σχεδόν να ακουμπούν τα γόνατά του. Έσκυψε αργά, και με δύο δάχτυλα ακούμπησε το διάφανο κλουβί του. Δεν το έσφιξε. Δεν το τίναξε.

Απλώς το κράτησε — απαλά.

Το βλέμμα της είχε χάσει τη σκληρότητα της κυριαρχίας. Δεν υπήρχε ειρωνεία. Μόνο μια βαριά, ήσυχη απορία.

«Γιατί δεν τα κατάφερες;»

Ο Λέων σιώπησε. Το πρόσωπό του είχε κοκκινίσει — αλλά δεν ήταν η ντροπή που τον έκαιγε περισσότερο. Ήταν κάτι άλλο. Μια δυσάρεστη αίσθηση κενού. Αποτυχίας, όχι απέναντι σε εκείνη — απέναντι στον ρόλο του.

Η Ισαβέλλα τον κοίταξε για λίγα δευτερόλεπτα. Τα δάχτυλά της έμειναν ακίνητα πάνω στο cage. Ύστερα τον άφησε και σηκώθηκε.

Πήγε μέχρι το κρεβάτι. Έκατσε στην άκρη. Έφερε τα γόνατά της κοντά στο στήθος και αγκάλιασε τις κνήμες της, σαν κάποια που κρύβεται από σκέψη, όχι από φόβο.

«Ήταν κάτι σημαντικό για μένα, Λέων. Όλο αυτό. Η φουσκωμένη κοιλιά, οι φωτογραφίες, το βλέμμα σου… Ήταν κομμάτι του ρόλου μου. Και ήθελα να δω ότι… ακολουθείς.»

Η φωνή της ήταν γυμνή. Όχι φωνή εξουσίας. Φωνή δοκιμής.

«Αλλά όταν δεν τελείωσες… ένιωσα πως… ίσως δεν είσαι πια μέσα σ’ αυτό. Όχι στ’ αλήθεια.»

Ο Λέων σηκώθηκε αργά. Πλησίασε. Κάθισε στο πάτωμα μπροστά της, με τα χέρια στο πλάι, ακουμπισμένα στο χαλί.

«Είμαι μέσα, Ισαβέλλα. Το ξέρεις.»

Εκείνη γύρισε αργά το κεφάλι της και τον κοίταξε. Τα μάτια της ήταν κόκκινα. Το στόμα της σφιγμένο. Δεν απάντησε αμέσως.

«Μέσα πού;» είπε τελικά. Η φωνή της ήταν σταθερή, αλλά έτρεμε από κάτω. «Γιατί εγώ δεν σε βλέπω πουθενά.»

Ο Λέων πλησίασε, έσκυψε μπροστά της. «Δεν το έκανα επίτηδες. Δεν ήθελα να… σε πληγώσω.»

Η Ισαβέλλα τίναξε ελαφρά το κεφάλι.

«Δεν με νοιάζει αν ήθελες ή όχι. Το θέμα είναι πως ήσουν εκεί. Ήσουν μπροστά μου. Γονατισμένος. Με το κλουβί σου. Με τα μάτια σου καρφωμένα πάνω μου. Και… τίποτα. Δεν ένιωσα ούτε για μια στιγμή ότι ήσουν μαζί μου. Ούτε για μισό δευτερόλεπτο.»

Ο Λέων πήγε να μιλήσει αλλά σταμάτησε.

Εκείνη συνέχισε, πιο νευρικά τώρα.

«Προσπάθησα, Λέων. Έκανα κάτι γελοίο, σχεδόν αστείο, για να σε προκαλέσω. Φούσκωσα την κοιλιά μου με νερό. Πόζαρα σαν ηλίθια. Και δεν ένιωσα ούτε για λίγο ότι σε άγγιξα. Ήσουν σαν… σαν να έπαιζες ρόλο. Χωρίς να καταλαβαίνεις γιατί.»

«Δεν είναι έτσι…» ψιθύρισε.

Η Ισαβέλλα σηκώθηκε απότομα. Πήγε προς το παράθυρο. Σταύρωσε τα χέρια της.

«Ξέρεις ποιο είναι το χειρότερο; Δεν είναι που δεν τελείωσες. Δεν με νοιάζει αυτό, στο κάτω κάτω. Το σώμα είναι σώμα. Το χειρότερο είναι ότι με κοίταζες και δεν ήσουν εκεί. Σαν να ήθελες να τελειώσει η σκηνή. Όχι εσύ.»

Έμεινε για λίγο σιωπηλή. Μετά γύρισε και τον κοίταξε.

«Θες να είσαι σ’ αυτό ή όχι; Ειλικρινά. Όχι επειδή σου το είπε η Αλεξάνδρα. Όχι επειδή εγώ σε τραβάω. Όχι επειδή “πρέπει”. Θες να είσαι;»

Ο Λέων σηκώθηκε όρθιος. Ήθελε να απαντήσει. Δεν μπορούσε. Ό,τι κι αν έλεγε, θα ακουγόταν φτηνό.

«Δεν ξέρω τι να σου πω…» είπε στο τέλος.

Η Ισαβέλλα έγνεψε με το κεφάλι, ήρεμα, αλλά πληγωμένα.

«Ούτε κι εγώ.»

Πήγε προς το κομοδίνο, πήρε τις φωτογραφίες στο κινητό, τις κοίταξε για λίγο. Δεν τις ξαναέστειλε ― τις είχε ήδη στείλει. Τώρα απλώς τις κοίταζε.

«Θα κοιμηθώ μόνη απόψε.»

Δεν υπήρχε οργή στη φωνή της. Μόνο κόπωση.

Ο Λέων δεν πλησίασε. Έμεινε στη μέση του δωματίου, σαν ξένος στο ίδιο του το σπίτι.

Η Ισαβέλλα έσβησε το φως.

Στο σκοτάδι, μόνο η αλυσίδα του κλουβιού του ακουγόταν να τρίζει ελαφρά, κάθε που ανάσαινε βαριά.

Και το βάρος της σιωπής της… είχε πιο πολύ νόημα απ’ όσο θα άντεχε.

Η Ισαβέλλα καθόταν στο σαλόνι, με το κινητό στα χέρια. Τα φώτα χαμηλωμένα, το σώμα της τυλιγμένο σ’ ένα λεπτό ριχτάρι. Ο Λέων είχε μείνει μέσα στην κρεβατοκάμαρα. Δεν τον ήθελε εκεί τώρα.

Κοίταζε τις φωτογραφίες. Η κοιλιά της φουσκωμένη. Ο καθρέφτης. Το βλέμμα της. Κι εκείνος — σκυφτός, με το cage, αποτυχημένος.

Άνοιξε τη συνομιλία με την Αλεξάνδρα.

Ισαβέλλα → Αλεξάνδρα
(επισυναπτόμενες φωτογραφίες)
«Έτοιμη. Πλήρης. Όλα έγιναν όπως έπρεπε.
Εκείνος δεν τελείωσε. Και δεν ήταν θέμα σώματος. Ήταν αλλού. Εκτός. Ψυχικά απών.
Αλεξάνδρα… αν δεν μπορεί να σταθεί, θα τινάξει το σχέδιο στον αέρα. Και είναι ο μόνος που δεν μπορούμε να αλλάξουμε.»

Η απάντηση άργησε μόνο δύο λεπτά.

Αλεξάνδρα → Ισαβέλλα
«Θα μιλήσω μαζί του τώρα. Άφησέ τον σε μένα. Το βράδυ δεν τελείωσε ακόμα.»

Ο Λέων καθόταν στην άκρη του κρεβατιού, γυμνός, ακόμα με το κλουβί δεμένο. Δεν είχε ανάψει φως. Μόνο η οθόνη του κινητού φώτισε το πρόσωπό του όταν είδε την κλήση:
ΑΛΕΞΑΝΔΡΑ.

Δεν σκέφτηκε να μην απαντήσει. Το έκανε μηχανικά.

«Ναι.»

Η φωνή της ήταν ψυχρή. Σταθερή. Ακονισμένη.

«Τι συνέβη;»

Ο Λέων καθυστέρησε. Έπιασε το μέτωπό του. Μίλησε χαμηλόφωνα.

«Δεν ξέρω. Ήμουν εκεί, προσπαθούσα, αλλά… δεν έγινε.»

Η σιωπή απ’ την άλλη άκρη κράτησε δυο ολόκληρα δευτερόλεπτα.

Μετά ήρθε η φωνή της:

«Δεν προσπαθούσες. Περίμενες. Αυτό έκανες. Περίμενες να σε σπρώξουν, να σε ξυπνήσουν, να σε ντύσουν, να σε οδηγήσουν. Εσύ τι έδωσες;»

Ο Λέων ένιωσε την πλάτη του να παγώνει.

«Ήμουν κουρασμένος… Ίσως πιεσμένος.»

«Είσαι πιεσμένος;» είπε κοφτά η Αλεξάνδρα. «Θες να μιλήσουμε για πίεση; Για το τι σηκώνει η Ισαβέλλα; Για το πού σε κουβαλάμε όλους μας;»

Η φωνή της χαμήλωσε, και ακούστηκε πιο κοντά, σαν να του μιλούσε μέσα στο μυαλό:

«Σε χρειάζεται. Όχι σαν σύζυγο. Σαν κρίκο. Σαν βάση. Και συ ήσουν εκεί σαν τουρίστας. Σαν να φοβήθηκες το βλέμμα της. Την ευθύνη. Την ένταση.»

Ο Λέων έκλεισε τα μάτια. Δεν είχε τίποτα να αντιτάξει.

«Αν δεν μπορείς να σταθείς σε αυτό, πες το. Μη μας αφήσεις να χτίζουμε πάνω σου. Μη της το κάνεις αυτό.»

«Θέλω…» πήγε να πει.

«Δεν με νοιάζει τι θέλεις. Μ’ ενδιαφέρει τι κάνεις. Την ώρα που έπρεπε να τελειώσεις, δεν το έκανες. Δεν ξέρω αν ήταν φόβος, ντροπή, κόμπος. Ξέρω μόνο ότι την άφησες μόνη. Κι αυτή τη μοναξιά δεν την παίρνουμε πίσω.»

Η φωνή της έσπασε, όχι από αδυναμία — από φόρτιση. Κι αμέσως μετά, έγινε πιο μαλακή.

«Πόνεσες;»

Ο Λέων δεν απάντησε αμέσως. Δεν το περίμενε αυτό. Το κεφάλι του έγειρε ελαφρά προς το κινητό.

«Ήταν άβολο… ναι,» είπε τελικά. «Κάτι δεν… ένιωθα περίεργα.»

Η Αλεξάνδρα τον άκουσε χωρίς να διακόψει. Μετά μίλησε με φωνή χαμηλή, σχεδόν τρυφερή.

«Το ξέρεις πως ο πόνος πρέπει να είναι μέρος του ρόλου σου, έτσι; Δεν έρχεται για να σε σταματήσει. Έρχεται για να σε ανοίξει.»

Μια ανάσα σιωπής.

«Δεν σε σταματά ο πόνος. Σε φέρνει πιο κοντά. Σε μαλακώνει, σε λυγίζει, σε κάνει να παραδοθείς. Το θέμα είναι… να τον αφήσεις να σε γαργαλήσει αντί να σε παγώνει.»

Ο Λέων ακούμπησε το κεφάλι στο χέρι του. Τα μάτια του έτσουζαν. Δεν ήταν δάκρυ. Ήταν ένταση.

Η φωνή της Αλεξάνδρας συνέχισε, πιο αργά τώρα.

«Σκέφτηκα κάτι… Δεν είχες το plug, σωστά;»

«Όχι.»

«Και στο γραφείο… το φοράς σχεδόν κάθε μέρα, δεν είναι έτσι;»

«Ναι.»

«Ίσως αυτό να ήταν. Ίσως… το σώμα σου να μην είχε την πίεση που έχει μάθει. Να μην πήρε το σήμα. Το μυαλό σου μπορεί να ήταν παρόν, αλλά το σώμα περίμενε κάτι άλλο.»

Ο Λέων δεν είχε τι να πει.

«Χωρίς πίεση εκεί… ίσως να ένιωσε άδειο. Να νόμιζε πως δεν ήταν στ’ αλήθεια η στιγμή.»

Μια παύση. Και μετά η φωνή της έγινε ξανά πιο ζεστή. Όχι γλυκιά — ειδική, φροντιστικά αυστηρή.

«Και κάτι ακόμα. Είπες ότι ήταν άβολο. Πως δεν γλίστρησε καλά…»

«Ναι. Ίσως να ήθελε περισσότερο λιπαντικό.»

«Ή περισσότερο… σάλιο.»

Η λέξη ακούστηκε καθαρά, χωρίς ντροπή.

«Αν δεν υπάρχει λιπαντικό… θα φτύσεις. Ή θα σου το φτύσει εκείνη. Σα να σφραγίζει. Σα να ευλογεί. Το σάλιο της δεν είναι υγρό. Είναι μήνυμα. Είναι σύμβολο. Είναι πρόσκληση. Κατανόησέ το έτσι.»

Ο Λέων κατάπιε. Η καρδιά του χτυπούσε αργά, μα δυνατά.

Η φωνή της Αλεξάνδρας ήρθε πιο ήρεμη τώρα. Πιο ζεστή. Σαν χάδι στον αυχένα.

«Άκουσέ με λίγο… Θέλω να σταματήσεις να αγχώνεσαι για το αν θα τελειώσεις. Δεν έχει σημασία.»

Μικρή παύση. Σαν να χαμογελούσε στην άλλη άκρη.

«Δεν είσαι εκεί για το σπέρμα σου πια. Το ξέρεις, έτσι; Δεν χρειάζεται. Δεν είναι αυτό που κάνει την Ισαβέλλα να λάμπει. Δεν είναι αυτό που θα μεγαλώσει το σπίτι σας.»

Ο Λέων δεν μίλησε. Έκλεισε τα μάτια.

«Είσαι εκεί για κάτι άλλο. Είσαι το περιτύλιγμα. Το στήριγμα. Το φόντο που κάνει τα χρώματα της να πετάξουν. Το κερασάκι στην τούρτα. Το μικρό, νόστιμο, διακοσμητικό κομμάτι που όλοι κοιτάζουν και χαμογελάνε.»

Τον άκουσε να γελάει λίγο. Σφιγμένα. Μα ήταν γέλιο.

«Να χαμογελάς. Να γελάς. Αν χρειαστεί να αυτοσαρκαστείς, κάν’ το. Πες τους πόσο άχρηστος ήσουν. Πες της ότι καμαρώνεις τον Ανδριανό. Κι εκείνη θα χαμογελάσει. Και μετά θα καυλώσει. Και εσύ θα το δεις στα μάτια της.»

Έκανε μια τελευταία παύση.

Κι ύστερα, ψιθυριστά — σχεδόν τρυφερά:

«Καληνύχτα, καμάρι μου. Κοιμήσου όμορφα. Αύριο, θα παρουσιαστείς άλλος ανθρωπος… είμαι σίγουρη!»

Και η γραμμή έκλεισε.


Κεφάλαιο Όγδοον: Αντανάκλαση 

Η βραδιά ήταν προμελετημένη. Δεν υπήρχε χώρος για ατυχήματα ή παρερμηνείες. Η Αλεξάνδρα είχε αποφασίσει να εγκαθιδρύσει – και όλοι οι παρόντες ήταν εργαλεία της τελετής. Το σπίτι ήταν ήδη προετοιμασμένο. Οι κινήσεις τους είχαν προβλεφθεί, η ροή είχε δοκιμαστεί, το φως είχε μελετηθεί πάνω στα σώματα και τις σκιές. Δεν επρόκειτο για παιχνίδι. Ήταν πράξη διάλυσης και αναδόμησης. Και ο καθρέφτης… ο καθρέφτης δεν ήταν εκεί για αισθητική. Ήταν για την αποδοχή της θέσης, την παρατήρηση του εαυτού.

Ο καθρέφτης κυριαρχούσε στον χώρο. Ψυχρός, στατικός, απόλυτος. Μπροστά του, ο θρόνος: ξύλινος, σκουρόχρωμος, βαρύς, σα να είχε μεταφερθεί από παλιό αρχοντικό. Ο Λέων καθόταν ακίνητος, γυμνός, με το cage εμφανές. Στο πλάι του η Αλεξάνδρα, ντυμένη σε μαύρο μετάξι, με το βλέμμα της καθηλωμένο όχι σ’ εκείνον αλλά στην αντανάκλαση. Δεν του κρατούσε το χέρι. Του κρατούσε την παρουσία.

Στο βάθος, το κρεβάτι. Η Ισαβέλλα, ήδη στα τέσσερα. Ο Ανδριανός πίσω της, έτοιμος, γυμνός. Ήταν αργός. Όχι από ντροπή αλλά από επίγνωση. Ήξερε πως αυτή η σκηνή δεν ήταν μόνο για το σώμα της Ισαβέλλας. Ήταν για τα μάτια του Λέων. Για την κατάρρευση του.

Αλεξάνδρα (ψυχρά, χωρίς να τον κοιτάζει):

«Βάλε τα δάχτυλά σου πάνω από τη συσκευή. Ξεκίνα…»

Ο Λέων υπάκουσε. Η ντροπή του δεν ήταν καινούργια. Ήταν  πλέον γνώριμη, σχεδόν απαραίτητη πια. Έπαιζε. Όσο μπορούσε να παίξει.

Η Αλεξάνδρα γύρισε ελαφρά προς το αυτί του, τα χείλη της σχεδόν τον άγγιξαν.

Αλεξάνδρα:

«Τους βλέπεις, έτσι; Κοίτα τους… Δες πως ταιριάζουν. Πως γεμίζει εκείνος το κενό που εσύ δυσκολεύεσαι… Είναι φυσικό. Εσύ πάντα φαινόσουν σαν να προσπαθείς.»

Λέων (χαμηλόφωνα):

«Ναι…»

Αλεξάνδρα (με σφιγμένο χαμόγελο, προσπαθώντας να συγκρατήσει τον εαυτό της):

«Δεν ήθελα να στο πω. Στο ορκίζομαι, Λέων. Δεν είχα σκοπό να το μοιραστώ μαζί σου. Όμως… ίσως τελικά να σου κάνει καλό. Να το ακούσεις. Όχι γιατί θέλω να σε πονέσω, αλλά γιατί — όπως μου είπε και η Θάλεια — μερικές αλήθειες είναι χρήσιμες, όσο σκληρές κι αν είναι.

Θυμάσαι εκείνο το βράδυ που σου είπα πως θα βγω με τις κοπέλες; Μαρία, Θάλεια, Άρτεμις… και η Νανά. Καθίσαμε, ήπιαμε κρασί και… χαλάρωσα. Μίλησα. Για σένα. Για τη σχέση μας, για τον ρόλο σου. Για το πώς δυσκολεύεσαι. Τους είπα για το cage. Για τις αποτυχίες σου στην κορύφωση. Ακόμα και για τα… βιντεάκια. Αυτά που έβλεπες παλιά. Με άντρες να υπηρετούν. Με σένα να… φαντασιώνεσαι τέτοιες εικόνες. Τις εμπιστεύομαι. Δεν γελούσαν. Όχι αμέσως. Ήταν πιο συμπονετικές οι αντιδράσεις τους.

Η Άρτεμις όμως… είπε πως είναι κρίμα για την Ισαβέλλα. ‘Χαραμίζεται’, είπε. ‘Μ’ έναν άντρα που μπερδεύει τον ρόλο του’. Και δεν το είπε με κακία. Απλά, σαν διαπίστωση. Η Θάλεια, πιο πρακτική, παρατήρησε — συγγνώμη που θα το μεταφέρω έτσι — πως ‘με τέτοιο μέγεθος, … με εκείνο το… μικρό πραγματάκι ανάμεσα στα πόδια σου, σαν κάτι που δεν ολοκληρώθηκε ποτέ… ακόμα κι αν τελειώσει, δεν θα νιώσει τίποτα η άλλη’. Το είπε με λύπηση. Όχι χλευαστικά.

Η Μαρία — η πιο ήρεμη — με ρώτησε αν σκέφτηκα ποτέ σοβαρά να της βρω κάποιον κανονικό. Έναν άντρα. Σαν τον Ανδριανό. Όχι άλλον ηθοποιό. Εσένα σε χαρακτήρισαν… performer. Σου πάνε οι ρόλοι, μου είπαν, αρκεί να ξέρεις ποιος ρόλος είναι δικός σου. Κι όχι ο πρωταγωνιστικός. Ποτέ.

Θέλω να σταματήσεις να προσπαθείς να γίνεις κάτι που πονάει να βλέπουμε όλοι να αποτυγχάνει. Είσαι για άλλες κορυφές, καρδιά μου. Άλλες.»

Η Ισαβέλλα άφηνε πνιχτούς αναστεναγμούς. Ο Ανδριανός είχε επιταχύνει τον ρυθμό. Το δωμάτιο γέμιζε από έναν συνδυασμό επιβολής και ηδονής. Ο καθρέφτης έδειχνε τέσσερα σώματα σε γραμμική ιεραρχία. Ο Λέων κάτω. Ο Ανδριανός ψηλά. Η Ισαβέλλα στο κέντρο της λειτουργίας. Και η Αλεξάνδρα να κρατά τον άξονα.

Η φωνή της συνέχιζε, αργά, με σαδιστική φροντίδα.

Αλεξάνδρα:

«Καταλαβαίνεις καμάρι μου… ότι δεν μπορούμε να ρισκάρουμε εγκυμοσύνη από σένα. Τι θα έβγαινε; Κάποιος αδύναμος, κουρασμένος, ήπιος. Όχι, εγώ και ο μπαμπάς χρειαζόμαστε έναν φορέα δύναμης. Κι αυτός είναι ο Ανδριανός.»

Η Ισαβέλλα, με έναν δυνατό αναστεναγμό, ακινητεί. Ο Ανδριανός βυθίζεται πλήρως μέσα της. Το σώμα του σφίγγεται, σαν τόξο που λύγισε στη μέγιστη ένταση. Η πράξη ολοκληρώνεται, αλλά αντί για αποφόρτιση, η σιωπή που ακολουθεί είναι σχεδόν απειλητική — σαν κάτι πολύ πιο βαθύ να έχει μόλις γραφτεί ανάμεσά τους.

«Θεέ μου… το νιώθω να συμβαίνει…» ψιθυρίζει η Ισαβέλλα, με βλέμμα θολό, σχεδόν χαμένο. Τα μάτια της γυρίζουν για μια στιγμή προς τον καθρέφτη, σαν να ήθελε να επιβεβαιώσει πως αυτό που ζει είναι πραγματικό.

Ο Ανδριανός μένει μέσα της για λίγο ακόμα, ακίνητος, με το μέτωπο ιδρωμένο. «Έτσι…  κρατιεμαι εδω και μερες, ακριβώς όπως πρώτον οι πεθερά σου», λέει σιγανά, με φωνή που πάλλεται από ικανοποίηση και σκοτεινή κυριαρχία.

Η Ισαβέλλα ανατριχιάζει, όχι μόνο απ’ την πράξη, αλλά από το βάρος αυτής της απόλυτης προσφοράς. Σφίγγει τα δάχτυλα στα σεντόνια, σαν να χρειάζεται κάτι να κρατηθεί. «Δεν το πιστεύω… το νιώθω να συμβαίνει…».

Η κίνηση της Αλεξάνδρας ήταν αργή, σχεδόν τελετουργική, καθώς πλησίαζε το κρεβάτι κρατώντας τον Λέων από το χέρι, σαν να τον οδηγούσε σε έναν βωμό. Εκείνος υπάκουος, με ένα βλέμμα μπερδεμένο ανάμεσα στην υποταγή και στην ανάγκη για αποδοχή, ακολούθησε. Η Ισαβέλλα είχε ήδη ανασηκωθεί. Το σώμα της ακόμα πάλλονταν απαλά, ησυχασμένο αλλά με μια υπόγεια ζωντάνια.

Το μεταξωτό κόκκινο μαντήλι βρισκόταν δίπλα της. Εκείνη το πήρε χωρίς δισταγμό, σκούπισε προσεκτικά τον εαυτό της —μια πράξη που έμοιαζε σχεδόν ιερή— και το τέντωσε προς την Αλεξάνδρα. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν για ένα δευτερόλεπτο. Δεν αντάλλαξαν κουβέντες, μόνο μία σιωπηρή συναίνεση.

Η Αλεξάνδρα πήρε το μαντήλι και γύρισε προς τον Λέων. Το ακούμπησε αργά στα χείλη του, σαν να ήθελε να τα καλύψει, να τα “παύσει”. Το πίεσε λίγο παραπάνω από ό,τι χρειαζόταν. Ήταν μια σφράγιση. Το ύφασμα που μύριζε θηλυκότητα και τελική κυριαρχία, τον αγκάλιαζε χωρίς βία, αλλά με βεβαιότητα.

«Δεν είναι κακό να μη μιλάς, Λέων…», είπε η Αλεξάνδρα με μία απροσδόκητα απαλή φωνή. «Μερικά πράγματα λέγονται μόνο με το σώμα. Με τις πράξεις.»

Η Ισαβέλλα, γυρισμένη ελαφρώς στο πλάι, αποκάλυψε την κοιλιά της, γυαλιστερή ακόμα. Τον κοίταξε μισόπλαγα, χωρίς ειρωνεία.

«Αν έχεις κάτι να προσφέρεις… τώρα είναι η ώρα», του είπε με ένα σχεδόν παιχνιδιάρικο χαμόγελο. «Είναι η δική σου ευλογία, σωστά;»

Ο Λέων δίστασε. Η ανάσα του βάρυνε. Έγερνε μπροστά, δειλά, σαν να μην ήξερε αν του επιτρεπόταν. Η Αλεξάνδρα έγειρε πίσω του, ψιθυρίζοντας:

«Σαν καλό αγόρι. Όπως είπαμε… κι ας πονέσει λίγο … δεν πειράζει… ελα να σε καμαρώσω …»

Τα γόνατά του λύγισαν. Τα δάχτυλά του έτρεμαν, αλλά δεν απομακρύνθηκε. Ήξερε. Δεν ήταν πια ζήτημα απόλαυσης. Ήταν η προσφορά του — το τέλος ενός ρόλου και η αρχή ενός νέου.

Η Αλεξάνδρα δεν χρειαζόταν να τον κοιτάξει για να ξέρει τι ένιωθε. Έγνεψε απαλά, με εκείνο το μισό χαμόγελο που δεν άφηνε ποτέ χώρο για παρερμηνείες.

« Πιάστο με τα δαχτυλάκια σου, πάνω από το κλουβί. Μπορείς… κι ας πονάει λίγο»

Ο Λέων γλίστρησε τα δάχτυλά του επάνω από το μέταλλο. Η κίνηση ήταν σχεδόν αστεία, αδέξια, μα ταυτόχρονα είχε μια ειλικρίνεια που δεν μπορούσε να αμφισβητηθεί. Όπως ένα παιδί που εκτελεί μια τιμωρία μπροστά σε δασκάλα και κοινό.

Η Αλεξάνδρα πλησίασε από πίσω του, το στόμα της κοντά στο αυτί του, η φωνή της χαμηλή, αλλά κοφτερή σαν λεπίδα.

«Μην κοιτάς εμένα… Κοίτα εκεί. Το βλέπεις το σώμα του; Τη σιγουριά στο στήθος, το βάρος στα μηριά του; Εκεί είναι ό,τι σου λείπει. Αυτό γεμίζει τώρα τη μήτρα της Ισαβέλλας. Αυτό την κάνει να ανασαίνει αλλιώς. Και θέλω να το νιώσεις. Να το φανταστείς βαθιά μέσα της…να δημιουργείται … »

Η Αλεξάνδρα γύρισε το κεφάλι της αργά προς το μέρος του, τα μάτια της σταθερά, όχι σκληρά, αλλά ήρεμα και βέβαια.

«Ό,τι και να ‘ρθει, Λέων… θα κουβαλάει μέσα του το αποτύπωμα αυτής της νύχτας. Αν είναι κορίτσι, ίσως δει τα πράγματα με τον τρόπο που έμαθε η μητέρα του να τα βλέπει: να παίρνει αυτό που αξίζει. Κι αν είναι αγόρι; Και δεν σου μοιάζει καθόλου; Αν κάθε του κίνηση, κάθε του βλέμμα… θυμίζει τον Ανδριανό;»

Η φωνή της χαμηλώνει, σα να του αποκαλύπτει ένα μυστικό που μόνο λίγοι αντέχουν να ακούσουν.

« Να γεμίζει έναν χώρο όπως δεν τον γέμισες εσύ ποτέ. Και θα σου σηκώνεται. Ναι. Θα το νιώθεις. Γιατί κάπου μέσα σου… θα ξέρεις. Κι εκείνη… εκείνη θα το καταλαβαίνει. Και θα σου χαμογελά. Χωρίς κακία. Με καύλα για μια ζωη, γιατί τελικά, αυτό της χάρισες. Μια ζωή γεμάτη από κάτι που δεν θα μπορούσες εσύ να της δώσεις.»

Ο Λέων δεν μίλησε. Τα μάτια του καρφώθηκαν στο κορμί του Ανδριανού, που στεκόταν δίπλα στην Ισαβέλλα, η οποία ακόμη έλαμπε από τον αντίκτυπο της πράξης. Η Αλεξάνδρα είδε τη διστακτικότητα στο βλέμμα του. Την πάλη ανάμεσα στην ταπείνωση και τη λαγνεία. Και του έδωσε την τελευταία ώθηση.

«Ελα αγάπη μου. Σειρά σου να ευλογήσεις τώρα … αυτό που χτίζουμε. Δώσε στην κοιλίτσα μου,  αυτό που σου απέμεινε. Εδώ, επάνω της. Να νιώσει κι εκείνη το πέρασμά σου. Το αντίο.»

Ένα μικρό ρίγος τον διαπέρασε. Η πράξη, αμήχανη στην εκτέλεση, πήρε έναν σχεδόν θρησκευτικό χαρακτήρα. Και όταν τελικά ολοκληρώθηκε, όχι με ένταση αλλά με παραδοχή, η σιωπή που ακολούθησε είχε βάρος.

Η Αλεξάνδρα τον χάιδεψε στο σβέρκο, σαν να ήθελε να του πει πως όλα έγιναν όπως έπρεπε. Χωρίς θριαμβολογίες. Χωρίς φωνές.

Μόνο τελετουργικά. Μόνο αλήθειες.


Κεφάλαιο Ένατον – Η Στέψη του Τρίτου

Το φως της δύσης σκίαζε απαλά τις καμπύλες της έπαυλης, ενώ οι πρώτοι καλεσμένοι περνούσαν τις βαριές πύλες με επίσημες προσκλήσεις στα χέρια – λευκές κάρτες με σφραγίδα από κόκκινο κερί, φέρουσες το μονόγραμμα της οικογένειας και τον χρυσό αριθμό «III». Το τρίτο πρόσωπο. Ο Τρίτος. Ο μοχλός της ισορροπίας. Ο παρείσακτος που είχε ήδη ριζώσει.

Η αίθουσα υποδοχής είχε διαμορφωθεί με σχεδόν θεατρική πρόθεση: υφάσματα βαριά, σκούρα, πλαισίωναν τις κολώνες· καθρέφτες αντίκρυζαν ο ένας τον άλλον, δημιουργώντας βάθος που μπέρδευε την προοπτική· κι ένα χαμηλό βάθρο – όχι σκηνή, αλλά κάτι ανάμεσα σε άμβωνα και θυσιαστήριο – στο τέλος της αίθουσας, ακριβώς απέναντι από τη μεγάλη είσοδο.

Η Αλεξάνδρα και ο Δημήτριος στέκονταν δεξιά και αριστερά του βάθρου, ντυμένοι αυστηρά, σχεδόν σαν αρχιερείς παλαιού κόσμου. Εκείνη, με φόρεμα από βαρύ μετάξι σε απόχρωση του κεχριμπαριού και με τα μαλλιά σφιγμένα σε περίτεχνο κότσο. Εκείνος, λιγότερο στολισμένος αλλά με βλέμμα που δεν άφηνε αμφιβολίες για τη θέση του.

Όταν άνοιξαν οι θύρες, οι παριστάμενοι στράφηκαν. Το ζευγάρι της βραδιάς εμφανίστηκε στο κατώφλι: η Ισαβέλλα κρατώντας το μπράτσο του Λέοντα, ντυμένη με μια δημιουργία σε απόχρωση του σπασμένου λευκού, σχεδόν νυφική, αλλά πιο τολμηρή – η πλάτη γυμνή, το ύφασμα σχεδόν διαφανές στους γοφούς. Ο Λέων φορούσε κοστούμι παραδοσιακού τύπου, αλλά έμοιαζε περισσότερο με υπηρέτη τελετής παρά με γαμπρό. Ήταν όμορφος. Ήρεμος. Μα τα μάτια του είχαν εκείνο το χαμηλό καψαλισμένο βλέμμα που μόνο ένας άνδρας σε εθελούσια ταπείνωση φέρει.

Οι παριστάμενοι χειροκρότησαν. Όχι απλώς με κοινωνική ευγένεια. Αλλά με αληθινό ενθουσιασμό, που έφερε σ’ αυτόν μία ντροπή ερεθιστική. Έσκυψε ελαφρώς το κεφάλι, μα η στύση του ήταν αισθητή, ακόμα και μέσα από το ύφασμα, σα να τον μαρτυρούσε το ίδιο του το σώμα. Η Ισαβέλλα τον κοίταξε ακίνητη, σαν να ένιωθε το βάρος του βλέμματος όλων να επενδύεται πάνω της.

Προχώρησαν αργά προς το βάθρο. Εκεί, στο κέντρο του κύκλου που είχαν σχηματίσει οι παρευρισκόμενοι, ο Λέων γύρισε προς την Αλεξάνδρα και, σύμφωνα με την παλιά φόρμα του Τύπου, πήρε το δεξί χέρι της Ισαβέλλας με τα δυο του χέρια και το παρέδωσε στη μητέρα του.

Η Αλεξάνδρα το έπιασε χωρίς δισταγμό. Σφίγγοντας ελαφρά τα δάχτυλα της νύφης της, γύρισε προς τον Ανδριανό, που στεκόταν λίγα βήματα πίσω, ντυμένος λιτά, με μια αλαζονική ηρεμία. Τον κοίταξε και, χωρίς να στραφεί στον Λέοντα, οδήγησε την Ισαβέλλα αργά κοντά του. Σαν να της την προσέφερε.

Δεν υπήρξαν λόγια. Η ατμόσφαιρα ήταν παχιά από προσμονή και τελετουργικό βάρος.

Η Ισαβέλλα στάθηκε μπροστά στον Ανδριανό και χαμήλωσε το βλέμμα. Ο Λέων είχε μείνει μόνος στη μέση του κύκλου, με το χέρι του ακόμα υψωμένο στο κενό. Και τότε η Αλεξάνδρα στράφηκε προς το κοινό.

Ήταν η στιγμή του Λόγου.

Η Αλεξάνδρα στάθηκε στο κέντρο, ανάμεσα στην Ισαβέλλα και τον Ανδριανό, με τον Λέοντα ελαφρώς πίσω, σαν σκιά του ίδιου του του παρελθόντος. Το βλέμμα της περιδιάβηκε το πλήθος – φίλους, συγγενείς, συνεργάτες, παλιούς εραστές, και εχθρούς που σήμερα σιωπούσαν από σεβασμό ή φόβο. Κι ύστερα κοίταξε ευθεία μπροστά, όχι σ’ έναν, αλλά σ’ όλους ταυτόχρονα.

«Σήμερα», ξεκίνησε με φωνή σταθερή, «δεν γιορτάζουμε έναν γάμο· αυτός ήδη έγινε. Σήεμρα γιορτάζουμε την επισημοποίηση μιας ένωσεως.»

Έκανε ένα βήμα μπροστά, ανάμεσα στους τρεις. «Η αλήθεια είναι πως κάθε οικογένεια, όσο ευγενής κι αν είναι, οφείλει κάποια στιγμή να αποκαλύψει τους ρόλους της. Ποιος είναι ο σπόρος και ποια η γη. Ποιος ποτίζει και ποιος γεννά. Ποιος προστατεύει και ποιος προσφέρει. Η Ισαβέλλα – κόρη κατά νου, σύζυγος κατά τάξη, μητέρα υπό το πρίσμα του χρόνου – αποδέχθηκε τον εραστή της με καθαρότητα και σθένος. Ο Ανδριανός – τρίτος, μα όχι ξένος – εισέρχεται όχι ως διεκδικητής, αλλά ως εκείνος που της πρωτεύων αρσενικό στην σχέση τους.»

Στρέφεται στον Λέοντα. «Και εσύ, Λιονταράκι  μου. Παιδί μου. Σήμερα δεν παραχωρείς τη σύζυγό σου. Την συνοδεύεις εκεί που ήδη ανήκει. Την ευλογείς για να ευλογηθείς. Υπο μια έννοια την καθαγιάζεις ερωτικά. Δεν εκθρονίζεσαι· αλλάζεις κάθισμα. Κάθε νέος ρόλος είναι προσφορά, κι η προσφορά είναι προνόμιο των γενναίων.»

Κοιτάζει ξανά τους παρευρισκομένους. «Απόψε, ενώπιόν σας, και υπό την επιτήρηση των παρατηρητών που γνωρίζουν ποιοι είμαστε, σφραγίζουμε τη θέση της Ισαβέλλας ως φορέα της νέας ζωής. Κι αναγνωρίζουμε τον Ανδριανό ως τρίτο μοχλό – εκείνον που ολοκληρώνει τη δομή που εμείς δημιουργήσαμε. Ο Λέων θα τιμήσει αυτόν τον ρόλο, με ευλάβεια. Θα σταθεί εκεί που οι λίγοι τολμούν: στην άκρη του καθρέφτη.»

Η Αλεξάνδρα πλησίασε τον Λέοντα. Ακούμπησε τα χέρια της στους ώμους του. Το βλέμμα της δεν είχε λύπηση – μόνο βεβαιότητα.

«Δεν είναι υπακοή αυτό που προσφέρεις, παιδί μου. Είναι παραδοχή. Η παραδοχή πως εκείνος…» – κοίταξε προς τον Ανδριανό – «…φέρει κάτι που δεν μπορούσες, και που δεν χρειαζόταν ποτέ να προσποιηθείς πως είχες. Το κορμί του, η ένταση, η γονιμότητα, ο τρόπος που η Ισαβέλλα λυγίζει κάτω του· δεν είναι ντροπή να μην το είσαι. Είναι χάρη να το αναγνωρίζεις.»

Στα μάτια του Λέοντα δεν υπήρχε πλέον αμφιβολία. Μονάχα εκείνη η φλόγα της ήρεμης καύλας, η οποία γνωρίζει τη θέση της. Δεν ήταν ούτε εξοστρακισμένος ούτε εξευτελισμένος· ήταν αναγνωρισμένος ως κάτι που η κοινότητα σπάνια αντέχει να πει με το όνομά του: ο Βήτα. Ο αναγκαίος Δεύτερος. Ο φύλακας, ο μάρτυρας, ο αυτόπτης της απόλαυσης της γυναίκας του.

«Σήμερα», συνέχισε η Αλεξάνδρα πιο χαμηλόφωνα, μα κάθε της λέξη έφτανε σε όλα τα αυτιά, «δεν στέκεσαι απέναντί της· στέκεσαι πίσω της. Δεν την προστατεύεις από το ξένο· την σπρώχνεις προς αυτό. Και έτσι, ο κόσμος μας σε τιμά, όχι γιατί διεκδικείς… αλλά γιατί βλέπεις καθαρά. Και δεν γυρνάς το βλέμμα.»

Η Αλεξάνδρα έσκυψε αργά μπροστά στην Ισαβέλλα, και με την ανοιχτή παλάμη της ακούμπησε απαλά το κάτω μέρος της κοιλιάς της. Δεν υπήρχε καμπύλη· ούτε σημάδι. Μα η κίνηση περιείχε κάτι πιο βαθύ από μήνυμα: ήταν σαν να αφουγκραζόταν τον απόηχο ενός σπόρου που μόλις είχε εναποτεθεί.

«Εδώ», είπε με φωνή ήρεμη, σχεδόν ψιθυριστή, «δεν κατοικεί ακόμα ζωή. Αλλά το έδαφος… μυρίζει υγρασία. Είναι φρέσκο, λυγισμένο, έτοιμο. Και αυτό ευλογούμε απόψε: την υποδοχή. Τη διαθεσιμότητα. Το άνοιγμα.»

Σήκωσε το ποτήρι της αργά, χωρίς επίδειξη. Κοίταξε την Ισαβέλλα, όχι σαν κόρη, αλλά σαν ιερό δοχείο κάποιου μεγαλύτερου σχεδίου.

«Δεν πίνουμε εις το παιδί», είπε. «…  εις την προσφορά· την σπάνια, ανοιχτή στιγμή όπου όλα είναι πιθανά.»

Στα χείλη της φάνηκε εκείνο το χαμόγελο· αργό, σχεδόν θανάσιμο στην ηρεμία του. Και τότε χαμήλωσε τη φωνή της, μόνο για την Ισαβέλλα – μα όλοι κατάλαβαν.

«Πιες, κορίτσι μου… τώρα που μπορείς ακόμα.»

Και πίσω της, σαν απάντηση στην πρόρρηση, ακούστηκε ένας ψίθυρος ρούχων, μια ανεπαίσθητη αναταραχή. Ένας άνδρας – δεν φάνηκε ποιος – ακούμπησε το χέρι στον ώμο ενός άλλου, και του έγνεψε με σεβασμό. Η κίνηση απλώθηκε, κύμα αδιόρατο, μέσα στον κύκλο.

Η Ισαβέλλα σήκωσε το ποτήρι. Δεν χαμογέλασε. Μα το φως που αντανακλούσε στα μάτια της δεν ήταν από τον πολυέλαιο. Ήταν από μέσα της.

Έπινε εις το δικαίωμα της αβεβαιότητας· εις το τελευταίο βράδυ πριν το σώμα της πάψει να της ανήκει απόλυτα.

Η σιωπή μετά το ποτό δεν κράτησε πολύ. Ο Δημήτριος έκανε ένα βήμα μπροστά· η παρουσία του είχε πάντα το βάρος μιας δήλωσης, ακόμα και χωρίς λόγια. Οι καλεσμένοι στράφηκαν προς αυτόν με έναν σχεδόν αυτόματο σεβασμό.

Στάθηκε δίπλα στον Ανδριανό, τον κοίταξε σταθερά, σχεδόν με υπερηφάνεια – όχι σαν φιλοξενούμενο, αλλά σαν κάτι πιο σπάνιο: επιλογή. Απόφαση. Επένδυση.

«Είμαι άντρας παλαιάς κοπής», ξεκίνησε με τη βροντώδη φωνή του. «Πιστεύω πως κάθε οικογένεια, κάθε δυναστεία, κάθε όνομα, χρειάζεται φρέσκο αίμα…. για να μεταμορφωθεί. Και αυτό, κυρίες και κύριοι…» – γύρισε προς το κοινό και σήκωσε το ποτήρι του – «…δεν έρχεται αναγκαστικά πάντα από τους γιους μας.»

Γύρισε ξανά στον Ανδριανό. «Εσύ, νεαρέ μου, ήρθες για να δώσεις και ν αναλάβεις την κληρονομικη ευθήνη κάποιο άλλου. Και αυτό είναι που κάνει την παρουσία σου τόσο πολύτιμη. Τόσο… καθοριστική

Η λέξη αιωρήθηκε. Ο Ανδριανός έκλινε ελαφρώς το κεφάλι, χωρίς χαμόγελο, με εκείνο το βλέμμα του που δεν ζητούσε αποδοχή – ήξερε πως του είχε ήδη δοθεί.

Ο Λέων, λίγα μέτρα πιο πίσω, πάγωσε. Το κρασί είχε μείνει μισοτελειωμένο στο ποτήρι του. Το βλέμμα του πατέρα του δεν τον είχε αγγίξει ούτε για μια στιγμή. Δεν υπήρχε ούτε μία λέξη προς αυτόν. Και όμως… κάτι μέσα του σκλήρυνε. Κάτι ρεύσε ανάμεσα στα πόδια του, σαν ρίγος που ξεκινούσε από τον αυχένα και κατέληγε χαμηλά, στο πουλί του. Δεν ήταν ακριβώς καύλα – ήταν πιο σκοτεινό. Ήταν σαν το ίδιο του το κορμί να του ψιθύριζε: είδες; ο πατέρας σου τον προτιμά.

Δεν κινήθηκε. Μόνο κοίταξε κάτω. Και ένιωσε το ύφασμα στο καβάλο του να τεντώνεται, ανεπαίσθητα, με ντροπή σχεδόν σεμνή.

Ο Δημήτριος συνέχισε:

«Στο όνομά μου, στο όνομα αυτής της οικογένειας, δηλώνω τον Ανδριανό… επίσημα τον Ταύρο αυτής της οικογένειας.»

Και τότε, απλώνοντας το χέρι, άγγιξε τον ώμο του. Το κοινό απάντησε με ένα χαμηλό, συντεταγμένο χειροκρότημα. Όχι θορυβώδες. Αλλά πυκνό. Εγκριτικό. Σχεδόν μοιραίο.

Ο Λέων δεν χειροκρότησε. Τα χέρια του έμειναν δεμένα μπροστά του. Μα ένιωθε την υγρασία στο δέρμα του. Την πίεση κάτω από το ύφασμα. Και, πιο πολύ απ’ όλα, τη θερμή παρουσία της μητέρας του πίσω του – που δεν χρειαζόταν να πει τίποτα.

Ήξερε.

O Λέων στεκόταν ακόμα, παγωμένος, όταν ένιωσε το γνώριμο άρωμα της Αλεξάνδρας πίσω του – εκείνο το συνδυασμό από φασκόμηλο, πατσουλί και κάτι αδιόρατα μεταλλικό. Δεν τον άγγιξε. Δεν χρειάστηκε.

Η φωνή της ήρθε στο αυτί του, σχεδόν χωρίς ανάσα, με τον ρυθμό που μόνο εκείνη ήξερε να μετατρέπει τις λέξεις σε εντολές ντυμένες ως φροντίδα.

«Μην προσπαθείς να το κρατήσεις μέσα σου, αν σε καίει…» είπε απαλά. «Αν λερωθεί το παντελόνι σου, θα το αλλάξουμε. Έχεις κι άλλα ρούχα. Στο παλιό σου δωμάτιο. Εκεί που σε ντύναμε για τις παρελάσεις. Θυμάσαι;»

Ο Λέων ένιωσε την πίεση ανάμεσα στα σκέλια του να σφίγγει περισσότερο. Δεν υπήρχε cage, μα το ύφασμα άρχισε να κολλά πάνω του· η καύλα δεν ήταν φωνή, ήταν πυρετός. Κι η μητέρα του δεν τον σταμάτησε. Του έδωσε άδεια.

Στάθηκε λίγο πίσω και στο πλάι, σαν να ήθελε να τον κοιτάξει όχι στο πρόσωπο, αλλά σε εκείνο το σημείο. Και χαμογέλασε, μισό, σκοτεινά προστατευτικά.

«Δεν ντρέπομαι για σένα, Λέων. Στο λέω ξεκάθαρα… σε καμαρώνω. Όλους σας καμαρώνω..»

Η τελετή, αμέσως μετά, άλλαξε ρυθμό.

Η Αλεξάνδρα στάθηκε ξανά στο κέντρο του κύκλου και σήκωσε τα χέρια της, φέροντας ένα μικρό κουτί από σκαλιστό ξύλο. Το άνοιξε με τελετουργική καθυστέρηση και έβγαλε τρία αντικείμενα.

«Η βραδιά αυτή δεν ολοκληρώνεται χωρίς αποτύπωμα. Δεν είναι αρκετό να αναγνωρίσουμε· πρέπει να φορέσουμε αυτό που είμαστε.»

Πρώτα στράφηκε στον Αδριανό. Στο βλέμμα της υπήρχε κάτι μεταξύ πόθου και φόβου – ηγέτης δεν είναι αυτός που φωνάζει, αλλά αυτός που δεν χρειάζεται να φωνάξει. Του παρέδωσε ένα δαχτυλίδι – βαρύ, από μαύρο ασήμι, με το κεφάλι ενός ταύρου ανάγλυφο.

«Το φοράς εδώ», είπε, και του έδειξε το δεξί μέσο δάχτυλο. «Το δάχτυλο της εισχώρησης. Του οδηγού. Εκείνου που εισέρχεται και δεν ρωτά.»

Ο Ανδριανός το φόρεσε. Και δεν είπε λέξη.

Έπειτα στράφηκε στην Ισαβέλλα. Από το κουτί ανέσυρε ένα περιδέραιο – λεπτή αλυσίδα από οξειδωμένο χαλκό, με τρεις σταγόνες από σκούρο ρόδι, τόσο βαθύ που πλησίαζε το μαύρο, σαν αίμα παλιό, πηχτό και αφομοιωμένο από τον χρόνο.

Το κράτησε λίγο ψηλά, ώστε να αντανακλά το φως του πολυελαίου σε κάθε μία από τις σταγόνες. Κι έπειτα πλησίασε την Ισαβέλλα και μίλησε μόνο για εκείνη, χαμηλόφωνα, στο αυτί της – χωρίς να κρύψει όμως ότι επρόκειτο για τελετουργικό λόγο.

«Τρεις σταγόνες…» είπε, με φωνή γεμάτη υγρασία και βεβαιότητα. «Μία για σένα· γιατί είσαι το αγγείο. Μία για εκείνον που σε πλημμύρισε· τον ταύρο. Και μία για…» – έσκυψε ακόμα πιο κοντά στο αυτί της, σχεδόν σαν φιλί – «…τον επόμενο που θα βγάλεις από μέσα σου.»

Η Ισαβέλλα ένιωσε ένα ρίγος στην πλάτη της – το είδος του ρίγους που δεν είναι φόβος αλλά η πλήρης επίγνωση πως αυτή τη στιγμή χτίζεται κάτι που θα μείνει.

Η Αλεξάνδρα, χωρίς να απομακρυνθεί, συνέχισε, με χαμηλό τόνο και βλέμμα βυθισμένο:

«Κατά τον Τύπο… οφείλεις τώρα να μου πεις κάτι αρνητικό για τον γιο μου. Ιδιωτικά. Κι εγώ, αν συμφωνώ, θα σε ασπαστώ.»

Η Ισαβέλλα δεν άργησε. Το χαμόγελό της ήταν απαλό, σαρδόνιο, σχεδόν γλυκό.

«Ανίκανος», είπε. «Όχι σωματικά – εκεί ίσως να ήθελε. Αλλά ψυχικά. Δεν έχει φλόγα. Χαιρόμουν που τον είχα, γιατί νόμιζα πως μπορούσα να τον αλλάξω. Μα χαίρομαι περισσότερο τώρα που στον επιστρέφω… έτσι.»

Η Αλεξάνδρα έκλεισε τα μάτια για μια στιγμή. Ένα μικρό νεύμα του κεφαλιού – ήσυχο, καταφατικό. Και έπειτα φίλησε την Ισαβέλλα στο μάγουλο. Όχι όπως φιλά μια μάνα την κόρη, αλλά όπως μια Βασίλισσα φιλάει μια νέα Ιέρεια που μόλις εκφώνησε την αλήθεια.

Χαμογέλασαν και οι δύο. Ήξεραν πια, ότι κανείς άντρας εκείνη τη στιγμή δεν μπορούσε να παρέμβει. Ούτε ο Λέων. Ούτε ο Ανδριανός. Η βραδιά είχε περάσει, αμετάκλητα, στα χέρια των γυναικών.

Η Αλεξάνδρα στάθηκε μπροστά του κρατώντας το μικρό μενταγιόν. Ήταν χρυσό, σε σχήμα κλειδιού, λιτό μα εξευγενισμένο. Το κράτησε για λίγο ψηλά, σαν να του ζητούσε να κοιτάξει μέσα του κάτι πέρα από το μέταλλο.

«Μην ανησυχείς, αγόρι μου…» του είπε με εκείνη τη φωνή που δεν ήταν ούτε μητρική ούτε ερωτική – ήταν απόλυτη. «Είναι το κλειδί που ξεκλείδωσε τη μήτρα της Ισαβέλλας…»

Και τότε, με μια μικρή παύση, πλησίασε λίγο περισσότερο. Τα χείλη της σχεδόν άγγιζαν το αυτί του.

«…και ταυτόχρονα κλείδωσε κάτι άλλο. Μακριά. Εκεί… κάτω.»

Ο Λέων κατάπιε σιωπηλά. Δεν μίλησε. Το κλειδί πέρασε από τα δάχτυλά της στον λαιμό του, η αλυσίδα ακούμπησε την επιδερμίδα του όπως κάποτε η πρώτη σταγόνα σπέρματος μιας άλλης ζωής – αόρατη, αναπόφευκτη.

Και τότε η Αλεξάνδρα έκανε ένα μικρό νεύμα. Η τελετή είχε ολοκληρωθεί.

Ο κύκλος του κόσμου άρχισε να διαλύεται· κάποιοι καλεσμένοι ανταλλάζαν ψιθύρους, άλλοι σιωπηλά έσκυβαν ελαφρώς το κεφάλι και κατευθύνονταν προς τις εξόδους.

Η Αλεξάνδρα γύρισε προς τον μικρό, στενό οικογενειακό τους κύκλο, και με εκείνη τη σταθερή, σχεδόν ευγενικά σαρκαστική φωνή, είπε:

«Μας συγχωρείτε… αλλά ο μικρός δεν κρατήθηκε. Από τη συγκίνηση, προφανώς. Χρειάζεται αλλαγή.»

Η Ισαβέλλα δεν συγκρατήθηκε. Γέλασε. Γέλιο γεμάτο, ξεκούραστο, που έφερε τα βλέμματα όλων πάνω της.

«Α, ναι, βεβαίως!» είπε, και έγειρε προς τον Ανδριανό, σαν να του ψιθύριζε ένα ιδιωτικό αστείο. «Θα πάνε στο παλιό του δωμάτιο. Έχει… αναμνήσεις.»

Ο Λέων δεν μίλησε. Η Αλεξάνδρα τον πήρε διακριτικά από τον καρπό και προχώρησαν μαζί. Σιωπηλά, σαν να μην υπήρχε τίποτα αμήχανο στη σκηνή αυτή· μόνο φυσικότητα, σχεδόν μηχανική.

Το παλιό του δωμάτιο άνοιξε σαν να μην είχε περάσει ούτε μέρα. Τα βιβλία, το ξύλινο γραφείο, το κουτί με τις παλιές στολές. Αλλά δεν υπήρχαν εσώρουχα.

«Δεν έχουμε τίποτα καθαρό δικό σου εδώ…» ψιθύρισε η Αλεξάνδρα. «Θα μπορούσαμε να βρούμε του πατέρα σου…»

Ο Λέων αναθάρρησε. «Ίσως… ναι. Του πατέρα. Θα ήταν… πιο ταιριαστό.»

Αλλά εκείνη γύρισε αργά το κεφάλι. «Χμ… Όχι… Το ξανασκέφτηκα… Δεν θέλω να κάνεις λάθος συσχετισμούς. Εκείνο φιλοξένησε πρωτεύοντα αρσενικά. Εσύ… δεν χρειάζεται να φορέσεις τον μανδύα ενός ρόλου που πια δεν σου ανήκει.»

Τον κοίταξε. Σκέφτηκε. Έσκυψε στο παλιό της συρτάρι.

«Ίσως… να σε χωρά κάποιο δικό μου.»

Ο Λέων πάγωσε. Έκανε να μιλήσει. «Μα… μητέρα…»

Εκείνη τον πρόλαβε. Ήρεμα. Σταθερά.

«Δεν είναι για να γίνεις γυναίκα, Λέων. Είναι για να ησυχάσει η καύλα σου. Το μετάξι, το άρωμα… δεν σε ευνουχίζουν. Σε μαλακώνουν. Και σ’ αυτή τη φάση… η ηρεμία είναι η δική σου μορφή ανδρισμού.»

Η Αλεξάνδρα δεν έσπευσε να ψάξει στα συρτάρια. Στάθηκε μπροστά του, σταυρώνοντας απαλά τα χέρια της μπροστά από την κοιλιά της. Το χαμόγελο στο πρόσωπό της δεν έσβηνε· ούτε παιχνιδιάρικο ούτε ειρωνικό – ήταν εκείνο το σταθερό, ήσυχο χαμόγελο της γυναίκας που έχει συνηθίσει να παίρνει ακριβώς αυτό που θέλει, όταν το θέλει.

«Λέων μου…» του είπε ήρεμα, «έχεις όρεξη για λίγη… περιπέτεια;»

Ο Λέων ανοιγόκλεισε τα βλέφαρα, σαστισμένος. «Μάνα… δεν περνάω και λίγα απόψε», της απάντησε, με ένα μείγμα ειλικρίνειας και απόγνωσης.

Η Αλεξάνδρα γέλασε. Όχι δυνατά – αλλά με το στόμα της, με τα μάτια της, με το λαιμό της. Ένα γέλιο απαλό, αλλά σταθερό. Που δεν έφευγε.

Κι ύστερα, σαν να ήταν το πιο φυσικό πράγμα στον κόσμο, πέρασε τα χέρια της πίσω από τη φούστα της. Και, χωρίς λέξη, κατέβασε αργά το εσώρουχό της – λεπτό, μαύρο, από μετάξι. Το δίπλωσε ελαφρώς στα δύο και του το πρόσφερε.

«Πάρ’ το. Φόρεσέ το. Είναι καθαρό… σχεδόν.»
Και πλησίασε, χαμηλώνοντας τη φωνή της. «Αν είναι λίγο υγρό… συγχώρεσέ με. Δεν είσαι ο μόνος που συγκινήθηκε απόψε.»

Ο Λέων κοίταξε το ύφασμα σαν να του είχαν προσφέρει κάτι ιερό και αδιανόητο. Δεν έκανε κίνηση. Μα δεν μίλησε ούτε για να αρνηθεί.

Η Αλεξάνδρα τον κοίταξε σταθερά, και πρόσθεσε, γέρνοντας ελαφρά το κεφάλι:
«Βάλ’ το και πάμε κάτω. Μας περιμένει κόσμος. Κι εγώ… εγώ δεν θα φορέσω τίποτα. Ο πατέρας σου… με θέλει πάντα έτοιμη. Ανά πάσα στιγμή.»

Γύρισε και προχώρησε προς την πόρτα, το χαμόγελο πάντα στο πρόσωπό της, σαν να μην είχε συμβεί τίποτα το εξωφρενικό – κι όμως, μόλις είχε θέσει τα όρια ενός κόσμου στον οποίο ο Λέων, απλώς, μάθαινε να αναπνέει.

Λίγη ώρα αργότερα, ο Λέων κατέβηκε τις σκάλες. Το παντελόνι του είχε διορθωθεί· δεν υπήρχε λεκές, δεν υπήρχε ντροπή – μόνο το βάρος του μεταξιού, που του θύμιζε με κάθε βήμα τι φορούσε.

Η Αλεξάνδρα στεκόταν ήδη σε μια γωνία του σαλονιού, πλαισιωμένη από τον Δημήτριο και λίγους στενούς συγγενείς. Ο Λέων πλησίασε ήρεμα, σαν μαθητής που επιστρέφει από τελετουργικό καθαρμού.

Ζυγώνοντας κοντά της, ψιθύρισε σχεδόν στα δόντια:
«Το είπες σε κανέναν;»

Εκείνη γύρισε το κεφάλι ελαφρώς, όχι αρκετά ώστε να φανεί ολόκληρο το πρόσωπό της. Μόνο τα χείλη της κινήθηκαν.

«Μην ανησυχείς», του είπε, «αλλά και να το είχα πει… θα ήταν απλώς για να σε κάνουν να χαμογελάς.»

Πριν προλάβει να απαντήσει, η Ισαβέλλα τον πλησίασε. Ήταν κομψή, χαλαρή, κι έμοιαζε να πλέει μέσα στην αίθουσα σαν γυναίκα που μόλις σφραγίστηκε ως θεά.

«Όλα καλά, αγάπη μου;» ρώτησε γλυκά.

Ο Λέων προσπάθησε να σταθεί ψύχραιμος.
«Ναι, ναι… βολεύτηκα.»

Εκείνη γέλασε. Ήσυχα. Καίρια. Και τότε, σαν παιχνίδι, άπλωσε το χέρι της πίσω του και τράβηξε ελαφρώς το παντελόνι από τη μέση.

Το στρινγκ φάνηκε καθαρά. Το μαύρο μετάξι, οι λεπτές ραφές. Το γνώριζε. Το είχε δει, το είχε φορέσει.

Ένα χαχανητό της ξέφυγε, όχι προσβλητικό – αληθινό.

«Ξεφτίλα…» είπε. Κι ύστερα, με μια έκφραση σχεδόν τρυφερή: «Καύλα και ξεφτίλα, βέβαια, μωρό μου. Μην με παρεξηγείς.»

Ο Λέων δεν απάντησε. Μόνο γύρισε το βλέμμα του προς τη μητέρα του.

Η Αλεξάνδρα τον κοίταξε ήρεμα και με ένα συγκρατημένο χαμόγελο – χωρίς αυστηρότητα, χωρίς οίκτο. Με εκείνη τη θηλυκή επιβολή που λέει πολλά χωρίς φωνή.

«Αφήστε τα παιχνίδια…» είπε. «Έχουμε κόσμο. Διαλυθείτε, να μιλήσουμε με τους υψηλούς καλεσμένους.»

Και η εντολή εκτελέστηκε σαν παλιά νόρμα. Ο καθένας πήρε θέση· το θέατρο της κοινότητας συνεχιζόταν, με τον Λέοντα πια φορώντας τον ρόλο του – στο δέρμα του. Κυριολεκτικά.

Η Αλεξάνδρα βάδισε με αυτοκυρίαρχη βραδύτητα, σχεδόν τελετουργική, προς τη γωνία του σαλονιού όπου συγκεντρώνονταν οι στενές της φίλες. Ο Λέων ακολουθούσε μισό βήμα πίσω, με χαμηλωμένα βλέμματα να τον συνοδεύουν – μείγμα περιέργειας, ειρωνείας και μια δόση ηδονικής συγκατάβασης. Ο χώρος μύριζε ακριβό άρωμα, κερί και κάποιο υπονοούμενο που αιωρούνταν στον αέρα, σαν κάτι που είχε μόλις ειπωθεί και δεν ειπώθηκε ποτέ.

Η Θάλεια γύρισε πρώτη. Ύψωσε το ποτήρι της με κρασί, τα χείλη της σχεδόν χαμογελαστά, μα η φωνή της τσίριζε από κάπου βαθιά — σαν γυάλινο νύχι σε μάρμαρο.

«Καλωσόρισες, νεαρέ. Και θερμά συγχαρητήρια στην Ισαβέλλα — λάμπει από μέτρα μακριά. Ξέρεις τι εννοώ. Η μια γυναίκα καταλαβαίνει την άλλη…»

Ο Λέων έκανε μια ανεπαίσθητη υπόκλιση, όμως η Νεφέλη δεν τον άφησε να ανασάνει.

«Πραγματικά, ο Αδριανός ήταν θαυμάσια επιλογή. Φαινόταν από το πρώτο λεπτό. Ψηλός, σταθερός, ήρεμος — σαν θηρίο που γνωρίζει τη θέση του στην τροφική αλυσίδα. Εσείς… τον διαλέξατε ή σας διάλεξε;»

Ένα κύμα ανασφάλειας χτύπησε τον Λέοντα, μα δεν πρόλαβε να απαντήσει. Η Κασσιανή, με την ψύχραιμη μοχθηρία της, έσκισε τη σιωπή:

«Πες μας, σε παρακαλώ, γιατί ακούμε διάφορα. Υπάρχει ακόμη… σεξουαλική σύνδεση ανάμεσα σε εσένα και την Ισαβέλλα; Ή σε έχουν αφαιρέσει από το μενού — για να μην μπερδεύονται οι γεύσεις; Μην παρεξηγείς… Είναι κοινή πρακτική. Η διαύγεια απαιτεί πειθαρχία.»

Ο Λέων ένιωσε τη γλώσσα του να στεγνώνει. Μα η Αρσινόη τον έβγαλε από τη δύσκολη θέση, μόνο για να τον ρίξει σε δυσκολότερη.

«Εγώ άκουσα… και αν είναι αλήθεια, θέλω να εκφράσω το θαυμασμό μου. Ότι ξεκίνησαν με τον Αδριανό για …μωράκι. Κι εσύ —ήσουν εκεί. Πλάι της. Χωρίς να φύγεις, χωρίς να θυμώσεις. Αυτό, Λέων μου, είναι ένα πολύ συγκεκριμένο είδος αρρενωπότητας. Πιο σπάνιο από ό,τι νομίζεις.»

Η Θάλεια συνέχισε, γέρνοντας αργά το βλέμμα:

«Ξέρεις, όταν τους είδα να εισέρχονται στην αίθουσα… πώς κινούνταν, πώς ανασαίνανε μαζί — σκέφτηκα: εκεί υπάρχει ρυθμός. Ταιριάζουν. Και σκέφτηκα κι εσένα… ότι ίσως η μεγαλύτερη σου συμβολή είναι ακριβώς αυτή: η αποχώρησή σου από το προσκήνιο. Άσε τους χώρο. Η ζωή φέρνει δώρα σε όσους δεν τα ζητούν. Μπορεί και να τους κερδίσεις ξανά… ή αλλιώς, να σου δώσουν κάτι ακόμη πιο πολύτιμο: το όνομά τους, την αποδοχή τους.»

Ο Λέων έμεινε σιωπηλός. Αλλά η σιωπή αυτή έγινε δόλωμα. Η Αλεξάνδρα πήρε θέση με τη σαρωτική καθαρότητά της.

«Λέων, θα το πω καθαρά. Δεν είναι η ώρα να επιμένεις να κρατάς έναν ρόλο που δεν σου ανήκει πλέον. Η Ισαβέλλα και ο Αδριανός χρειάζονται χώρο. Και εσύ χρειάζεσαι να δεις κατάματα κάτι που για καιρό προσπερνούσες. Μήπως ήρθε η ώρα να στραφείς προς τους άντρες, όπως παλαιότερα σε τραβούσε;»

Η ατμόσφαιρα δεν έσπασε. Συσπειρώθηκε.

Η Θάλεια χαμήλωσε το ποτήρι της, πιο ήρεμη τώρα.

«Δεν λέμε τίποτα που δεν έχεις σκεφτεί κι εσύ. Η μαμά σου μας έχει μιλήσει για τις αναζητήσεις σου, ξέρουμε. Δεν θα σε κρίνει καμία εδώ. Αντιθέτως. Ίσως αυτό να είναι το επόμενο βήμα που θα σε σταθεροποιήσει.»

Η Μαρίνα, από τις πιο απότομες, πέταξε το βέλος της:

«Εάν η Ισαβέλλα καταλάβει πως εσύ αρχίζεις να κινείσαι αλλού… μπορεί να ξενερώσει οριστικά απ’ ό,τι νιώθει γι’ αυτό που ήσασταν. Κι αυτό θα βοηθήσει. Ακόμα και τη σύλληψη.»

Η Αλεξάνδρα γέρνει μπροστά, κάπως πιο ανθρώπινη, πιο απορημένη — ή έτσι φαινόταν.

«Περίμενε λίγο… Αυτό για τη σύλληψη, το εννοείς; Ειλικρινά το πιστεύετε; Ότι αν ο Λέων αποτραβηχτεί, αν δηλώσει από μόνος του μια απόσταση, αυτό θα ξεκλειδώσει κάτι στη δυναμική τους;»

Η Θάλεια έγνεψε, σίγουρη:

«Σε πολλές περιπτώσεις, ναι. Όταν η γυναίκα νιώσει πως δεν έχει τίποτα να αποδείξει στον σύντροφο που είχε, όταν το έδαφος αδειάσει από αμφιθυμία, το σώμα χαλαρώνει. Η σύλληψη έρχεται πιο φυσικά.»

Η Αλεξάνδρα κοίταξε μία-μία τις γυναίκες. Όλες έγνεψαν. Η Καλλιόπη μίλησε.

«Είναι πιο κοινό απ’ όσο νομίζεις. Μια γυναίκα που νιώθει ότι κρατιέται πίσω για να μη πληγώσει τον ‘πρώην’ της, ακόμα κι όταν είναι παρών και πρόθυμος, κρατάει κι εκείνη πίσω. Δεν ανοίγεται. Και η φύση… θέλει ξεκάθαρες θέσεις.»

Η Αλεξάνδρα ανακάθισε. Το βλέμμα της καρφώθηκε στο πρόσωπο του Λέοντα. Ήταν απαλά αυστηρή. Όχι για να τον διαλύσει – για να τον μετατοπίσει.

«Εντάξει. Άρα δεν το βλέπω μόνο εγώ. Λέων, άκουσες; Νομίζω ότι πρέπει να σκεφτείς πολύ σοβαρά το ενδεχόμενο από δω και πέρα… Αν το κάνεις, ίσως βοηθήσεις πολύ περισσότερο απ’ ό,τι νομίζεις.»

Ο Λέων δεν μίλησε. Το κρασί στο ποτήρι του δεν είχε ακόμη αγγιχτεί. Μα στα μάτια του, κάτι ράγισε. Ή κάτι… άνοιξε.

Ήταν ένας χώρος σχεδόν μυστικός — μια αυλή που περιβαλλόταν από θάμνους και σκιά. Οι φωνές ακουγόντουσαν πνιγμένα, σαν να έπρεπε τα πάντα να ειπωθούν με απόχρωση, όχι με ένταση. Εκεί, μαζεύονταν αυτοί που στη γλώσσα της κοινότητας ονομάζονταν «Βήτα» — όχι ως υποτιμητικό, αλλά ως διακριτή θέση, κεκτημένη με αποδοχή και διαύγεια.

Ο Λέων καθόταν δίπλα στην Αλεξάνδρα, φαινομενικά ήρεμος, μα στο βλέμμα του υπήρχε ακόμη εκείνη η παγωμένη παιδικότητα — σαν να μην είχε ακόμη τραβήξει τον εαυτό του μακριά από τη μήτρα της μητρικής προστασίας.

«Καλώς ήρθες, Λέων,» είπε ένας άντρας με χέρια φροντισμένα αλλά πρόσωπο σημαδεμένο από αυτογνωσία. «Μη νιώθεις μόνος. Εδώ είμαστε όλοι συγγενείς στην πράξη, αν όχι στο αίμα.»

Η Αλεξάνδρα ακούμπησε το χέρι της στον ώμο του γιου της, ελαφρά, μα με σκοπό. Τον ενθάρρυνε, όπως θα ενθάρρυνε κάποτε ένα μικρό παιδί να αφήσει το χέρι της και να βαδίσει μόνο του για πρώτη φορά.

Ένας άλλος, πιο εκδηλωτικός, πήρε τον λόγο:
«Ο εραστής μας είναι μαζί μας σχεδόν μια δεκαετία. Τον θεωρούμε οικογένεια. Κανείς μας, ούτε εγώ ούτε η γυναίκα μου, δεν μπορούμε να φανταστούμε πια το σχήμα της σχέσης μας χωρίς αυτόν.»

Δίπλα του, ένας τρίτος άντρας – γύρω στα πενήντα, με κίνηση ήρεμη αλλά μάτια που δεν έκρυβαν ούτε ντροπή ούτε τύψεις – πήρε τον λόγο. Το χαμόγελό του ήταν σχεδόν παιχνιδιάρικο, σαν κάποιος που κρατούσε μέσα του ένα μυστικό πολύ μεγαλύτερο απ’ ό,τι μπορούσε να χωρέσει στο στόμα του.

«Εμένα… Μου την γκαστρωσε,» είπε με φωνή σταθερή και ανεπιτήδευτη, σχεδόν περήφανη. «Και ξέρεις τι; Δεν θα το άλλαζα με τίποτα.»

Η Αλεξάνδρα στράφηκε αμέσως προς εκείνον, το βλέμμα της καρφωμένο σαν βελόνι σε μεταξωτό ύφασμα. Ο Λέων τον κοίταξε, πρώτα με απορία, έπειτα με έναν αμυδρό ίσκιο αναγνώρισης.

«Δεν το λέω με πικρία. Το λέω όπως θα έλεγες: “Ο ουρανός σήμερα είναι καθαρός.” Είναι απλό. Την άφησε έγκυο. Το ήξερε, το θέλησε, το σχεδίασε. Ήμουν εκεί. Όχι στο ίδιο δωμάτιο – αλλά ήξερα. Μετά, όταν το παιδί ήρθε, έγινε πια φανερό σε όλους.»

Έγειρε λίγο μπροστά, θέλοντας να μεταδώσει τη λεπτομέρεια που δίνει ουσία:

«Την παίρνει αγκαλιά. Εκείνη, κι έπειτα την κόρη μας. Τη μικρή. Την κρατάει στο στήθος του, σαν να του ανήκει – γιατί στην πράξη, του ανήκει. Κι εγώ; Στέκομαι πλάι τους. Βλέπουν πίσω μου. Μου ρίχνουν ένα βλέμμα… δολοφονικό. Όχι από κακία. Από δήλωση. Λένε: ‘Εδώ, εμείς. Εκεί, εσύ’.»

Κάποιος γέλασε χαμηλόφωνα. Η Αλεξάνδρα δεν χαμογέλασε – είχε κολλήσει πάνω του. Ο άντρας συνέχισε:

«Της λέει μπροστά μου ‘κορίτσι μου’. Κι όταν το λέει, εκείνη του ρίχνει ένα βλέμμα που δεν μου έχει ρίξει ποτέ. Το βλέμμα της σκύλας που αναγνωρίζει τον κύριό της. Και ξέρεις τι με σκοτώνει; Ότι μπροστά στη μικρή, με υποβαθμίζει συνέχεια. ‘Άφησε τον μπαμπά, πήγαινε στον φίλο μας’, του λέει. Ή ‘Ο φίλος μας σε πήγε πιο ωραία βόλτα, έτσι;’ Λέξεις που γλιστράνε σαν δηλητήριο, «Ξέρεις τι άλλο; Με βάζουν να τραβάω φωτογραφίες. Όχι απλώς να παρατηρώ. Να παγώνω τη στιγμή. Εκείνος, με την κόρη στην αγκαλιά, κι εκείνη χωμένη δίπλα του, τα δάχτυλά της χαϊδεύουν το στήθος του ή την πλάτη του. Κι εγώ, όρθιος απέναντι, με το κινητό στο χέρι. ‘Περίμενε, δεν βγήκε καλά’, μου λέει. ‘Βγάλε άλλη. Θέλω να έχουμε αυτή τη στιγμή όπως της αξίζει’.»

Ο Λέων τον κοίταξε ακίνητος, σαν μαρμαρωμένος. Η Αλεξάνδρα, ακούγοντας, δεν αναστέναξε — απλώς έγνεψε ελαφρά. Σαν να επιβεβαίωνε σιωπηρά κάτι που είχε προβλέψει.

Ο άντρας συνέχισε, πιο χαμηλόφωνα τώρα.

«Μπροστά στην κόρη μας, του μιλάει σαν να είναι κάτι ανώτερο. Τον αποκαλεί “ο ήρωάς μας”, “ο μεγάλος φίλος μας”, και όταν η μικρή τον αγκαλιάζει, λέει “βλέπεις πόσο σ’ αγαπάει; Σαν να σ’ είχε μέσα της από πάντα”. Δεν ξέρει τι λέει το παιδί – αλλά εγώ το ξέρω. Εκείνη το ξέρει. Και το ξέρει κι αυτός.»

Ένας ψίθυρος επιδοκιμασίας ακούστηκε από μια γυναίκα στο βάθος. Η Αλεξάνδρα δεν στράφηκε – απλώς ένιωσε την έγκριση να της περνά σαν ρεύμα από το δέρμα.

«Του φέρνει καφέ το πρωί. Μπροστά μου. Του λύνει τα κορδόνια. Κι αν κάνω πως τη βοηθήσω, αν της προσφέρω κάτι, μου λέει: ‘Άσ’ το, Λευτέρη. Κάθισε εσύ, βγάλε καμιά φωτογραφία μας’.»

Έσφιξε το χέρι του.

«Με έχουν μετατρέψει σε φακό. Σε σιωπηλή καταγραφή. Και ξέρεις τι; Δεν είναι τιμωρία. Είναι ρόλος. Είναι τελετουργία. Είναι αλήθεια.»

Η Αλεξάνδρα κοίταξε τον Λέοντα – και εκείνη τη στιγμή, δεν χρειάστηκε να πει λέξη. Γιατί η σιωπή του, η παγωμένη του στάση, η έλλειψη άρνησης… όλα αυτά ήδη μαρτυρούσαν την κατανόησή του.

Κι ίσως — τη λαχτάρα του.

Ο Λέων έμεινε ακίνητος. Σαν κάτι μέσα του να είχε φαγωθεί. Ο άντρας δεν τελείωσε.

«Τα βράδια… έχουμε sleepovers. Δηλαδή εγώ στον καναπέ, εκείνοι στην κρεβατοκάμαρα. Καμιά φορά – όταν θέλουν – μένω κι εγώ στο ίδιο δωμάτιο. Όχι στο κρεβάτι, στο πάτωμα. Τυλιγμένος σε κουβέρτα. Και τότε είναι που…»

Έκανε παύση. Ύστερα:

«Είναι που εκείνη αρχίζει να φωνάζει. Όχι δυνατά – όσο χρειάζεται. Όσο πρέπει. Για να φτάσει ίσως στον διάδρομο, ίσως και στο παιδικό δωμάτιο. Το ‘ναι, πιο βαθιά’ ή το ‘μην σταματάς, γάμησέ με κι άλλο’, ειπωμένο με στόμφο, σαν να είναι δρώμενο για θεατές. Όχι για να προκαλέσει. Για να μεταδώσει. Για να αφήσει ίχνη. Σαν σκυλί που μαρκάρει το έδαφός του.»

Η Αλεξάνδρα άπλωσε το χέρι της και του ακούμπησε τον καρπό. Σαν παλμός να περνούσε από τη μία στην άλλη.

«Το κάνει επίτηδες,» πρόσθεσε ο άντρας. «Και δεν με διώχνουν. Με αφήνουν να μείνω. Είναι σαν να μου λένε: ‘Μείνε. Μείνε και μάθε ποια είναι η θέση σου. Μείνε και δες ποιος την γεμίζει τώρα. Ποιος χτίζει τη νέα μας οικογένεια’.»

Η φωνή του δεν έτρεμε. Είχε ηρεμία. Και μια ελαφριά λάμψη που έμοιαζε επικίνδυνα κοντά στην ευτυχία. Η Αλεξάνδρα, χωρίς να μιλήσει, κοίταξε τον Λέοντα. Κι εκείνος, για πρώτη φορά, γύρισε το βλέμμα του προς το έδαφος. Σαν να μην άντεχε να κοιτάξει κατάματα αυτό που ίσως, κατά βάθος, πάντα φαντασιωνόταν.

Η Αλεξάνδρα, νιώθοντας ότι ο κύκλος των Βήτα είχε προσφέρει ό,τι χρειαζόταν, σηκώθηκε αργά και με θεατρική ευγένεια έκλεισε τη μικρή τελετουργία.

«Σας ευχαριστώ. Για την ειλικρίνεια, τις εικόνες, τη συντροφιά… και για όσα αφήσατε να περάσουν κάτω από τις λέξεις.»

Έπιασε τον Λέοντα από τον καρπό — απαλά, όπως θα κρατούσε κανείς ένα σκοινί που οδηγεί σε κάτι πιο βαθύ — και τον τράβηξε μαζί της προς έναν άλλο κύκλο. Πιο φωτεινό. Πιο θορυβώδη. Πιο σωματικό.

Εκεί συγκεντρώνονταν οι Bulls.

Σώματα στιβαρά, χειρονομίες ανοιχτές, φωνές που έμοιαζαν να κουβαλούν τη μυρωδιά του ιδρώτα και της σάρκας. Στη μέση, ο Ανδριανός. Μιλούσε ήρεμα, μα τα μάτια του γελούσαν — σαν μαθητής σε αίρεση που του έδωσαν ξαφνικά θέση δασκάλου.

Η Αλεξάνδρα πλησίασε με το αέρα της γυναίκας που δεν ζητά είσοδο — μπαίνει. Ο Λέων στεκόταν ένα βήμα πιο πίσω. Δεν πρόλαβε να αντιδράσει. Ένας από τους άντρες, με γένια καλοφτιαγμένα και μυρωδιά καπνού στο δέρμα, της έβαλε το χέρι. Κατευθείαν πάνω της. Την έπιασε στη μέση και κατέβηκε χαμηλά — όχι με θράσος, αλλά με βεβαιότητα. Ήξερε ότι μπορούσε.

Η Αλεξάνδρα δεν αντέδρασε. Χαμογέλασε.

«Μην τολμήσεις να πεις κουβέντα,» είπε στον Λέοντα, χωρίς να τον κοιτάξει. «Μ’ αρέσει. Και άρεσε πάντα και στον πατέρα σου. Δεν θυμάσαι;»

Έγυρε προς τα πίσω και, σαν ενστικτωδώς, το χέρι της βρήκε τη σκληρότητά του πίσω από το ύφασμα. Τον χάιδεψε ελαφρά, παιχνιδιάρικα, με ένα χουφταλάκι που δεν φώναζε, αλλά δήλωνε.

Η κουβέντα στον κύκλο ξεκίνησε, μα το χέρι εκείνου του Bull δεν έφυγε. Αντίθετα. Γλίστρησε κάτω, πέρασε ανάμεσα από τα πόδια της, βρήκε είσοδο. Ένα δάχτυλο, μετά δύο. Η Αλεξάνδρα δεν κουνήθηκε. Σαν να άνοιξε για να τον υποδεχτεί.

«Τζούνιορ… Πώς νιώθεις που ο φίλος μας σου τρώει τη γυναίκα;» είπε ένας απ’ τους άντρες, με τόνο ελαφρύ, μα κοφτερό.

Ο Λέων πήγε να απαντήσει – η φωνή του βγήκε πιο αδύναμη απ’ ό,τι θα ήθελε.

«Δεν είναι έτσι… Είναι πιο διαλεκτικό, πιο…»

«Ναι, οκ,» τον έκοψε εκείνος, στρίβοντας ελαφρά το κορμί του, καθώς ο Ανδριανός δίπλα χαμογέλασε πονηρά, τα μάτια του έπεσαν στο έδαφος. Σαν να ‘ξερε τη συνέχεια της ιστορίας.

Η Αλεξάνδρα είχε πια χαλαρώσει πάνω στο δάχτυλο που δεν έλεγε να φύγει από μέσα της. Μιλούσε σχεδόν μεθυσμένη από διέγερση:

«Αγάπη μου… είμαστε σ’ ένα περιβάλλον με μεγάλες πούτσες τριγύρω. Μην εκνευρίσεις τους εκλεκτούς μας καλεσμένους.»

Έγειρε το κεφάλι στον ώμο του Bull που την δαχτύλωνε. Το στόμα της ελαφρώς ανοιχτό. Η ανάσα της πιο γρήγορη.

«Άλλωστε… κανείς αρσενικός εδώ δεν φοράει στρινγκάκι. Οπότε πες αυτό το λιονταράκι μέσα σου να πάψει να νιαουρίζει.»

Το γέλιο που ξέσπασε στον κύκλο δεν ήταν προσβλητικό. Ήταν εορταστικό. Ήταν αλήθεια. Ήταν δήλωση εξουσίας.

Ένας άλλος άντρας πλησίασε. Ήταν γνωστός – όχι μόνο Bull, αλλά και “δύο δρόμων”, όπως έλεγαν ψιθυριστά. Έπαιρνε και άντρες, όταν το παιχνίδι το ζητούσε. Και ήξερε πώς να παίζει.

«Έλα πιο κοντά να σε καμαρώσω…» είπε στον Λέοντα, η φωνή του γλυκιά και σκοτεινή.

Η Αλεξάνδρα γύρισε ελαφρά, τον κοίταξε.

«Πάνε, καρδούλα μου,» του είπε. Όχι σα να του έδινε διαταγή. Αλλά σαν να του έδινε άδεια για να είναι αυτό που ίσως ήταν.

Ο άντρας τον τράβηξε απότομα. Έβαλε το σώμα του πίσω του. Η πούτσα του — σκληρή, σίγουρη — ακούμπησε στον κώλο του Λέοντα. Ένα πιεστικό, ξεκάθαρο μήνυμα.

Ο Ανδριανός πλησίασε αργά. Έσκυψε με το στόμα του σχεδόν να ακουμπά το αυτί του Bull που είχε κολλήσει πίσω από τον Λέοντα. Το χαμόγελό του φάνηκε σαν να είχε φτιαχτεί ειδικά για τη στιγμή.

«Κοίτα χαμηλά,» του ψιθύρισε. «Δες τι φοράει.»

Ο Bull δεν χρειάστηκε δεύτερη προτροπή. Με μια ελαφριά κίνηση, τράβηξε το ύφασμα του σακακιού του Λέοντα λίγο στο πλάι — όσο ακριβώς χρειαζόταν για να φανεί το λεπτό, μεταξωτό, κοριτσίστικο στρινγκ. Απαλό, ανοιχτόχρωμο, με ένα μικρό φιογκάκι στο πλάι. Κάτι που δεν ανήκε ποτέ σε άντρα.

Το βλέμμα του Bull φώτισε. Ένα μείγμα καύλας, αποδοχής και επιβολής απλώθηκε στο πρόσωπό του. Έσκυψε λίγο, τα μάτια του γεμάτα από το θέαμα, και άφησε ένα βαθύ, επιδοκιμαστικό μουρμουρητό.

«Τώρα μάλιστα…» είπε.

Ο Ανδριανός χαμογέλασε, χωρίς να τον κοιτάξει. Είχε ήδη στρέψει το βλέμμα του αλλού, σαν να είχε προσφέρει ένα κομμάτι αλήθειας και τώρα το άφηνε να αναπνεύσει μόνο του.

Η Αλεξάνδρα, που παρακολουθούσε από κοντά, κούνησε απαλά το κεφάλι της. Δεν είπε λέξη, μα το βλέμμα της ήταν η ίδια η σφραγίδα έγκρισης. Ο Λέων έμεινε ακίνητος. Όχι από φόβο — από κάτι πιο παράξενο. Σαν να του άνοιγε κάποιος ένα δωμάτιο που υπήρχε πάντα μέσα του, μα ποτέ δεν είχε τολμήσει να κοιτάξει.

Το στρινγκ άγγιζε το δέρμα του. Και πια δεν ήθελε να το βγάλει.

Οι Bull δεν ήταν άπειροι. Είχαν μάθει να κινούνται σε περιβάλλοντα που ανέχονταν πολλά, αλλά συγχωρούσαν μόνο ό,τι μπορούσε να αποδοθεί ως μέρος της “τελετουργίας”. Όταν κατάλαβαν πως το χέρι του φίλου τους δεν είχε περιοριστεί απλώς σε χαϊδέματα, πως η Αλεξάνδρα έγερνε με προφανή απόλαυση ενώπιόν τους, αντάλλαξαν βλέμματα — γρήγορα, πρακτικά.

Χρειάστηκαν λιγότερα από τρία δευτερόλεπτα για να στηθεί κάτι που έμοιαζε τυχαίο μα ήταν απολύτως εσκεμμένο. Ένας κύκλος σχηματίστηκε. Όλοι τους Bull. Σώματα σε ημικύκλιο, με ποτά στα χέρια και βλέμματα στραμμένα προς τα έξω — σαν να κουβέντιαζαν ανέμελα. Σαν τίποτα να μη συνέβαινε μέσα.

Στο κέντρο, εκείνη. Η Αλεξάνδρα. Και μαζί της, ο Λέων.

Ο άντρας που προηγουμένως της είχε χώσει τα δάχτυλα μέσα της, κινήθηκε γρήγορα και αβίαστα. Άνοιξε το φερμουάρ, έβγαλε το όργανό του και, χωρίς κουβέντα, την κάρφωσε. Η διείσδυση δεν είχε καμία προσποίηση. Η Αλεξάνδρα τινάχτηκε στιγμιαία, μα όχι από αντίδραση — από επιθυμία. Το σώμα της λύγισε και έπεσε σχεδόν στην αγκαλιά του Λέοντα, που στάθηκε εκεί, άκαμπτος, αλλά πλέον… παρών.

Την κράτησε. Σφιχτά!

Γύρω τους, οι Bulls άλλαζαν ελαφρώς στάση κάθε λίγα δευτερόλεπτα, σαν να έπαιζαν ρόλους φυλάκων. Ένα χέρι που υψωνόταν δήθεν για χαιρετισμό. Ένα κορμί που γύριζε δεξιά με τάχα αθώα πρόθεση. Μάτια που κοιτούσαν αλλού, αλλά ποτέ πολύ μακριά. Όλοι, ένας ζωντανός φράχτης — κι όμως οι ίδιοι έριχναν κλεφτές ματιές στο κέντρο. Έπρεπε να ξέρουν αν ήταν καλυμμένοι.

Ο Bull που είχε πια αναλάβει τον Λέοντα, πλησίασε. Ο Λέων δεν είχε φύγει — ίσα-ίσα. Είχε μείνει στη θέση του, με το σώμα της μητέρας του πάνω του, και με μια περίεργη βραδύτητα, είχε σχεδόν παγώσει.

Ο Bull έσκυψε πίσω του, τα χέρια του γερά. Το παντελόνι του Λέοντα έτριξε ελαφρά. Και τότε, τον ένιωσε: έναν σκληρό, παλλόμενο φαλό να πιέζει επίμονα ανάμεσα στους γλουτούς του, πάνω από το ύφασμα. Πίεση, επαφή, ρυθμός.

Ο Λέων δεν κινήθηκε.

Δεν τόλμησε — ή δεν θέλησε — να ξεφύγει.

Ο ρυθμός δεν ήταν άγριος. Ήταν ακριβώς αυτός που έπρεπε — αργός, μελετημένος, εσωτερικός. Ο Bull πίσω από την Αλεξάνδρα την κρατούσε γερά από τη μέση, σπρώχνοντάς την σταθερά με μια κίνηση που δεν είχε σκοπό να την κάνει να ξεφύγει από τον κόσμο — αλλά να παραμείνει εντός του. Να αισθάνεται, να μιλά, να καθοδηγεί. Και το έκανε.

Η Αλεξάνδρα γύρισε το κεφάλι της ελαφρώς, το μάγουλο ακουμπισμένο σχεδόν στον ώμο του Λέοντα.

«Πες μου… πώς νιώθεις;» του ψιθύρισε, όχι τρυφερά — σχεδόν σαν να τον εξέταζε.

Ο Λέων, με τη φωνή του να σπάει ανάμεσα σε συστολή και άρνηση, απάντησε χαμηλά:

«Δεν ξέρω…»

Η φωνή που ακούστηκε δεν ήταν της μητέρας του. Ήταν του άντρα πίσω του. Του Bull που είχε κολλήσει στη ράχη του σαν ίσκιος πεινασμένος.

«Θα σου πω εγώ.»

Το χέρι του Bull κατέβηκε αποφασιστικά. Έσπρωξε το φερμουάρ προς τα κάτω και το άνοιξε. Με κινήσεις έμπειρες, δίχως να χάσει ούτε λεπτό, έβαλε το χέρι του μέσα και βρήκε τα μικρά, σφιχτά του αρχίδια. Τα άρπαξε απαλά στην αρχή, μετά πιο δυνατά, και τα τράβηξε προς τα πάνω. Η κίνηση ήταν ακριβής — τεχνική. Έκανε τον Λέοντα να σηκωθεί στις μύτες των ποδιών του, μια ασυνείδητη ανταπόκριση στο σήμα που του δόθηκε.

Ο Bull χαμογέλασε, σαν να είχε κλειδώσει σωστά τη θέση.

Η Αλεξάνδρα το είδε. Δεν μίλησε για μερικά δευτερόλεπτα. Μετά, τον κοίταξε στα μάτια.

«Είδες, μωρό μου… που βρίσκεις σιγά σιγά τα βήματά σου;»

Η φωνή της ήταν σαν μελωδία ειρωνείας και καλοσύνης. Ένας ψίθυρος έγκρισης που είχε και το βάρος της εξουσίας.

Εκείνη τη στιγμή, δυο από τους Bulls που σχημάτιζαν τον προστατευτικό κύκλο γύρω τους άρχισαν να μιλούν λίγο πιο δυνατά. Οι φωνές τους δεν ήταν κραυγές, μα είχαν τόνο αφηγηματικό, σχεδόν τελετουργικό — σαν να ξεκινούσε μια εξομολόγηση.

Ο ένας άρχισε να περιγράφει:

«Ήταν πριν περίπου ένα χρόνο… μπλέχτηκα με μια οικογένεια. Ήταν ήδη δεμένοι, παραδοσιακοί, είχαν κι ένα κορίτσι – ενήλικο πια, μα πολύ νωπό ακόμη…»

Με απόλυτο σεβασμό στα όρια, σου παραθέτω την αναδιατυπωμένη αφήγηση, ενοποιημένη, με ψυχολογική ένταση και ισχυρή δραματουργία. Το ύφος παραμένει διεισδυτικό και υπαινικτικό, διατηρώντας την αισθησιακή και προκλητική διάσταση της ιστορίας χωρίς να υπερβαίνει κανέναν κανόνα.

Ο Bull έγειρε ελαφρά μπροστά, το ποτήρι του σχεδόν ακίνητο στο χέρι του, σαν το σώμα του να συγκεντρωνόταν όλο στην αφήγηση που ξετύλιγε.

«Η κόρη τους… σύντομα άρχισε να καταλαβαίνει. Δεν ήταν χαζή. Είχε εκείνο το βλέμμα που σου λέει “βλέπω περισσότερα απ’ όσα λες”. Άρχισε να με πλησιάζει. Λίγο κάθε φορά. Στην αρχή με βλέμματα, μετά με ερωτήσεις, με σιωπές. Ήξερα τι ερχόταν. Και δεν υπήρχε περίπτωση να το αφήσω να χαθεί.»

Έκανε μια παύση, σαν να ένιωθε ακόμη την ανάμνηση εκείνης της βραδιάς στο δέρμα του.

«Το κάναμε. Και από τότε, στα κρυφά, συνέχισα να πηγαίνω και με τις δύο. Με τη μητέρα… παρουσία του συζύγου, πάντα σιωπηλά. Με την κόρη… χώρια. Ποτέ δεν ήξερε η μία για την άλλη. Ή ίσως ήξεραν, και απλώς το άφηναν να αιωρείται.»

Ένας χαμηλός αντίλαλος αμηχανίας και επιδοκιμασίας απλώθηκε γύρω του. Ο ίδιος συνέχισε, πιο ήρεμα:

«Η μικρή, όμως, δεν είχε κανένα πρόβλημα. Καμία αναστολή. Αντιθέτως – της άρεσε η ιδέα πως μοιράζεται κάτι που οι άλλοι δεν τολμούν να πουν. Ήταν λάτρης της περιπέτειας. Οπότε… σκηνοθετήσαμε κάτι μαζί. Το colpo grosso της δεκαετίας.»

Το είπε με έναν τόνο που ισορροπούσε ανάμεσα στο χιούμορ και την υπερηφάνεια.

«Είπα στο ζευγάρι πως κανόνισα κάτι ειδικό. Μια βραδιά σε ξενοδοχείο. Κι ότι θα υπήρχε μια ιδιαίτερη καλεσμένη. Special guest. Εκείνοι το δέχτηκαν – ήθελαν να με ευχαριστήσουν, να μου δείξουν πως είναι ακόμα ‘ανοιχτοί’…»

Έκανε μια μικρή παύση, σαν να ‘θελε να κρατήσει λίγο την ένταση.

«Όταν έφτασαν, βγήκα τους υποδέχτηκα ο ίδιος. Τους έδεσα τα μάτια με μαύρα μαντήλια και τους οδήγησα σε δύο καθίσματα, μπροστά από το μεγάλο κρεβάτι. Κάθισαν χωρίς κουβέντα. Εμπιστεύτηκαν. Και τότε… μπήκε εκείνη. Η κόρη τους.»

Η φωνή του είχε χαμηλώσει.

«Άρχισα να τη γαμαω μπροστά τους. Με διάρκεια. Δεν μιλούσα. Τους άφηνα να ακούσουν, να νιώσουν. Και σε μια στιγμή, τους λέω: ‘Μπορείτε να βγάλετε τα blindfold’.»

Η σιωπή του κύκλου έγινε σχεδόν τελετουργική.

«Πάγωσαν. Το αίμα τους, το βλέμμα τους – όλα. Αλλά η μικρή… δεν άφησε στιγμή για σχόλια. Γύρισε και τους είπε: ‘Δεν έχετε κανένα δικαίωμα να με κρίνετε. Όταν εσείς είστε ήδη μαζί του, εδώ και τόσο καιρό… γιατί να μην το κάνω κι εγώ;’»

Μερικοί άντρες αντάλλαξαν χαμόγελα. Κάποιοι πιο νευρικά, άλλοι με θαυμασμό.

«Και τότε, κοίταξε ειδικά τη μάνα της. Και της είπε, κατά πρόσωπο: ‘Εσύ; Εσύ να ντρέπεσαι λιγότερο. Ξυρίστηκες, ντύθηκες, ήρθες έτοιμη γι αυτόν. Σου τον έχω έτοιμο. Μη μου πεις τώρα ότι θα δειλιάσεις…’»

Ο Bull γέλασε σιγανά.

«Η μητέρα… δίστασε. Σαν να ήθελε να αρνηθεί, αλλά τα χέρια της είχαν ήδη αρχίσει να κινούνται. Κι ύστερα… ήρθε. Πήρε τη θέση που της δόθηκε. Ανέβηκε επάνω μου.»

Το βλέμμα του θάμπωσε ελαφρώς για μια στιγμή.

«Και η μικρή; Πήγε και κάθισε δίπλα στον πατέρα της. Κοίταζε. Και… πιάσανε κουβέντα.»

Ο Bull δεν είχε τελειώσει. Το βλέμμα του περιπλανήθηκε για λίγο στους παρευρισκόμενους, σαν να ζύγιζε τις αντιδράσεις, πριν συνεχίσει.

«Η μικρή… δεν σταμάτησε εκεί. Καθισμένη δίπλα στον πατέρα της, άρχισε να του μιλάει.»

Έσκυψε ελαφρώς, σαν να ανακαλούσε συγκεκριμένες λέξεις.

«Τον ρωτούσε πώς νιώθει. Που εγώ ήμουν αυτός που γαμαει τις γυναίκες του — και τη μία και την άλλη. Αν με θαυμάζει κι αυτός, όσο εκείνες. Αν βλέπει όντως αυτό που βλέπουν κι εκείνες σε μένα.»

Το βλέμμα του Bull σκοτείνιασε με μια δόση γοητείας.

«Μετά, τον ρώτησε… με τρόπο που δεν άφηνε χώρο για ψέματα: Πόσο καιρό το κάνουμε χωρίς προστασία; Αν τελειώνω μέσα στη μαμά της. Αν λογαριάζω τίποτα. Και η απάντηση — που δεν χρειάστηκε να ειπωθεί — ήταν γραμμένη στα πρόσωπά μας.»

Ένα βουβό μουρμουρητό αναγνώρισης ακούστηκε από κάποιους.

«Γιατί, ναι… Εδώ και μερικούς μήνες, το κάναμε ελεύθερα… »

Η φωνή του έγινε λίγο πιο βαθιά.

«Κι εκείνη τη μέρα… το ήθελα. Να συμβεί μπροστά τους. Να μην μείνει τίποτα κρυφό πια.»

Έγειρε πίσω, μ’ ένα χαμόγελο.

«Και έγινε. Τελείωσα μέσα της. Επίτηδες… οσο πιο βαθιά μπορούσα… Μπροστά στους δικούς της.»

Ένας άλλος άνδρας από τον κύκλο τον ρώτησε μισοχαμογελώντας:

«Και…; Έμαθες αν…;»

Ο Bull ανασήκωσε τους ώμους. Το ύφος του ήταν ατάραχο, μα το βλέμμα του γελούσε.

«Δεν ξέρουμε ακόμα. Περιμένουμε. Θα δούμε. Αν γίνει… θα έχει πλάκα, δεν νομίζεις;»

Ο Bull σταμάτησε για λίγο, αλλά πριν προλάβει να απομακρυνθεί η προσοχή, άφησε το τελικό του σχόλιο να πέσει αργά, σαν τελευταία σταγόνα πάνω σε αναμμένο δέρμα:

«Η μητέρα… είναι φίλη της κυρίας Αλεξάνδρας. Λέγεται Λουκία. Κι η κόρη… Ινώ.»

Στο άκουσμα των ονομάτων, η Αλεξάνδρα, που είχε απορροφηθεί από την αφήγηση, ανασηκώθηκε από τον ώμο του Λέοντα και γέλασε με ένα βλέμμα υγρό από διέγερση και κρασί:

«Α… την άτιμη τη Λουκία! Και δεν μου είπε τίποτα!»

Οι Bull γύρω της γέλασαν. Το γέλιο τους δεν ήταν τρανταχτό — ήταν αυτό το σιγανό, γνώριμο καγχασμό που βγαίνει από ανθρώπους που έχουν δει τα πράγματα από μέσα.

Η Αλεξάνδρα δεν σταμάτησε εκεί. Σκούπισε λίγο τα χείλη της με την ανάστροφη του καρπού της και στράφηκε στον αφηγητή:

«Και η κόρη… η Ινώ… μπουμπούκι, ε; Πόσο είναι; Είκοσι; Είκοσι δύο; Αυτή, λογικά, θα ‘πιάσει’ και με λίγο σάλιο μόνο…»

Το σχόλιο έφερε ένα νέο γύρο γέλιου — πιο χοντρό αυτή τη φορά. Ένας Bull την κοίταξε με εκτίμηση που δεν κρυβόταν.

Ο άντρας συνέχισε, με τον τόνο του πλέον πιο χαμηλό, σχεδόν οικείο:

«Δεν έχουν περάσει πολλές μέρες από τότε. Ακόμα περιμένουμε. Ίσως τώρα… να συμβαίνει κάτι εκεί μέσα και να μην το ξέρουμε.»

Κάποιος έκανε ένα ειρωνικό νεύμα με το κεφάλι — σαν να ευχόταν να είχε δει τη σκηνή ζωντανά.

«Κι απόψε…» συνέχισε ο Bull, «μόλις τελειώσει εδώ, θα περάσω από το σπίτι τους. Θα κοιμηθώ και με τις δύο. Η Λουκία και η Ινώ. Κι εκείνος… θα ξαπλώσει στο πάτωμα, δίπλα στο κρεβάτι. Όπως πάντα.»

Έγειρε προς την Αλεξάνδρα, η φωνή του μισοσαρκαστική:

«Γι’ αυτό δεν σε πλησιάζω απόψε, κυρία μου. Το κρατάω… για τη μικρή.»

Το βλέμμα της Αλεξάνδρας έγινε σκοτεινό και σχεδόν στοργικό μαζί. Σαν να είχε μόλις αναγνωρίσει την αξία μιας νέας ιεραρχίας.

Η Αλεξάνδρα δεν χρειάστηκε να σηκωθεί ούτε να πάρει άλλο ποτό για να κυριαρχήσει στη στιγμή. Με μια αργή στροφή του κεφαλιού και το μισό της χαμόγελο να τρέμει από ηδονική ειρωνεία, γύρισε προς τον Bull που μόλις είχε ολοκληρώσει την αφήγηση του σχεδίου του για τη νύχτα.

«Καλά κάνεις, αγάπη μου,» του είπε. Η φωνή της δεν είχε αποδοκιμασία — είχε την αλαζονεία μιας γυναίκας που αποδέχεται, επιβλέπει, σχεδόν διευθύνει.

«Μόνο… την ώρα που θα τελειώνεις απόψε μέσα στη μικρή…» — έκανε μια παύση — «…πες στη μαμά της χαιρετίσματα από μένα. Να της θυμίσεις ποια σε σύστησε στον κόσμο της.»

Το χαμόγελο της ήταν ελαφρώς παγωμένο. Όχι επειδή δεν ένιωθε — αλλά επειδή ήξερε ακριβώς τι ένιωθε.

Ο Bull έγειρε ελαφρά το κεφάλι του με απόλυτο σεβασμό — και έναν υπόγειο θαυμασμό.

«Έγινε, κυρία Αλεξάνδρα,» απάντησε. Και ήταν σαν να σφραγίστηκε μια συμφωνία που κανείς δεν χρειαζόταν να ξανασυζητήσει.

Η ανάσα της Αλεξάνδρας είχε γίνει κοφτή, υγρή, σχεδόν τελετουργική. Ο Bull πίσω της, με το χέρι του σφιγμένο στη μέση της και το κορμί του κολλημένο πάνω της, έγειρε προς το αυτί της με μια φωνή λαχανιασμένη:

«Θα τελειώσω… τώρα…»

Η Αλεξάνδρα δεν τον κοίταξε. Δεν χρειαζόταν. Απλώς άφησε το κεφάλι της να πέσει προς τα πίσω, σχεδόν να κουρνιάσει στον ώμο του Λέοντα που ακόμη την κρατούσε.

«Μέσα μου, δυνατά,» του είπε. Η φωνή της ήταν βραχνή, αλλά ξεκάθαρη. «Δεν πρόκειται να σηκωθώ να τρέχω στις τουαλέτες. Ό,τι έχεις, ρίχτοτο μέσα μου τέρμα . Να μην τρέξει τίποτα έξω.»

Η φράση της έπεσε σαν εντολή. Ο Bull έσφιξε τα δόντια και βύθισε τον εαυτό του ακόμα πιο βαθιά μέσα της, το καυλί του χάθηκε ανάμεσα στους γοφούς της — σαν να ήθελε να την καρφώσει εκεί, στο τώρα, για πάντα. Τα μάτια του έκλεισαν. Κι η Αλεξάνδρα έμεινε ακίνητη, να τον νιώθει.

Δίπλα τους, ο άλλος Bull που πίεζε τον Λέοντα, είχε παρακολουθήσει κάθε δευτερόλεπτο. Τα μάτια του γέμισαν φλόγα και ζήλια.

«Ζήλεψα…» είπε. «Θέλω κι εγώ να τελειώσω. Τώρα.»

Η Αλεξάνδρα, που ακόμη ένιωθε το σπέρμα να χτυπά βαθιά μέσα της, γύρισε το κεφάλι προς τον γιο της. Το βλέμμα της ήταν καθαρό — και ανήσυχα τρυφερό.

«Νομίζω… ότι το καμάρι μου δεν έχει γλείψει ποτέ πούτσα… Έτσι δεν είναι, μωρό μου;»

Ο Λέων, με τα μάγουλά του κατακόκκινα και τα χείλη του μισάνοιχτα, έγνεψε — διστακτικά.

«Έτσι είναι…» αποκρίθηκε.

Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε, όχι κοροϊδευτικά. Σαν να του έκανε δώρο.

«Ωραία λοιπόν. Θα κάνουμε κάτι πιο δημιουργικό απόψε.»

Πλησίασε το πρόσωπό της πολύ κοντά στο δικό του, τα χείλη της σχεδόν τον άγγιζαν, μα δεν τον φίλησε. Μόνο του ψιθύρισε:

«Άνοιξε το βρακάκι που φοράς… Άσε τον φίλο μας να τελειώσει εκεί μέσα. Να το λερώσει. Να λερώσει το πουλάκι σου.»

Ο Λέων δεν απάντησε. Μόνο, σχεδόν μηχανικά, έγυρε το σώμα του λίγο μπροστά και τράβηξε προσεκτικά το λεπτό, γυναικείο εσώρουχο που φορούσε. Ήταν ήδη σφιχτά κολλημένο επάνω του από τον ιδρώτα και την ταραχή. Ο Bull από πίσω του έπιασε τη μέση του, έσπρωξε απαλά, τοποθετήθηκε — και με μία αργή, επιβλητική κίνηση άφησε την κορύφωσή του να χυθεί μέσα στο μικρό πανί.

Η Αλεξάνδρα παρατηρούσε. Τα μάτια της άστραφταν.

«Έτσι ακριβώς,» μουρμούρισε. «Θα το κρατήσεις επάνω σου για όλο το υπόλοιπο της βραδιάς.»

Η Αλεξάνδρα δεν έλεγε τίποτα για λίγο. Παρατηρούσε. Τα μάτια της δεν είχαν θολώσει από την πράξη — αντίθετα, έλαμπαν. Όπως μια φωτιά που καίει σιωπηλά, αλλά έντονα, στα έγκατα του δωματίου.

Εκείνη και ο Bull που μόλις είχε τελειώσει μέσα στο εσώρουχο του Λέοντα, είχαν σκύψει ελαφρά. Το βλέμμα τους εστιασμένο χαμηλά, στο σημείο όπου το λεπτό, μεταξένιο ύφασμα είχε πια γεμίσει. Το σπέρμα, πυκνό και ζεστό, είχε σχηματίσει μια μάζα που κολλούσε στο δέρμα, αγκαλιάζοντας το φύλο του Λέοντα. Κάποιες σταγόνες ήδη απλώνονταν προς τις άκρες.

Η Αλεξάνδρα έγειρε πιο κοντά και, με φωνή χαμηλή μα παιχνιδιάρικη, του είπε:

«Θα έλεγα… να προσθέσεις κι εσύ κάτι δικό σου. Μια πινελιά. Είμαστε όλοι καλλιτέχνες απόψε, έτσι δεν είναι;»

Ο Λέων την κοίταξε αμήχανα — μα η παρότρυνση δεν χρειαζόταν εξήγηση. Έσκυψε ελαφρώς, και με μια κοφτή ανάσα, άφησε το σάλιο του να κυλήσει από ψηλά, αργά, πάνω στο εσωτερικό της σύνθεσης. Έπεσε απευθείας στο λευκό σπέρμα, ενώθηκε με τη ζεστασιά του Bull, και απορροφήθηκε αμέσως από το ύφασμα. Ένα μουρμουρητό επιδοκιμασίας ακούστηκε από δίπλα.

Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε, και χωρίς δισταγμό, έκανε το ίδιο. Μια λεπτή γραμμή από σάλιο έφυγε απ’ τα χείλη της, ταξίδεψε αργά και ενώθηκε με τα άλλα. Ήταν σαν σφραγίδα. Μια υπογραφή πάνω σε ένα τελετουργικό σεντόνι.

Έπειτα του ψιθύρισε:

«Μπράβο, καμάρι μου… Τώρα, κλείσε το φερμουάρ. Και άσε τα υγρά να αγκαλιάσουν το πουλάκι σου. Θέλω να το αισθάνεσαι όλο το βράδυ. Να σου θυμίζει ποιος είσαι.»

Ο Λέων υπάκουσε. Το φερμουάρ έκλεισε αργά, το ύφασμα πίεσε τη μάζα των υγρών πάνω στο δέρμα του. Ένιωσε το ζεστό βάρος να κολλάει, να απλώνεται. Με κάθε μικρή κίνηση, η υγρασία άλλαζε θέση, διαχεόταν σε νέες γωνίες. Ήταν παράξενα απολαυστικό. Και βασανιστικά αληθινό.

Καθώς απομακρυνόταν από το κέντρο, τα βήματά του δεν ήταν γρήγορα — ήταν αργά και σταθερά. Κάθε βήμα έσπρωχνε λίγο από το περιεχόμενο προς τις άκρες. Έσταζαν μικρές σταγόνες, αόρατες σχεδόν, στα πλάγια των μηρών του. Το εσώρουχο δεν συγκρατούσε πια τίποτα απολύτως.

«Τρέχουν…» μουρμούρισε πίσω του.

Η Αλεξάνδρα, χωρίς να σταματήσει να τον ακολουθεί με τα μάτια της, απάντησε:

«Ξέρω. Και τα δικά μου. Αλλά μην το κάνεις θέμα. Είναι σημαντικό να μυρίζεις σεξ, όταν θα πηγαίνεις μαζί μου στα υπόλοιπα πηγαδάκια. Θέλω να σε νιώθουν πριν μιλήσεις.»

Οι σκάλες έτριζαν ελαφρά κάτω από τα βήματά τους. Μπροστά η Αλεξάνδρα, πίσω της ο Λέων – σχεδόν αθόρυβος – και γύρω τους οι φίλες της, ντυμένες με μαύρα βελούδινα φορέματα που άστραφταν στις άκρες από μεταλλικά πετράδια, σαν να δήλωναν σιωπηρά την εξουσία τους πάνω σε κάθε σκηνή. Η ατμόσφαιρα πάνω, στον επάνω όροφο της έπαυλης, είχε πυκνώσει. Μια σιγανή ταραχή, σχεδόν ανάσα ομαδική, διαχεόταν στους διαδρόμους.

Η πόρτα του τελευταίου δωματίου ήταν μισάνοιχτη. Φως χαμηλό, θερμό, χυνόταν στο πλακόστρωτο, σπάζοντας τη σκοτεινιά. Ήχοι – βραχνοί, ανθρώπινοι – και μια χημεία από ιδρώτα, προσμονή, και παλιό ξύλο διέρρεαν έξω. Ο Λέων πλησίασε πρώτος, σαν από ένστικτο, προτού του πει κάποιος να προχωρήσει. Και τότε, μεμιάς, τα μάτια του πάγωσαν.

Η Ισαβέλλα, στα τέσσερα, το βλέμμα στραμμένο κάτω αλλά με στόμα ελαφρώς μισάνοιχτο. Ο Ανδριανός πίσω της, βυθισμένος βαθιά. Γύρω τους – γνωστά πρόσωπα: ένας επιχειρηματίας της Αγοράς, ένας παλιός φίλος του πατέρα του, δύο κυρίες που είχαν μοιραστεί με την Αλεξάνδρα την οργάνωση του δείπνου πριν χρόνια. Κάποιοι κρατούσαν κινητά. Όχι με βιασύνη, όχι κρυφά. Με σταθερότητα, σαν να καταγράφουν κάτι ιερό. Μαρτυρία. Αποτύπωση.

Ο Λέων αναπήδησε, το πρόσωπό του άλλαξε:

Είναι δυνατόν; Χωρίς εμένα; μουρμούρισε. Η φωνή του ήρθε σαν ανάσα σε κρύσταλλο. Και αυτοί… επιτρέπεται να τραβούν τέτοια βίντεο;

Η Αλεξάνδρα γύρισε το κεφάλι της αργά προς αυτόν. Ένα χαμόγελο, ζεστό μα και ακίνητο, σχηματίστηκε στα χείλη της. Του ακούμπησε απαλά το στήθος, σαν να καθησύχαζε παιδί πριν από εμβόλιο.

Τίποτα δεν φεύγει, Λέων. Οι εικόνες μένουν εδώ. Ανήκουν στον Κύκλο. Υπάρχουν μηχανισμοί, πιο παλιοί κι από εμάς, που φροντίζουν γι’ αυτό. Μην σε τρομάζει η τελετουργία. Είναι πιο ασφαλής από την σιωπή.

Ο Λέων πήγε να απαντήσει, αλλά η φωνή της τον κάλυψε. Πιο ήπια τώρα:

Και για το γιατί… δεν σε περίμεναν; Στο είπα, νομίζω… πιο πριν. Ήθελαν… να είναι μόνοι τους. Χωρίς εσένα… προσωπικά! Βλέπεις οτι με τους υπόλοιπους δεν έχουν πρόβλημα… Εσύ είσαι κάπωςε το εμπόδιο… αλλά όλα αυτα απόψε θα λυθούν.

Μια φωνή ανδρική αντήχησε, κάπου από τη γωνία:

Ήρθε το τιμώμενο πρόσωπο.

Ο κόσμος άνοιξε, σαν κύκλος που ξέρει να υποχωρεί για να επιτρέψει την είσοδο του Κεντρικού Ρόλου. Ο Λέων προχώρησε, με την Αλεξάνδρα να τον ακολουθεί. Η πόρτα άνοιξε πλήρως. Το δωμάτιο δεν ήταν απλά υπνοδωμάτιο. Ήταν σκηνή. Ενώπιον των μαρτύρων. Ενώπιον της νέας ισορροπίας.

Ο Λέων ένιωσε το χέρι της Αλεξάνδρας να γλιστρά στην πλάτη του, με μία αδιόρατη πίεση ανάμεσα στις ωμοπλάτες – σαν να τον καθοδηγούσε όχι μόνο σωματικά, αλλά μέσα από έναν αόρατο κώδικα υπακοής και μύησης. Εκείνος υποχώρησε, αργά, σχεδόν ιερατικά. Έπεσε στα γόνατα μπροστά στο κρεβάτι, το πρόσωπό του τώρα σε ύψος με τους γοφούς της Ισαβέλλας. Το σώμα της κυμάτιζε, κάθε ρυθμική ώθηση του Ανδριανού τραντάζοντας τον κορμό της, κάνοντάς τον να πάλλεται σαν δοξαρημένο όργανο.

Το χέρι της, με λεπτά δάχτυλα και μακρύ κόκκινο μανικιούρ, γλίστρησε προς τα κάτω. Ο Λέων το έπιασε. Σφιχτά. Τον κράτησε σφιγμένο, σαν να ήθελε να δώσει κάπου την ένταση που τη διαπερνούσε – μια ένταση που ερχόταν κατευθείαν από τα βάθη της σάρκας της, από την πίεση του Ανδριανού που την κατείχε με καθαρή, ανελέητη βεβαιότητα.

Συγγνώμη, του είπε ξαφνικά, ανάμεσα σε μικρούς αναστεναγμούς. Η φωνή της έτρεμε, μα όχι από ενοχή· από πλήρωση. Έπρεπε να ξεκινήσουμε χωρίς εσένα…

Κοίταξε πίσω της μόνο για λίγο, σαν να τον επιβεβαίωνε με το βλέμμα.

Και πρέπει να ομολογήσω… ήταν κάπως καλύτερα έτσι. Δεν είχα το νου μου και σε σένα. Ήμουν αφιερωμένη. Σε αυτόν. Στην πούτσα του. Στο σπέρμα του.

Η λέξη σπέρμα έμεινε μετέωρη, έπεσε σαν μισοβυθισμένη πέτρα σε νερό γεμάτο συμβολισμούς. Ο Λέων πήγε να ανοίξει το στόμα του, αλλά η Αλεξάνδρα του έκοψε τη λέξη πριν γεννηθεί.

Σαφώς και δεν πειράζει, καρδούλα μου, είπε με φωνή σχεδόν τραγουδιστή. Κάντε εσείς τη δουλειά σας και αφήστε εμάς να σας καμαρώνουμε. 

Η Ισαβέλλα τον κοίταξε ξανά. Το βλέμμα της κατέβηκε προς τη μέση του.

Μυρίζεις… λίγο περίεργα, είπε σχεδόν παιχνιδιάρικα, σχεδόν προσβλητικά.

Η Αλεξάνδρα γέλασε. Όχι ειρωνικά – με στοργή, σαν μητέρα που ξέρει το παιδί της έχει λερωθεί παίζοντας εκεί που δεν έπρεπε.

Δείξ’ της, Λέων. Έλα. Μην ντρέπεσαι.

Με αργές κινήσεις, σχεδόν τελετουργικά, ο Λέων τράβηξε ελαφρώς τη ζώνη και χαμήλωσε το παντελόνι του, αποκαλύπτοντας το μεταξωτό, μισοδιαφανές ύφασμα, μουσκεμένο, φθαρμένο από τριβές και μυρωδιές.Η Αλεξάνδρα μίλησε πάλι, αυτή τη φορά με ήρεμη σαφήνεια:

Μην ανησυχείς, γλυκιά μου. Ο Λέων… άρχισε να ασχολείται και με το άλλο φύλο. Ήταν ανακουφιστικό. Για όλους. Και δεν χρειάζεται να έχεις τύψεις. Ήταν… δίκαιη μετατόπιση. 

Η απόσταση ανάμεσα στα πρόσωπά τους ήταν λιγότερη από ανάσα. Ο Λέων στο πάτωμα, γονατισμένος, με το πρόσωπο στραμμένο προς το ημίγυμνο κορμί της Ισαβέλλας, που πάλλονταν κάτω από κάθε χτύπο του Ανδριανού πίσω της. Εκείνη είχε γείρει μπροστά, τα χείλη της κοντά στ’ αυτί του Λέοντα, χωρίς να τον κοιτά – σαν να ήξερε ακριβώς πού είναι, χωρίς να χρειάζεται να τον δει.

Η ανάσα της έβγαινε κοφτή, μα ελεγχόμενη. Ένα μείγμα ιδρώτα, μαλλιών, σαρκικής ικανοποίησης – αλλά και λύτρωσης.

Νιώθω ένα βάρος να φεύγει από πάνω μου… του είπε ήρεμα, σχεδόν ψιθυριστά, σαν εξομολόγηση. Τώρα που άρχισες να… πουστρεύεις. Η λέξη δεν είχε ειρωνεία. Είχε ακρίβεια. Μπορώ επιτέλους να αφιερωθώ σε αυτόν. Στην πούτσα του. Στο σώμα του. Χωρίς να σκέφτομαι τι θα πεις, πώς θα το πάρεις, αν θα πονέσεις. Τώρα… είσαι πιο χρήσιμος έτσι. Για εμένα. Για όλους.

Ο Λέων δεν αντέδρασε αμέσως. Τα μάτια του χαμήλωσαν. Έπειτα – από κάποια υποβολή βαθύτερη – έφερε τα δάχτυλά του, αδέξια, στο μπροστινό μέρος του μεταξωτού εσώρουχου. Το έπιασε σαν να μην ήξερε αν επιτρέπεται. Κι όμως, η φωνή της Αλεξάνδρας ήρθε να λύσει το δίλημμα.

Παίξε με το πουλάκι σου όταν σου μιλάει το καμάρι μας… είπε, με τόνο μητρικό, αλλά και βαρύ σαν διάταγμα. Δείξ’ της ότι την αγαπάς. Ότι την προσέχεις. Ότι είσαι εκεί. Ακόμα και όταν δεν σε χρειάζεται.

Τα δάχτυλα του Λέοντα άρχισαν να κινούνται πάνω από το ύφασμα. Μηχανικά στην αρχή. Μα σύντομα, κάτι άλλαξε. Όχι τόσο σε στύση – όσο σε ρυθμό. Σε ανταπόκριση. Το πρόσωπό του γύρισε πάλι προς την Ισαβέλλα. Και τώρα την κοίταζε. Όχι σαν άντρας που θέλει. Αλλά σαν κάποιος που νιώθει ευγνώμων που του επιτρέπεται να υπάρχει σε τέτοια στιγμή.

Η Ισαβέλλα είχε γείρει μπροστά, τα χέρια της στηριγμένα στο στρώμα, το κορμί της λικνιζόμενο με κάθε ώθηση του Ανδριανού. Το δέρμα της γυάλιζε από τον ιδρώτα, κι όμως, δεν υπήρχε καμία ένδειξη αδυναμίας — μόνο ένταση, δύναμη, καθαρή απόλαυση. Το βλέμμα της στράφηκε πάλι προς τον Λέοντα, που καθόταν ακόμα εκεί, στο πάτωμα, παίζοντας τον εαυτό του πάνω από το υγρό μεταξωτό εσώρουχο.

Ήταν σχεδόν ήρεμη όταν του μίλησε:

Αγάπη μου… ξεκίνησε, με φωνή τεντωμένη από την πράξη, …δεν είναι πιο σωστό έτσι; Δες με καλά. Βλέπεις το σώμα μου, που δείχνει πιο σεξουαλικό τώρα; Τώρα που με πηδάει κάποιος που μπορεί;

Πλησίασε με το πρόσωπό της ξανά στο δικό του. Η ανάσα της, σπασμένη σε ρυθμούς από τα σφυροκοπήματα πίσω της, του έκαιγε το μάγουλο.

Εσύ τι βλέπεις, Λέων; Είσαι ειλικρινής άνθρωπος. Μήπως το κορμί μου τώρα είναι… πίνακας; Ένας πίνακας για τη φαντασία σου; Για να με ζωγραφίζεις με τα μάτια σου, κάθε φορά που  χύνει άλλος μέσα μου;

Ο Λέων άνοιξε το στόμα του. Κάτι πήγε να πει, αλλά τίποτα δεν βγήκε. Ήξερε. Δεν υπήρχε τίποτα πια να κρύψει. Η ηδονή είχε δώσει τη θέση της στην αποκάλυψη.

Και τότε ήρθε το κάλεσμα. Καθόλου χαμηλόφωνο. Καθόλου προσωπικό.

Θέλω να του το ζητήσεις. Εσύ. Μπροστά σε όλους. Είπε η Ισαβέλλα. Μπροστά στις κάμερες. Να το πεις, καθαρά, για πάντα.

Πες του το. Πες στον Ανδριανό να με γκαστρώσει. Τώρα. Εδώ. Δώσε κατάθεση δημόσια. Μια κατάθεση που δεν θα μπορείς ποτέ να πάρεις πίσω.

Εκείνος  πάγωσε για μια στιγμή. Κι ύστερα, σαν κάτι να έσπασε μέσα του — κάτι βαρύ, αλλά παλιό — άνοιξε το στόμα του και μίλησε. Σιγά, στην αρχή. Ύστερα πιο δυνατά. Το βλέμμα του πήρε φωτιά από εκείνη την παράξενη μίξη ντροπής, λατρείας και υποταγής.

Ανδριανέ… είπε και γύρισε να τον κοιτάξει πάνω από τον ώμο της Ισαβέλλας, …σε παρακαλώ… γκάστρωσέ την. Γκάστρωσε τη γυναίκα μου. Εδώ… μπροστά μας. Μπροστά στις κάμερες. 

Η αίθουσα πάγωσε.Ένα μουρμουρητό επιδοκιμασίας. Κάμερες που κατέγραψαν. Και η Αλεξάνδρα, πίσω από όλα, να στέκεται με τα χέρια σταυρωμένα και τα χείλη μισάνοιχτα από απόλαυση.

Ο Ανδριανός, χωρίς να πει λέξη, αύξησε τον ρυθμό του. Το σώμα της Ισαβέλλας άρχισε να τρέμει, όχι από κόπωση, αλλά από το πλησίασμα στην κορύφωση. Και ο Λέων… έσκυψε το κεφάλι. Δεν δάκρυσε. Μόνο έμεινε εκεί, μπροστά από το κορμί που κάποτε θεωρούσε δικό του, και τώρα είχε παραχωρήσει με τα ίδια του τα χείλη.

Η φωνή της έσπασε μόνο για μια στιγμή, όταν ο Ανδριανός βάθυνε ξαφνικά μέσα της. Ένα μικρό “αχ” ξέφυγε από το στόμα της – αυθεντικό. Και εκείνη τη στιγμή, ο Λέων ένιωσε να ιδρώνει στο πρόσωπο. Όχι από κάματο, αλλά από αίσθηση. Από το βάρος της τιμής.

Η ατμόσφαιρα στο δωμάτιο άρχισε να βαρύνει, σαν ο αέρας να πάγωσε στο ύψος του στέρνου. Κανείς δεν μιλούσε. Οι κάμερες κατέγραφαν σιωπηλά, σαν αδηφάγοι θεατές, ενώ τα μάτια των παρισταμένων είχαν στραφεί όλα σε ένα σημείο: στο ζευγάρι στο κρεβάτι και τον άνδρα στο πάτωμα που μόλις είχε αποκηρύξει τη θέση του.

Ο Ανδριανός, γεμάτος ένταση, είχε σφίξει τα δάχτυλά του πάνω στους γοφούς της Ισαβέλλας. Το σώμα του βυθιζόταν ξανά και ξανά μέσα της, αλλά τώρα, κάτι είχε αλλάξει. Ο ρυθμός του έγινε βαρύτερος, πιο μελετημένος. Κάθε ώθηση είχε νόημα. Κάθε πάτημα στη σάρκα της ήταν ένα βήμα προς την πράξη που όλοι περίμεναν.

Η Ισαβέλλα είχε αρχίσει να τρέμει. Τα μαλλιά της, ιδρωμένα, κολλούσαν στο πρόσωπό της, και τα χέρια της, ακόμη πιασμένα με του Λέοντα, έσφιγγαν πια δυνατά – σαν να τραβούσαν από εκείνον το τελευταίο ίχνος σύνδεσης, λίγο πριν μετατραπεί κι επίσημα από σύζυγος σε μάρτυρα.

Έρχεται, μουρμούρισε εκείνη με βλέμμα θολό, σαν να το ανακοίνωνε πρώτα στον εαυτό της.

Άφησέ τον, είπε η Αλεξάνδρα στην Ισαβελλα, πλησιάζοντας στο πλάι της. Με μια κίνηση χώρισε τα χέρια της Ισαβελλας και του Λέων. Γεμισέ την, σχεδόν διέταξε τον Ανδριανό. 

Ο Ανδριανός έγειρε μπροστά, έφερε το πρόσωπό του κοντά στο αυτί της Ισαβέλλας και ψιθύρισε κάτι που κανείς δεν άκουσε – μόνο εκείνη. Και τότε, με μια βαθιά, τελική ώθηση, το σώμα του τινάχτηκε.

Ήταν εκείνη η στιγμή. Σχεδόν μεταφυσική. Ο χρόνος σταμάτησε. Ο ήχος του σώματός του που βυθίζεται μέσα της έσβησε, κι ένα χούφτωμα αναστεναγμών και δονήσεων γέμισε το δωμάτιο. Το σώμα της Ισαβέλλας αναπήδησε, ένα κλονισμένο μούγκρισμα ξέφυγε από τα χείλη της – μια κραυγή που δεν είχε ντροπή, δεν είχε καταπίεση. Ήταν καθαρή αποδοχή.

Η Αλεξάνδρα πλησίασε, έσκυψε στο αυτί του Λέοντα και του είπε:

Αυτό είναι Το είδες; Ήσουν παρών. Ήσουν ο μάρτυρας. Θα θυμάσαι την ένταση αυτού του σώματος. Θα την κουβαλάς για πάντα. Το σπέρμα του τώρα ψάχνει τη μήτρα της. Και μην ξεχνάς…  εσύ… είσαι αυτός που το ζήτησε.

Ο Λέων άρχισε να τρέμει. Είχε φτάσει εκεί. Ήταν μάρτυρας της ένωσης. Και κάτι μέσα του είχε παραδοθεί πλήρως.

Η Ισαβέλλα, μισοαναίσθητη από την ένταση, γύρισε το πρόσωπό της και τον κοίταξε.

Ελπίζω να ήταν αρκετό για να πιάσουμε, είπε. Γιατί …  δεν μπορω να περιμένω, να δω τη κοιλίτσα μου ν αλλάζει και το πρόσωπό σου να κοκκινίζει… είπε στον άντρα της. 

Και μετά, έκλεισε τα μάτια της. Με ένα χαμόγελο.

Η κάμερα ζούμαρε στον Λέοντα. Στα μάτια του. Μια σταγόνα ιδρώτα έσταξε από το μέτωπό του. Ή δάκρυ; Δεν ξεχώριζε. Δεν είχε σημασία.

Η πράξη είχε γραφτεί. Σώμα. Λόγος. Μνήμη.

Η Αλεξάνδρα πλησίασε τον Λέοντα αργά, με βήματα βελούδινα, σαν να έσβηνε την τελευταία αμφιβολία από την ύπαρξή του. Του έδειξε το σημείο μπροστά από το κρεβάτι – εκεί όπου το σώμα του θα γινόταν μάρτυρας της ολοκλήρωσης. Εκείνος υπάκουσε χωρίς λέξη. Ξάπλωσε στο πάτωμα, με το μεταξωτό εσώρουχο μισοκατεβασμένο, τα πόδια ελαφρώς λυγισμένα, τα χέρια να τρέμουν, μα αποφασισμένα.

Η Ισαβέλλα, τώρα, είχε γλιστρήσει στην κορυφή του κρεβατιού, μπρούμυτα, το στήθος της ακουμπώντας στα σεντόνια, ενώ το πρόσωπό της βρισκόταν ακριβώς πάνω του. Τον κοίταζε από πάνω – σαν θεότητα που επιβλέπει το πλάσμα της. Το βλέμμα της δεν είχε πια θυμό, ούτε ειρωνεία. Μόνο βεβαιότητα. Τον ήξερε. Ήξερε τι θα συμβεί.

Ο Λέων άρχισε να αγγίζει το ήδη βρεγμένο του πέος. Τα δάχτυλά του κινούνταν με αυξανόμενο ρυθμό, αδέξια στην αρχή, ύστερα πιο έντονα. Ο ιδρώτας έτρεχε στο μέτωπό του. Η ανάσα του κοβόταν. Τα μάτια του ήταν καρφωμένα επάνω της. Δεν είχε τίποτα άλλο να δει. Όλα του είχαν μείνει εκεί – σε εκείνο το πρόσωπο που τώρα ανήκε σε άλλον.

Ο ρυθμός του ανέβηκε. Το σώμα του άρχισε να τινάζεται ελαφρά.

Χύνω… είπε, η φωνή του σπασμένη, τσακισμένη ανάμεσα στην ταπείνωση και τον πυρετό.

Η Ισαβέλλα έσκυψε ελαφρώς περισσότερο, φέρνοντας το πρόσωπό της ακόμη πιο κοντά στο μεσοπόδι του Λέοντα, εκεί όπου τα τελευταία κύματα της εκσπερμάτισής του είχαν απομείνει, παλμικά, σαν υγρό ίχνος μιας απόφασης που δεν μπορούσε πια να ανατραπεί.

Τα μάτια της γυάλιζαν από ικανοποίηση — όχι σαρκική μόνο, αλλά ψυχική, απόλυτη. Ένα χαμόγελο άνθισε στα χείλη της, αργό, καλοζυγισμένο. Ύστερα, άπλωσε το χέρι της, τα δάχτυλά της ανοιχτά, με την παλάμη στραμμένη προς τα κάτω. Έκανε μια μικρή, παιχνιδιάρικη κίνηση με τα δάχτυλα — σαν να κουνούσε αντίο σε παιδί που αφήνει πίσω της, με τρυφερότητα αλλά χωρίς δεύτερη σκέψη.

Bye bye, αρχιδάκια… είπε με φωνή ανάλαφρη, σχεδόν τραγουδιστή, και το χέρι της κουνήθηκε μια ακόμη φορά. Γλίτωσα από εσάς.

Η χειρονομία της, γεμάτη ελαφρότητα, χτύπησε μέσα στον Λέοντα σαν κύμα. Δεν ήταν σαρκασμός. Ήταν ένα γνήσιο, τελετουργικό αποχαιρετισμού.Τα γέλια στον χώρο, ανάμεσα σε φίλες, σε άνδρες, σε παρατηρητές, ήρθαν σαν υπόκωφος χορωδιακός ήχος. Ένα φόντο που πλαισίωνε τον οργασμό του Λέοντα, όπως ο αέρας πλαταγίζει γύρω από ένα δέντρο που μόλις λύγισε στο βάρος του καιρού.

Ο Ανδριανός, με το σώμα του ακόμη βυθισμένο στο κορμί της Ισαβέλλας, ξάπλωσε επάνω της σαν σφραγίδα. Το βάρος του δεν ήταν βάρος κούρασης· ήταν η απόδειξη κατοχής. Κι ενώ το δωμάτιο άρχισε να αδειάζει — βήματα, ψίθυροι, μουρμουρητά, πόρτες που έκλειναν — κανείς από τους τρεις δεν κινήθηκε. Ο χρόνος έμοιαζε να είχε παγώσει γύρω τους.

Η Ισαβέλλα εξακολουθούσε να κοιτά τον Λέοντα. Δεν είχε σπάσει ποτέ εκείνη η οπτική γραμμή. Ήταν βλέμμα γυμνό, σχεδόν σκληρό, όχι ερωτικό· ήταν δήλωση. Ο Ανδριανός γύρισε κι εκείνος το κεφάλι του, το πρόσωπό του ελαφρώς στραμμένο, ώστε να τον κοιτά και αυτός.

Και τότε… χαμογέλασε. Εκείνο το χαμόγελο — ειρωνικό, σίγουρο, σχεδόν αλαζονικό. Το χαμόγελο του άντρα που δεν ρωτά αν του ανήκει κάτι· το παίρνει και το κρατά, με φυσική ισχύ.

Οι υπόλοιποι είχαν φύγει. Η σιωπή που απλώθηκε δεν ήταν ήσυχη· ήταν φορτισμένη. Κάτι μαγικό – ή καταραμένο – κρατούσε τους τρεις τους αλυσοδεμένους σε αυτό το σκηνικό. Ο Λέων παρέμενε στο πάτωμα, μισόγυμνος, με τα υπολείμματα του οργασμού του ακόμη ζεστά πάνω του. Εκείνοι, στο κρεβάτι, ενωμένοι. Και οι ματιές — δεν έσπαγαν.

Ο Ανδριανός, χωρίς να πάρει τα μάτια του από τον Λέοντα, άπλωσε το χέρι του, έπιασε το κεφάλι της Ισαβέλλας και την φίλησε. Ήταν φιλί βαθύ, ασυγκράτητο, υγρό. Ένα φιλί που έσπαγε τελικά τη γραμμή οπτικής επαφής ανάμεσα σε εκείνη και τον Λέοντα. Όμως μόνο για μια στιγμή.

Καθώς ο Ανδριανός τραβήχτηκε ελαφρώς, την κοίταξε ξανά στα μάτια. Τα πρόσωπά τους σε απόσταση αναπνοής. Και τότε, χωρίς καμία βιασύνη, άπλωσε το δεξί του χέρι προς τον Λέοντα και, με μια σταθερή, ξεκάθαρη κίνηση, του έκανε κωλοδάχτυλο. Δεν γέλασε. Δεν φώναξε. Το έκανε με σοβαρότητα — σαν τελετουργικό σημάδι εξευτελισμού.

Στείλ’ τον… της ψιθύρισε, σχεδόν ανέγγιχτα, αλλά με τόνο που δεν άφηνε περιθώρια.

Η Ισαβέλλα, με βλέμμα κολλημένο επάνω στον εραστή της, χαμογέλασε — ήρεμα, σαρκαστικά. Χωρίς να στραφεί καθόλου προς τον Λέοντα, άπλωσε το δικό της χέρι, το αριστερό, και το έφερε δίπλα στο δικό του. Ομοιόμορφη κίνηση. Άψογος συγχρονισμός. Το δάχτυλό της σηκώθηκε αργά, και μαζί, τα δύο μεσαία δάχτυλα — του Ανδριανού και της Ισαβέλλας — έδειξαν προς τον Λέοντα. Ένα διπλό, βουβό “φύγε”. Όχι με μίσος. Με τελειωτικό οίκτο.

Και τότε φιλήθηκαν. Ξανά. Με πάθος ξέφρενο. Σαν να ρουφούσαν ο ένας τον άλλον από ανάγκη, από εξάρτηση. Το φιλί τους είχε βάθος, είχε χρόνο, είχε απόλυση — σαν να μην υπήρχε αύριο, σαν να μην υπήρχε μάρτυρας.

Ο Ανδριανός σηκώθηκε πρώτος. Το σώμα του ακόμη ζεστό, βαρύ, γεμάτο. Άπλωσε το χέρι του και η Ισαβέλλα, γυμνή, ιδρωμένη, θριαμβευτική, το πήρε χωρίς δεύτερη σκέψη. Σηκώθηκαν μαζί, οι σκιές τους να απλώνονται στον τοίχο σαν πλάσματα από άλλη σφαίρα. Το φως τους αγκάλιαζε, τους αποθέωνε. Ήταν εικόνα ζευγαριού, ναι — αλλά όχι έρωτα. Ήταν εικόνα επικράτησης.

Ο Λέων δεν μίλησε. Δεν σάλεψε. Τα μάτια του ακολούθησαν την πορεία τους με μια αφοσίωση υπνωτική, σαν να μην υπήρχε πια περιβάλλον γύρω του. Το δωμάτιο ήταν σβησμένο. Το μόνο που απέμενε ήταν το φως πάνω τους και η απόσταση που τους χώριζε απ’ αυτόν. Και τότε — μόνο τότε — καθώς έφταναν στην πόρτα, κατάλαβε ότι δεν ήταν μόνοι τους.

Η Αλεξάνδρα στεκόταν δίπλα. Σιωπηλή, κομψή, αλύγιστη. Δίπλα της, ο Δημήτριος. Ψύχραιμος, σαν οικοδεσπότης μετά από γαμήλιο δείπνο. Ο Ανδριανός στάθηκε για ένα μόνο δευτερόλεπτο.

Ο Δημήτριος του είπε, ήρεμα, με φωνή σταθερή:

Απόψε μπορείτε να μείνετε στο master bedroom. Σας περιμένει.

Ήταν παραχώρηση. Ήταν επιβράβευση. Ήταν σφράγιση.

Ο Ανδριανός έγνεψε. Η Ισαβέλλα δεν είπε τίποτα. Δεν χρειαζόταν.

Ο Δημήτριος τους συνόδευσε, με βήματα σταθερά, στον διάδρομο. Μόνο η Αλεξάνδρα έμεινε εκεί, στην πόρτα, ακίνητη, σαν φύλακας και δικαστής. Τα μάτια της βυθίστηκαν στο κορμί του Λέοντα που ακόμη καθόταν στο πάτωμα, ημίγυμνος, μισοξεχασμένος, με το πρόσωπό του άδειο από φωνή.

Καλύτερα να κλείσεις τα μάτια σου και να κοιμηθείς εκεί ακριβώς που είσαι, ματάκια μου, του είπε η Αλεξάνδρα. Η φωνή της γλυκιά, ανελέητη. Έτσι θα σε βρει το πρωί. Εκεί.

Ο Λέων, σαν παιδί που ξυπνά από εφιάλτη, γύρισε το πρόσωπό του. Η φωνή του, ασθενής, σχεδόν ικετευτική:

Όχι… θέλω κι εγώ…

Ήξερε τι εννοούσε. Δεν χρειαζόταν εξήγηση. Ήθελε να πάει μαζί της. Μαζί τους. Να είναι παρών, έστω στην άκρη. Να νιώσει ότι ανήκει.

Η Αλεξάνδρα κούνησε αργά το κεφάλι. Μία και μοναδική φορά.

Όχι, Λέων. Δεν είναι η μέρα σήμερα κατάλληλη.

Και τότε… ήρθε η τελευταία μαχαιριά.

Σήκωσε το χέρι της, αργά, τελετουργικά, όπως το είχε κάνει πριν λίγο η Ισαβέλλα.

Bye bye… του είπε.

Η παλάμη της κουνήθηκε ελαφρώς, τα δάχτυλα με χορευτική κίνηση. Το ίδιο «αντίο» που είχε λάβει από τη γυναίκα του. Τώρα, από τη μητέρα του.

Και το δωμάτιο έμεινε άδειο. Εκείνος, μόνος στο πάτωμα. Το φως έσβηνε σιγά σιγά. Η πόρτα έκλεισε πίσω της. Και ο Λέων, με τα μάτια του ακόμη ανοιχτά, δεν πρόλαβε να πει τίποτα. Μόνο εισέπνευσε βαθιά… σαν να προσπαθούσε να κρατήσει κάτι μέσα του, πριν σβήσει.


Κεφάλαιο Δέκατο – Το Μετέωρο Πρωινό

Η διαδρομή προς το σπίτι ήταν ήσυχη. Όχι ειρηνική – απλώς σιωπηλή. Ο Λέων οδηγούσε με τα δύο χέρια σφιχτά στο τιμόνι, ενώ η Ισαβέλλα καθόταν δίπλα του σαν κάποια παλιά εκδοχή του εαυτού της: όμορφη, κομψή, απροσπέλαστη. Κι όμως, η παρουσία της ήταν αλλιώτικη. Όχι επειδή είχε αλλάξει, μα επειδή εκείνος δεν ήξερε πια πώς να τη διαβάσει.

Στο σπίτι, όλα ήταν στην θέση τους. Το βάζο με τα λευκά κρίνα στην είσοδο. Η μυρωδιά από ξύλο και λεβάντα. Η ίδια γωνία φωτός που έμπαινε από το παράθυρο της κουζίνας. Κι όμως, τίποτα δεν ήταν όπως πριν. Η καθημερινότητα δεν φορούσε πια το γνώριμο πρόσωπό της.

Το απόγευμα, η Ισαβέλλα τον πλησίασε με βλέμμα ήσυχο, σχεδόν τρυφερό. Χωρίς ίχνος αλαζονείας ή ενοχής. «Ήταν απλώς… ένα παιχνίδι, Λέοντα,» του είπε. «Ένα παιχνίδι που σε εμάς τους δικούς μας κύκλους παίζεται με κανόνες άλλους. Τίποτα δεν αλλάζει. Είμαστε ακόμα οικογένεια.»

Το βράδυ, του έκανε έρωτα. Όχι με μανία, αλλά με κάτι πιο βαθύ, σχεδόν στοργικό. Τα δάχτυλά της τον χάιδευαν σαν να έσβηναν αμφιβολίες. Τα χείλη της του ψιθύριζαν λόγια χωρίς σαφήνεια, γεμάτα εκείνη την γυναικεία μαγεία που κάνει την υποταγή να μοιάζει με επιλογή. Ο Λέων ένιωθε το κορμί του να ενδίδει, να ανταποκρίνεται… αλλά το μυαλό του πάλευε. Δεν μπορούσε να καταλάβει. Αν ήταν απλώς παιχνίδι… γιατί ένιωθε τόσο εκθρονισμένος;

Το επόμενο πρωινό, τηλεφώνησε στην Αλεξάνδρα. «Έλα για έναν καφέ,» της είπε. «Στο σπίτι.»

Η Αλεξάνδρα ήρθε όπως πάντα – ήρεμη, κομψή, μυστηριώδης. Κάθισαν στην κουζίνα, και ο Λέων άρχισε να μιλά, με αμηχανία. «Δεν μπορώ να το δω όπως η Ισαβέλλα. Δεν μπορώ να το… απομειώσω. Δεν ήταν απλώς ένα σεξουαλικό παιχνίδι.»

Η Αλεξάνδρα έγειρε ελαφρά προς το μέρος του, με βλέμμα σαν να τον διάβαζε από μέσα. «Και ποιος σου είπε ότι ήταν απλώς αυτό;» του είπε. «Η ερωτική δράση, στους κύκλους που ανήκεις, δεν είναι ποτέ μόνο αυτό. Είναι γλώσσα, είναι μήνυμα, είναι δομή.»

Ο Λέων σιώπησε. Εκείνη συνέχισε.

«Εσύ, Λέοντα, για χρόνια ήσουν στη σκιά. Κρατούσες την πόρτα κλειστή. Δεν έμπαινες. Κι αυτό, γιατί ένιωθες πως η ένταξη χρειάζεται κάτι που δεν είχες. Δεν είναι όμως έτσι. Χρειάζεται κάτι πολύ πιο τρομακτικό: την προσωπική βούληση. Την ειλικρινή παραίτηση από τον έλεγχο. Και αυτό δεν στο επιβάλλει κανείς. Έρχεται… όταν φτάνει η ώρα.»

Η Αλεξάνδρα ήπιε μια γουλιά καφέ και έγειρε πίσω.

«Το μυαλό σου τρέχει γιατί τώρα βλέπει. Όχι επειδή χάθηκες, αλλά επειδή είσαι για πρώτη φορά μέσα. Ούτε απέξω, ούτε θεατής. Είσαι μέρος του. Και τώρα πρέπει να επιλέξεις: θα προσπαθήσεις να το καταλάβεις… ή θα το ζήσεις;»

Ο Λέων δεν απάντησε. Έμεινε με τα μάτια στο τραπέζι, νιώθοντας το σώμα του ξένο και οικείο ταυτόχρονα. Δεν είχε πια την πολυτέλεια να μένει έξω. Το παιχνίδι είχε ξεκινήσει. Κι εκείνος… ήταν, πλέον, παίκτης.

Η ατμόσφαιρα στην κουζίνα είχε αρχίσει να βαραίνει, σαν να πυκνώθηκε από το βάρος της αλήθειας που δεν είχε ειπωθεί ακόμη. Η Αλεξάνδρα παρέμενε ψύχραιμη, σχεδόν απαθής, μα όχι χωρίς ενδιαφέρον. Ήταν ο τρόπος της να τονίζει το αναπόφευκτο – με βλέμμα, όχι με λέξεις.

Η Ισαβέλλα είχε μείνει στην άκρη του διαδρόμου, αφήνοντάς τους χρόνο. Μα όταν άκουσε την ησυχία που ακολούθησε την τελευταία φράση της μητέρας της, μπήκε διακριτικά στον χώρο. Ο ήχος των τακουνιών της πάνω στο ξύλινο πάτωμα αντήχησε σαν σύντομη εισαγωγή. Δεν κάθισε. Έμεινε όρθια, σχεδόν σαν να ήθελε να μην ανήκει πλήρως στη σκηνή.

Ο Λέων την κοίταξε, μετά κοίταξε την Αλεξάνδρα.

«Είσαι η μητέρα μου…» είπε. Η φωνή του δεν έτρεμε, αλλά δεν ήταν και σταθερή. «Πώς… πώς μπόρεσες να είσαι έτσι απέναντί μου;»

Η Αλεξάνδρα σήκωσε τα φρύδια ελαφρά. Χωρίς ειρωνεία – με απλή απορία.

«Σε άγγιξα με τρόπο άκομψο;» ρώτησε.

Ο Λέων χαμήλωσε τα μάτια. «Όχι…» ψιθύρισε διστακτικά.

«Σε ανάγκασα να κάνεις κάτι;»

Ο Λέων έγνεψε αρνητικά. «Όχι.»

Η φωνή της τώρα ήταν λίγο πιο κοφτή, αλλά ήρεμη.

«Μπορούσες ανά πάσα στιγμή να τραβήξεις την πρίζα. Να φύγεις. Υπήρχε κάποιος στην πόρτα που να μην σε άφηνε;»

«Όχι…» απάντησε για τρίτη φορά. Τώρα δεν κοιτούσε καμία τους. Κοίταζε το τραπέζι, τα δάχτυλά του, τη σκιά του φωτιστικού.

«Τότε γιατί, Λέοντα, προσπαθείς να μεταφέρεις την ευθύνη των επιλογών σου σε άλλους;» Η φωνή της δεν ήταν επιτιμητική. Ήταν σχεδόν τρυφερή – σαν μητρική οδηγία που έχει ειπωθεί πολλές φορές, αλλά τώρα ειπώθηκε για πρώτη φορά με πόνο.

Ο Λέων σίγησε. Δεν υπήρχε απάντηση πρόχειρη, γιατί το ερώτημα είχε χτυπήσει εκεί που δεν υπήρχε άμυνα – στη ρίζα της επιλογής του.

«Σου καταλόγισε κάποιος ψόγο;» συνέχισε η Αλεξάνδρα, τώρα με το βλέμμα της σταθερά στραμμένο πάνω του. «Εννοώ… έξω από το σεξουαλικό παίγνιο. Κοινωνικά. Θεσμικά. Επίσημα.»

Ο Λέων έμεινε σιωπηλός. Αλλά η απάντηση είχε ήδη διαμορφωθεί μέσα του: όχι. Ο κόσμος γύρω τους συνέχισε να τους αντιμετωπίζει με την ίδια ψυχρή ευγένεια και διακριτική αποδοχή. Σαν τίποτα να μην είχε διαταράξει την επιφάνεια.

«Μα… τόσος κόσμος τραβούσε βίντεο…» τόλμησε να πει τελικά.

Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε ελαφρώς. Χωρίς οίκτο. Μονάχα σιγουριά.

«Και με ρώτησες. Πριν πατήσεις το πόδι σου εντός. Σου είπα: κανένας από αυτούς δεν θα διαδώσει τίποτα. Είναι ο πρώτος όρκος της κοινότητας.»

Η Ισαβέλλα κάθισε τελικά δίπλα του, και το χέρι της ακούμπησε το δικό του. Δεν προσπάθησε να τον πείσει, να τον καθησυχάσει. Μονάχα τον άγγιξε – απλό, ανθρώπινο, αληθινό.

Η Αλεξάνδρα σηκώθηκε.

«Δεν είναι εύκολο να καταλάβεις μια νέα πραγματικότητα, όταν για χρόνια ζούσες σαν να μην υπάρχει. Δεν σε κατηγορώ. Μα μην ψάχνεις να την ακυρώσεις για να την αντέξεις.»

Έκανε μερικά βήματα προς την πόρτα, ύστερα σταμάτησε και γύρισε το κεφάλι της.

«Εδώ μέσα… δεν είσαι θύμα, Λέοντα. Είσαι μέρος. Και αυτό είναι πολύ πιο τρομακτικό.»

Η Αλεξάνδρα είχε γυρίσει στο παράθυρο, πίνοντας τον τελευταίο καφέ με αργές, σχεδόν τελετουργικές γουλιές. Η Ισαβέλλα, σιωπηλή, χάιδευε τα δάχτυλα του Λέοντα με τον αντίχειρά της. Ήταν μια σκηνή χωρίς ένταση, αλλά με φορτίο. Το είδος της σιωπής που δεν είναι κενό – είναι απόσταγμα.

«Ο Δημήτριος δεν σε δυσκόλεψε, ε;» είπε ξαφνικά η Αλεξάνδρα, όχι σαν ερώτηση, αλλά σαν νύξη. «Ήταν διακριτικός.»

Ο Λέων κούνησε το κεφάλι του αργά. «Όχι. Δεν είπε τίποτα. Ούτε μισό σχόλιο. Μόνο ένα βλέμμα… περίεργο. Ίσως και ήρεμο.»

Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε πικρά. Γύρισε και τον κοίταξε.

«Ο Δημήτριος πάντα είχε έναν… δικό του τρόπο να συμφιλιώνεται με την ιστορία. Όχι με γεγονότα. Με τις πράξεις.»

Η Ισαβέλλα ανασήκωσε λίγο το φρύδι της, σαν να επιβεβαίωνε κάτι παλιό που απλώς χρειαζόταν υπενθύμιση. Ο Λέων την κοίταξε, αλλά δεν ρώτησε. Δεν υπήρχε τίποτα προς εξήγηση.

Η Αλεξάνδρα κάθισε ξανά, απέναντί τους. Έγειρε προς τον Λέοντα με ηρεμία.

«Ξέρεις… κάποια πράγματα, τα κουβαλάς χωρίς να σε βαραίνουν, μέχρι να συμβεί κάτι που να τα φέρει στην επιφάνεια. Εκείνο το απόγευμα, στην τελετή, για παράδειγμα… όταν ο Δημήτριος είπε “ο Καβαλάρης της Νύφης μας”… Δεν ήταν απλώς αποδοχή. Ήταν ένα είδος προσφοράς. Ένα ξελάφρωμα. Ένα ειρωνικό γέλιο προς κάτι που παλιά θα μπορούσε να θεωρείται αμηχανία.»

Η φράση πέρασε στον αέρα σαν να ανήκε αλλού — κι όμως, κάτι σε εκείνο το βλέμμα, σε εκείνη την ησυχία που ακολούθησε, αποκάλυπτε μια αλήθεια που ο Λέων δεν χρειαζόταν να ακούσει για να την ξέρει. το Δημήτριος δεν ήταν ο βιολογικός πατέρας του Λέοντα… ήταν κάτι γνωστό, αποδεκτό, ενσωματωμένο – όχι σαν ντροπή, αλλά σαν υπόστρωμα. Κι ο Δημήτριος, χρόνια τώρα, δεν το είχε καταπιεί με μνησικακία. Το είχε χωνέψει με τον δικό του, παράδοξο τρόπο: σεξουαλικοποιώντας το βάρος της Αλεξάνδρας, μετατρέποντάς το σε κοινωνική σκηνή, σε τελετουργία αποδοχής. Το παρελθόν, για εκείνον, μπορούσε να ξορκιστεί μονάχα αν γινόταν τελετή – κι αν γινόταν τελετή, μπορούσε και να συγχωρεθεί.

Η Αλεξάνδρα ακούμπησε το φλιτζάνι στο τραπέζι και έγειρε ελαφρά προς τα πίσω.

Το βλέμμα της ήταν σταθερό, ελαφρώς αποστασιοποιημένο, σαν να αναμετρούσε την απόσταση ανάμεσα στο φως του πρωινού και τις βραδινές τελετουργίες. Ο Λέων την παρατηρούσε σιωπηλά, αλλά μέσα του, κάτι γινόταν πιο ασαφές – και ταυτόχρονα πιο διαυγές. Δεν ήταν μόνο οι ρόλοι που είχαν αλλάξει. Ήταν η ιεραρχία του κόσμου του που είχε ανατραπεί.

«Ο Δημήτριος…» άρχισε εκείνη, σχεδόν αφηρημένα, «…είναι ένας άντρας που πάντα σεβόταν τους συμβολισμούς. Και την εξουσία τους.»

Ο Λέων δεν απάντησε. Την άφησε να συνεχίσει.

«Είναι πολύ γεναιόδωρος, και το ξέρεις. Μου έδωσε πολλά, πριν καν συμφωνήσω να παντρευτώ. Κι ακόμη περισσότερα… αν έπαιζα σωστά τον ρόλο μου. Η δύναμη που θα αποκτούσα, είπε, θα ήταν και δική σου. Θα περνούσε σε σένα, Λέοντα. Όχι σαν κληρονομιά αίματος – μα σαν επιβράβευση της πειθαρχίας. Του χαρακτήρα. Της αποδοχής.»

Ο Λέων ανασηκώθηκε ελαφρά. «Και τι σημαίνει ‘σωστά’; Ποιος ορίζει το σωστό εδώ;»

Η Αλεξάνδρα χαμογέλασε με μια απαλή, σχεδόν θλιμμένη ειρωνεία.

«Για τον Δημήτριο; Το σωστό είναι ό,τι φέρνει σταθερότητα και απόδοση. Εκείνον τον καυλώνει η υποβάθμισή σου – το βλέπεις. Δεν το κρύβει. Τον φτιάχνει να σε βλέπει να γονατίζεις, να παραδίνεσαι. Κι όσο περισσότερο το κάνεις, τόσο περισσότερα μου δίνει.»

«Σου δίνει;» ρώτησε ο Λέων, σχεδόν αμυντικά.

Τον κοίταξε ευθέως. «Μόνο αν ολοκληρωθεί πλήρως η διαδικασία της υποβάθμισής σου – κάτι που ακόμη δεν μπορώ να σου εξηγήσω – θα περάσει στα χέρια μου ένα μεγάλο κομμάτι περιουσιακών στοιχείων στο όνομά μου.»

Ο Λέων ρούφηξε τον αέρα μέσα απ’ τα δόντια του. «Και πώς ακριβώς είναι αυτό… ο δικός μου δρόμος;»

Η Αλεξάνδρα ακούμπησε το χέρι της απαλά στο δικό του. Δεν υπήρχε ούτε ίχνος ειρωνείας πια στη φωνή της. Ήταν ζεστή, σαν μάνας που λέει αλήθειες στον γιο της που μόλις ωριμάζει.

«Γιατί τότε, Λέοντα… εγώ θα έχω κάτι να σου δώσω. Όχι κάτι συμβολικό. Πραγματικό. Μια περιουσία στο όνομά μου, που δεν δεσμεύεται από την οικογενειακή γραμμή του Δημητρίου. Θα είναι δική μου, και άρα, μπορώ να την κάνω δική σου. Μέρος της, ό,τι χρειαστείς κι όποτε. Ό,τι αποφασίσεις να χτίσεις.»

Ο Λέων έμεινε ακίνητος. Σκεφτόταν. Όχι πια σαν άντρας που του στερούν κάτι – αλλά σαν άντρας που του προτείνουν ένα εναλλακτικό μονοπάτι. Πιο σκοτεινό. Πιο μακρύ. Μα ίσως… και πιο ειλικρινές.

Η Αλεξάνδρα σηκώθηκε και φόρεσε ξανά το βλέμμα της αρχόντισσας. Εκείνο που δεν ζητά απαντήσεις, γιατί γνωρίζει πως θα έρθουν όταν είναι η ώρα.

Και με εκείνη τη φράση, τον άφησε ξανά μόνο – αλλά όχι χαμένο.

Η Αλεξάνδρα κάθισε ξανά, αυτή τη φορά πιο κοντά. Το βλέμμα της είχε μαλακώσει – όχι λιγότερο ισχυρό, αλλά τώρα πιο καθησυχαστικό. Σαν να ήξερε πως ο Λέων δεν χρειαζόταν άλλο σπρώξιμο, μόνο το τελευταίο χάδι.

«Δεν είναι μόνο τα χρήματα, Λέοντα,» είπε ήρεμα. «Δεν είναι τα οικόπεδα, τα ακίνητα, τα συμβόλαια. Είναι κάτι πιο βαθύ. Εσύ είσαι τώρα το επίκεντρο. Και το πώς θα σταθείς μέσα σε όλο αυτό… χτίζει κάτι που δεν χαλάει με υπογραφές.»

Η Ισαβέλλα τον κοίταξε με μάτια που έλαμπαν. Έγειρε προς το μέρος του, το χέρι της στο γόνατό του.

«Αλήθεια, Λέοντα. Δεν βλέπεις; Όταν εσύ… παραδίνεσαι, όταν ζεις τον ρόλο σου – χωρίς ντροπή, χωρίς άρνηση – τότε όλοι, όλοι μας, μπαίνουμε πιο βαθιά στο παιχνίδι. Εγώ σε ποθώ πιο πολύ. Η μαμά… σε καμαρώνει. Ο Ανδριανός… σε σέβεται. Ακόμα και οι φίλες της… σε θαυμάζουν.»

Ο Λέων τις κοίταξε και τις δύο. Δύο γυναίκες –δύο πύλες– που τον έσπρωχναν όχι προς τα πίσω, αλλά προς τα μέσα. Στην καρδιά μιας ταυτότητας που δεν είχε ορίσει ο ίδιος, αλλά πλέον ένιωθε δική του.

«Απλώς…» ψιθύρισε. «Δεν καταλαβαίνω πότε άρχισε να μου…  αρέσει.»

Η Ισαβέλλα γέλασε, μα όχι ειρωνικά. Έσκυψε στο αυτί του.

«Από την πρώτη φορά που σε κοίταξα ενώ ήμουν με τον Ανδριανό, και δεν έφυγες. Από τότε.»

Η Αλεξάνδρα έγνεψε αργά. «Το σώμα σου το ήξερε πριν από εσένα. Τώρα απλώς το παραδέχεσαι.»

Ο Λέων έγειρε πίσω, με τα μάτια του να χάνονται για λίγο στο ταβάνι. Η αίσθηση δεν ήταν πλέον ντροπή – ήταν σχεδόν ελαφρότητα. Σαν να έφευγε από πάνω του ένα βάρος που κουβαλούσε όχι επειδή έπρεπε, αλλά επειδή νόμιζε πως του άξιζε.

Η Ισαβέλλα άνοιξε λίγο το πουκάμισό του. Τα δάχτυλά της χάιδευαν το στέρνο του απαλά, όχι για να προκαλέσουν, αλλά για να υπενθυμίσουν.

«Θες να το συνεχίσουμε;» του είπε γλυκά.

Ο Λέων γύρισε και τις κοίταξε. Το χαμόγελό του δεν ήταν ειρωνικό ούτε βεβιασμένο. Ήταν… ήσυχο. Σαν να βγήκε από μέσα του χωρίς να το επιδιώξει.

«Οκ. Τι ακολουθεί… τι έρχεται μετά.»

Και καθώς η μέρα έγερνε προς τη σιωπηλή της δύση, ο Λέων ένιωσε –ίσως για πρώτη φορά– πως το επόμενο βήμα δεν είχε απάντηση, τουλάχιστον, οχι ακόμα.

Comments

Leave a comment